Αναρωτιέμαι τι μπορεί να γράψει κανείς τώρα που κόπασε η «μαρινελλολατρεία». Η Ναταλί Χατζηαντωνίου, η θαυμάσια συνάδελφος, ξεσκέπασε το τυλιχτάρι της Μαρινέλλας και ως μεγάλης καλλιτέχνιδας και ως ανθρώπου.
Εγώ όμως, που συνοδοιπόρησα μαζί της 60 χρόνια και τη γνώρισα σχεδόν όσο λίγοι, θα γράψω κάποια πράγματα που δεν ειπώθηκαν, ξέροντας πως η Μαρινέλλα αγαπούσε την αλήθεια.
Λυπηρά τα εγκόσμια. Οταν φεύγει μια σταρ, ένα είδωλο, μια βασίλισσα του ελληνικού τραγουδιού, μια βασίλισσα της διασκέδασης, φυσικό είναι ο κόσμος να νιώθει άβολα. Λίγοι μπορούν να φανταστούν πως η Μαρινέλλα ήταν ένα πολύ μοναχικό άτομο. Από τις φουρτούνες τις πολλές της ζωής της συχνά αυτοεξοριζόταν στον εαυτό της. Πάντα όμως με το ασήμωμα της Παναγιάς στο βλέμμα, για να μην παίρνουν χαμπάρι οι γύρω της.

Η Μαρινέλλα ήταν μια ερωτοπαθής ψυχή. Χάρηκε, όχι μόνο τον έρωτα, αλλά και όλες τις μορφές με τις οποίες μπορεί να ερωτευτεί ένας άνθρωπος. Επινε τη χαρά μονοκοπανιά, αλλά έπινε και το φαρμάκι της ζωής γουλιά γουλιά.
Ηταν έτοιμη για τα χείριστα. Η ζωή τής είχε δώσει ισχυρές προειδοποιήσεις πριν από το συντελικό γεγονός του Ηρωδείου. Κανένας ίσως δεν θυμάται πως τη δεκαετία του 1970 η Μαρινέλλα νοσηλεύτηκε στη Βασιλεία της Ελβετίας με το όνομα Κική Παπαδοπούλου και οι γιατροί διέγνωσαν ότι υπέφερε από ψυχολογική κατάπτωση, νευρική εξάντληση, υπερκόπωση και όλα αυτά συνοδευμένα με μια οξύτατη πάρεση. Εμεινε εκεί από τις 4 Ιανουαρίου έως τέλος Φεβρουαρίου και την κούραρε ο διάσημος δρ Κίλχολτς. Κοντά της ήταν ο Ελληνας γιατρός της δρ Σακάς και η Ελένη Κυρανά, συνάδελφος και φίλη της.
Αυτή η ξαφνική αναχώρηση της Μαρινέλλας είχε αποκτήσει στα μάτια της κοινής γνώμης την ευρύτητα ενός σκανδάλου. Η φυγή ασεβώς συνδέθηκε με ναρκωτικά και μελαγχολικές αντιδράσεις στον γνωστό αισθηματικό της δεσμό ο οποίος έληξε άδοξα.
Οταν γύρισε, μου είπε: «Δεν θέλω να θυμάμαι εκείνη την εποχή. Δεν θέλω, Θεέ μου, ούτε σαν εφιάλτη να την ξαναζήσω». Της παραστάθηκε η Ελενα Κυρανά. Γι’ αυτήν είχε αισθήματα υπέρτατης αγάπης, λέγοντας πως ουδέποτε γυναίκα είχε τη δική της καρτερία και αντοχή.
Γρήγορα η Μαρινέλλα ξεπέρασε τη μεγάλη αυτή δοκιμασία. Με ισχυρή δόση αυτοκριτικής μού έλεγε: «Πρέπει να προσέχω τα λάθη μου. Είναι συχνά. Αυτά με επηρεάζουν περισσότερο. Η πείρα με δίδαξε πως τα δικά μου λάθη δύσκολα τα συγχωρούν οι άλλοι». Και στην παρατήρησή μου αν αυτή είναι μια μομφή για το κοινό, συμπλήρωσε με τη γνώριμη αποφασιστικότητά της: «Οχι, όχι, είναι που φαινόμαστε περισσότερο. Είναι που δεν έχουμε δικαιολογίες. Ενα λάθος είναι τόσο απλό, όσο και μια παράφωνη νότα. Μετράω τις κουβέντες μου, όσο και τις πράξεις μου».
Θέλω να σημειώσω μερικά ξεχωριστά πράγματα, που μέσα στον χείμαρρο των ΜΜΕ δεν τα είδα και δεν τα διάβασα.

◾️ Η κορυφαία στιγμή της καλλιτεχνικής της ζωής για μένα είναι όταν η Μαρινέλλα, σε συνεργασία με τον ημι-Διόνυσο και ημι-Απόλλωνα της μουσικής μας, Σταύρο Ξαρχάκο, απέδωσε στο Φεστιβάλ Αθηνών τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Ο Ξαρχάκος διείδε το δραματικό μεγαλείο της Μαρινέλλας και της έδωσε διάσταση αρχαίας τραγωδού. Ηταν συγκλονιστική. Ξεκίνησε προφέροντας με την απίστευτη ορθοφωνία της τους πρώτους στίχους του Γιάννη Ρίτσου:
«Αφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δεν θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλιά μου.
Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δεν θα καταλάβεις.
Αφησέ με να ’ρθω μαζί σου».
Τη σκηνοθεσία είχε ο Γιώργος Νανούρης, η ιδέα ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου και η παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών, με διευθυντή τον Γιώργο Λούκο.
◾️ Η Πρωτομαγιά του 1965 είναι μία από τις πιο σημαδιακές μέρες στην ιστορία του λαϊκού μας τραγουδιού. Εκείνη τη μέρα έγινε ο πολύκροτος χωρισμός του Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα. Ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει γιατί μια Αγγλίδα τουρίστρια είχε πετάξει ένα μπουκάλι, το οποίο πέρασε ξυστά από τα μάτια του και συνέτριψε έναν πίνακα πίσω από τον Καζαντζίδη. Εγκατέλειψε την πίστα και στα καμαρίνια είπε στη Μαρινέλλα:
– Εγώ τελείωσα μ’ αυτήν την υπόθεση. Φεύγουμε για τη Βέροια.
– Τι θα κάνουμε στη Βέροια;
– Εχω ένα κτηματάκι εκεί. Θα φτιάξουμε ένα σπιτάκι και θα ζήσουμε μια ξένοιαστη ζωή.
– Κι εγώ τι θες να κάνω; Να φοράω κάλτσες μπαρολέ και να σου οδηγάω το τρακτέρ; Εγώ θα συνεχίσω!
Ουσιαστικά εκείνο το βράδυ γεννήθηκε η «νέα Μαρινέλλα». Η σταρ. Δεν της πήρε πολύ χρόνο. Κι ο Καζαντζίδης σύντομα υποβλήθηκε σε εγχείρηση στομάχου.

◾️ Ο χωρισμός ήταν πικρός, αγιάτρευτος για τον Καζαντζίδη. Με έπαιρνε κάθε βράδυ και πηγαίναμε στο καζίνο της Πάρνηθας. Εκεί έπαιζε ρουλέτα. Απέναντί του καθόταν ο Νίκος Γκάτσος. Πολλά βράδια η συνάντηση γινόταν έτσι:
– Καλησπέρα σας, κύριε Νίκο.
– Καλησπέρα, Στέλιο παιδί μου.
Και κάθε χάραμα που έφευγαν και οι δυο με άδειες τσέπες:
– Καλημέρα σας, κύριε Νίκο.
– Καλημέρα, Στέλιο παιδί μου.
Οταν τον ρώτησα: «Ρε συ Στέλιο, απόψε έχασες πάνω από 2 εκατομμύρια;», η απάντηση ήταν κεραυνός: «Γιωργολιάνη, είναι λίγα για να ξεχάσεις τη Μαρινέλλα»!
◾️ Ο Καζαντζίδης εκφραζόταν συχνά πυκνά με σκληρά λόγια για τη γυναίκα Μαρινέλλα. Ποτέ όμως δεν αμφισβήτησε την τεράστια καλλιτεχνική της αξία. Μου έλεγε: «Είναι βασίλισσα. Το στέμμα θα το παραλάβει η Χάρις Αλεξίου». Γιατί; τον ρωτούσα. «Γιατί η Χάρις είναι η μόνη που τραγουδάει τις μοβ νότες όπως κι εγώ». Ποιες είναι οι μοβ νότες; «Οι λυγμικές, οι πένθιμες».
◾️ Το θρυλικό ντουέτο είχε και μυθικές αμοιβές. Ο Καζαντζίδης αμειβόταν τότε με χίλιες δραχμές την ημέρα και έδινε τις εκατό στη Μαρινέλλα. «Τόσα σου ανήκουν». Πέρασε ο καιρός και η Μαρινέλλα έπαιρνε μεροκάματο εκατό φορές μεγαλύτερο από τον Καζαντζίδη. Πιστεύω ότι με τα χρήματα που έβγαλε με τον ιδρώτα της θα μπορούσε να τρέφει εκατό οικογένειες τον χρόνο!
◾️ Θυμάμαι μια τρελή βόλτα με τη Μαρινέλλα στην Ακρόπολη. Οταν φτάσαμε στο Θέατρο του Διονύσου, της εξήγησα ότι αυτό είναι το αρχαιότερο θέατρο του κόσμου, αλλά παραστάσεις δεν γίνονται. Οταν συμπλήρωσα ότι εκεί παίχτηκαν οι τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή, μου είπε: «Αυτό είναι μεγάλη αμαρτία. Κρατική αμαρτία. Θα έπρεπε να παίζεται, έστω και μία φορά τον χρόνο, ένα έργο αυτών των μεγάλων ανθρώπων».
◾️ Η Μαρινέλλα στα νεανικά της χρόνια ήταν αυτό που ο Ελύτης λέει «ένα κορίτσι οξύ». Ενα αγοροκόριτσο θα λέγαμε στην εποχή μας. Ατίθαση, έως να την γνωρίσεις. Αλλά «μήλο μυρωδάτο» στην πίστα. Και στον χορό τύφλα να ’χουν οι ιέρειες του φλαμένγκο. Σαλώμη με τα επτά πέπλα!
Μίλησα πριν για την ερωτοπαθή ψυχή της. Τώρα, επειδή πρέπει να απλουστεύουμε τα πράγματα, η Μαρινέλλα ήταν το πιο ανεξάρτητο πλάσμα που γνώρισα ποτέ. Είχε και μέτρο, είχε και αφροσύνη. Είχε μια οίηση όταν τραγουδούσε και χόρευε. Αλλά πρέπει να το πω: όλη εκείνη τη θρυλική εποχή με τα απίστευτα σόου της Μαρινέλλας την καρπώθηκαν οι πλούσιοι και δυστυχώς και μια κουστωδία χουντικών.
Ηταν άγγελος και δαίμονας μαζί. Πάλι θα θυμηθώ τον Ελύτη: «Χαίρε η που ξυπνάς και τα θάματα γίνονται. Χαίρε η με την ωραία λαλιά, η δαμάζοντας τον δαίμονα». Αυτός ήταν ο ψυχισμός της. Ενα αγγείο μυστηρίων γεμάτο και απύθμενο.
◾️ Οταν ρώτησα τον Στέλιο Καζαντζίδη αν πέρασαν ευτυχισμένες εποχές με τη Μαρινέλλα, μου απάντησε: «Μόνο τις πέντε πρώτες μέρες! Το ξέρει και η ίδια. Είχαμε πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Αυτή ήταν μικρή, ήταν φιλάρεσκη, δίχως σύνορα. Πήγαμε στην Καβάλα κι εκεί περάσαμε τις πέντε ωραιότερες μέρες της ζωής μας. Ενα πρωί φόρεσε παντελόνια και δημιούργησε άσχημες εντυπώσεις σε μένα. Της έλεγα ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνηθισμένοι να βλέπουν τις γυναίκες να φοράνε παντελόνια. Θα σε φωνάζουν παντελονού! Και την άλλη μέρα θα σου φωνάζουν χειρότερα. Την παρακάλεσα, επειδή μας γνώριζαν, να μη δίνουμε στόχο. Δεν έδωσε σημασία. Δεν το έβγαλε το παντελόνι και έγινε ο πρώτος καβγάς. Το 1964 παντρευτήκαμε και αυτό έγινε γιατί ένιωθα τύψεις γιατί την είχα αστεφάνωτη τόσα χρόνια. Το 1966 χωρίσαμε».
◾️ Οταν παντρεύτηκε με τον Τόλη Βοσκόπουλο, ξαφνιάστηκε το σύμπαν. Είχε προηγηθεί το ειδύλλιο με τον Φρέντυ Σερπιέρη, που το έζησα από κοντά και ήταν αληθινά ένας φλογερός έρωτας, με καρπό την Τζωρτζίνα, αυτό το πλασματάκι που το γνώρισα λίγο, αλλά μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο γάμος, σε απόλυτη αντίθεση απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, έγινε στο σπίτι της Μαρινέλλας στο Παγκράτι με 6 παρόντες: ο Φρέντυ Γερμανός, η Βίρνα Νιαβή, ο Γιώργος Κατσαρός ως κουμπάρος, η αδελφή της Μαρινέλλας και ο σύζυγός της, ο Γρηγοριάδης, που τον λέγαμε «ναύαρχο» και ήταν ποδοσφαιριστής του Αρη Θεσσαλονίκης. Εγώ δεν προσκλήθηκα, αλλά της είχα πει ότι στον γάμο θα είμαι! Και βρέθηκα εκεί, μπροστά στην εμβρόντητη Μαρινέλλα, ακολουθώντας τον παπά που τέλεσε το μυστήριο! Βγάζοντας χολή την άλλη μέρα, έγραψα, τίτλο: «Μελαχρινή, αγαπημένη Παναγιά» και υπότιτλο: «Ενώθηκαν τα δύο μεγαλύτερα νυχτοκάματα της Αθήνας»!

◾️ Σουμάροντας όλα τα παραπάνω θα έλεγα: Αν η Μαρινέλλα δεν γινόταν πολύ μεγάλη τραγουδίστρια, θα γινόταν πολύ μεγάλη ηθοποιός. Πάντα ήθελε να γίνει σταρ. Ο Καζαντζίδης δεν ήθελε. Κρυβόταν. Γι’ αυτό έγινε μύθος…
Θα πρόσθετα στα προσόντα της το απίστευτο χιούμορ της.
Παρ’ όλο που φαίνεται πως η ζωή της στάθηκε «πρώτο καλό και μέγα», εγώ έχω αντίθετη άποψη. Αδίκησε τον εαυτό της γιατί δεν έφυγε στην Ευρώπη και την Αμερική. Δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Φρανκ Σινάτρα: «Αν αυτή η γυναίκα ερχόταν στην Αμερική, θα γινόταν μεγάλη σταρ μέσα σε λίγες μέρες. Δεν έχω ακούσει άνθρωπο με τέτοια ορθοφωνία».
Η Πάτι Σμιθ μάς χάρισε ένα μυστικό κρυμμένο στα βάθη της λογοτεχνίας. Ο Ρεμπό το 1898 περίπου είχε πει την εξής φράση: «Οταν έρθουν οι καιροί και οι γυναίκες ανεξαρτητοποιηθούν πλήρως από τους άντρες, τότε θα ζήσουμε νέες ομορφιές, νέες περιπέτειες και νέους τρόμους».
Μετά τη ρήση του Ρεμπό γεννήθηκαν τα «Τρομερά Παιδιά» του Κοκτό, η τρομερή εποχή μας, και η Μαρινέλλα.
