ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Θαυμάζω τους περήφανους και τους ψυχρούς, αυτούς που τολμούν να πλανηθούν στα μονοπάτια της μεγάλης, της δαιμονικής ομορφιάς, περιφρονώντας τον “άνθρωπο”, αλλά δεν τους ζηλεύω. Γιατί αν υπάρχει κάτι ικανό να μεταμορφώσει έναν λόγιο σε ποιητή, είναι ακριβώς αυτή η τόσο αστική αγάπη μου για κάθε τι ανθρώπινο, ζωντανό και συνηθισμένο. Η ζεστασιά, η καλοσύνη, το χιούμορ απ’ αυτή την αγάπη πηγάζουν, και μου φαίνεται μάλιστα πως ίσως αυτή είναι η αγάπη που, κατά τας Γραφάς, ακόμα και αν μιλάς όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, χωρίς αυτήν δεν είσαι παρά χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον»

«Ο “Τόνιο Κραίγκερ” είναι το πιο δικό μου έργο», είχε πει ο Τόμας Μαν, αναγνωρίζοντας τον ήρωα του βιβλίου του ως alter ego του και υπογράφοντας ενίοτε με τα αρχικά Τ.Κ. Πρωτοκυκλοφόρησε το 1903, δύο χρόνια πριν ο σπουδαίος Γερμανός συγγραφέας είχε ολοκληρώσει το πρώτο του σπουδαίο μυθιστόρημα «Μπούντενμπροκ». Πρόσφατα το «Τόνιο Κραίγκερ» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου.

Η πλοκή -και η ατμόσφαιρα- επικεντρώνεται στον ευαίσθητο και εσωστρεφή χαρακτήρα του Τόνιο, ενός μαθητή που παλεύει με την ταυτότητά του και τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Από μικρή ηλικία, ο Τόνιο νιώθει διαφορετικός, ξένος. Οχι μόνο επειδή η μητέρα του είναι από τον Νότο, αλλά επειδή αγαπά τα βιβλία και την τέχνη και νιώθει καλλιτέχνης. Με φόντο τις εσωτερικές του συγκρούσεις ο συγγραφέας μας τον περιγράφει ως ένα σωματικά και πνευματικά διαφορετικό αγόρι σε σύγκριση με τον εντυπωσιακό συμμαθητή του, Χανς Χάνσεν. Η σχέση τους, που χαρακτηρίζεται από έλξη και ταυτόχρονα απώθηση, αναδεικνύει το συναισθηματικό βάθος και τη λαχτάρα του Τόνιο να «συμπληρωθεί» ως άτομο. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται, ενώ ο Τόνιο νιώθει έλξη όχι μόνο για τον Χανς αλλά και για την Ινγκε Χολμ, με άξονα τα πολύπλοκα συναισθήματά του και τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες.

Η ζωή του Τόνιο γίνεται όλο και πιο δύσκολη εξαιτίας των προσδοκιών της οικογένειάς του και της κοινωνίας γύρω του. Αντιμετωπίζει αισθήματα απομόνωσης, που εντείνονται από τις καλλιτεχνικές του τάσεις, τις οποίες θεωρεί ταυτόχρονα δώρο και κατάρα. Μετά την απώλεια των γονιών του και τη διάλυση της οικογενειακής τους επιχείρησης, αρχίζει ένα ταξίδι αναζήτησης του εαυτού του, καταλήγοντας να γίνει συγγραφέας. Ενα μεγάλο κεντρικό κεφάλαιο μας δείχνει τον Τόνιο να συζητά τις απόψεις του για την τέχνη και τη ζωή με τη ζωγράφο Λιζαβέτα Ιβανόβνα.

«Παραδόθηκε απόλυτα στη δύναμη που του φαινόταν ό,τι υψηλότερο υπήρχε στον κόσμο, που ένιωθε το κάλεσμα να την υπηρετήσει, που του υποσχόταν ανάταση και τιμές: τη δύναμη του πνεύματος και του λόγου, που χαμογελαστή δέσποζε πάνω από την ασύνειδη και βουβή ζωή. Σε αυτήν τη δύναμη παραδόθηκε με το νεανικό του πάθος, και εκείνη με τη σειρά της τον αντάμειψε μ’ όλα όσα μπορούσε να προσφέρει, παίρνοντας ταυτόχρονα από κείνον σ’ αντάλλαγμα, αδυσώπητα, τη συνηθισμένη της πληρωμή».

Η ιστορία φτάνει στην κορύφωσή της όταν επιστρέφει στην πατρίδα του, αναλογιζόμενος το παρελθόν του και τη σχέση του με τον έρωτα και την τέχνη.

«Η καρδιά του χτυπούσε με αγωνία, γιατί καθώς διέσχιζε το χολ, όλο περίμενε να δει τον πατέρα του, με το κοστούμι του και την πένα πίσω από το αυτί, να βγαίνει από κάποια πόρτα για να επιπλήξει με αυστηρότητα τον γιο του για τον απαράδεκτο τρόπο ζωής του, πράγμα που και ο ίδιος ο Τόνιο έβρισκε απολύτως δικαιολογημένο. Τελικά όμως προχώρησε αλώβητος».

Το οικογενειακό σπίτι έχει πουληθεί μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ενα μέρος του αρχοντικού στεγάζει μια δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Τόνιο περπατάει στα κάποτε οικεία δωμάτια. Δεν υπάρχει τίποτα πια γι’ αυτόν εκεί. Φεύγει για τη Δανία και συναντά απροσδόκητα τον Χανς και την Ινγκε ως ζευγάρι, του ξυπνούν έντονες αναμνήσεις και καταλήγει κατάκοπος από ζήλια.

Μέσα από τις περιπέτειες του Τόνιο, ο Μαν με εντυπωσιακό συγγραφικό βάθος διερευνά θέματα αποξένωσης, τις προκλήσεις της καλλιτεχνικής ζωής και τη διπλή φύση του ανθρώπινου βίου. Η γλώσσα, η ευαισθησία και η δομή της νουβέλας είναι εξαιρετικές. Ο τρόπος που αποτυπώνει την αίσθηση του ξένου είναι μοναδικός. Ο Τόνιο επιθυμεί να είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, όπως ο Χανς και η Ινγκε. Θέλει να έχει ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια, γιατί πιστεύει ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια πιο εύκολη και ευτυχισμένη ζωή. Βασανίζεται επειδή δεν είναι κομφορμιστής, αλλά καλλιτέχνης. Οι ομοιότητες και η ταύτιση συγγραφέα και ήρωα είναι πολλές. Εχουν καταγωγή από Βορρά και Νότο, η πόλη όπως περιγράφεται μοιάζει πολύ με τη γενέθλια πόλη του Μαν, το Λίμπεκ. Θα συμφωνήσουμε όμως με τη μεταφράστρια, που στο εισαγωγικό της σημείωμα τονίζει: «Η σημαντικότερη όμως και, εν τέλει, η πιο πολύτιμη ταύτιση του Μαν με τον ήρωά του βρίσκεται πέρα από το πραγματολογικό πεδίο: αφορά τις κοινές αναζητήσεις του χαρακτήρα και του δημιουργού του πάνω σε θεματικές που θα παραμείνουν βασικοί άξονες της σκέψης του Μαν μέχρι τον θάνατό του: βλέπουμε τον συγγραφέα Τόνιο Κραίγκερ, όπως ακριβώς και τον συγγραφέα Μαν, να βασανίζεται με τον διχασμό ανάμεσα στη ζωή του αστού και σε αυτήν του καλλιτέχνη, να αναζητά τις πηγές της καλλιτεχνικής δημιουργίας, να αγωνιά για τη θέση και τον ρόλο του καλλιτέχνη στην κοινωνία – ο Μαν επανεξετάζει εδώ το θέμα, μετά τους Μπούντενμπροκ, με τρόπο πιο σφιχτό και εστιασμένο, για να επιστρέψει φυσικά σε αυτό τόσο με το Μαγικό Βουνό όσο και με τον Δόκτορα Φάουστους».