Ανακάλυψα το σινεμά του Παναγιώτη Ευαγγελίδη όταν με την προτροπή φίλων πήγαμε, στον Μικρόκοσμο θυμάμαι, να δούμε το «Irving Park». Η παρέα μου είχε φροντίσει σοφά να μην μου δώσει παρά τα απολύτως βασικά «κλειδιά» για τον κόσμο των ντοκιμαντέρ του. Θα γινόμουν εσαεί θαυμάστρια και πιστή τους μετά από εκείνη την πρώτη φορά, όταν κυριολεκτικά κεραυνοβολήθηκα παρακολουθώντας την αγαστή συνύπαρξη στο Σικάγο τεσσάρων γκέι ανδρών άνω των 60, οι οποίοι, συζώντας ως κύριοι και σκλάβοι κι ακολουθώντας αναλόγως τους σεξουαλικούς ρόλους που έχουν επιλέξει, αποτελούν μία νέα αντισυμβατική μορφή οικογένειας.
Το αρχικό σοκ καταμεσής του, διαμορφωμένου –παρά τη βεβαιότητά μου περί του αντιθέτου– μικροαστικού μου πυρήνα, διαδέχτηκε η πλήρης προσαρμογή στο θέμα που παρά την ωμή αποτύπωση των σεξουαλικών σκηνών, ο σπουδαίος αυτός ντοκιμαντερίστας το προσεγγίζει με αντίληψη, βαθιά προοδευτικότητα κι ανθρωπιά. Ο κόσμος μας δεν είναι βέβαια μόνον στερεότυπες εικόνες ζευγαριών διαφημίσεων στις οποίες το illustration κρύβει οτιδήποτε «λοξό». Και η ανθρώπινη σεξουαλικότητα αλλά και η ανάγκη για συνύπαρξη και τρυφερότητα είναι και λοξή –δεν εξαντλείται καν στο πλαίσιο των αυτονόητων αιτημάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Το σινεμά του Ευαγγελίδη είναι τολμηρό, όσο τολμηρές όμως είναι και οι όψεις μιας ηχηρής παραδοχής της πραγματικότητας. Στην πορεία ανακάλυψα και άλλες εξίσου τρυφερές «ρομαντικές κομεντί», όπως χαρακτηρίζει το Flix τις ταινίες του Ευαγγελίδη.
Η αλήθεια είναι ότι τα ντοκιμαντέρ του πραγματεύονται κατά βάση ιστορίες αγάπης διανθισμένες και με χιούμορ. Πόσο χιούμορ μπορεί να έχει η ερωτική σχέση ενός ανάπηρου ατόμου (ενός παραπληγικού) με μία τρανς; Κι όμως, διαβάζοντας για την τελευταία ταινία του δημιουργού με τίτλο «Αλογο και Αναβάτης», που προβλήθηκε στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, η ιστορία και η σεξουαλική σχέση του Γιάννη με τη Σύλβια (που την ξέρουμε κι από προηγούμενη ταινία του Ευαγγελίδη) παρά τις συντριπτικές της δυσκολίες σε μία χώρα όπου ακόμα διαπραγματευόμαστε την ανάγκη να υπάρχουν παντού ράμπες και όπου δεν υφίσταται καμία άλλη κοινωνική πρόβλεψη ή παροχή, είναι ένα μεγαλειώδες ρομάντσο, το οποίο αστειεύεται κάποτε με τον εαυτό του.
Οσο περιμένω να το δω στο σινεμά, σκέφτομαι και κάτι άλλο. Τη βαθιά πολιτική συνεισφορά του Ευαγγελίδη, δοσμένη με τη χαρακτηριστική διακριτικότητα του ανθρώπου που ενδιαφέρεται περισσότερο για το έργο του και καθόλου για την αυτοπροβολή του. Κι όμως, ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης είναι μία περίπτωση διεθνούς πρωτοπόρου και οραματιστή κινηματογραφιστή. Εμείς, τουλάχιστον, που δεν είμαστε ΥΠ.ΠΟ., ούτε θεσμικοί, μπορούμε να του το αναγνωρίσουμε.
