Το γυμνό τοπίο της μαροκινής ερήμου μαζί με τον υπόκωφο αντίλαλο της τέκνο μουσικής μάς καθηλώνουν από την πρώτη εικόνα στην ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη Ολιβερ Λάσε, «Σιράτ», η οποία είναι υποψήφια για το Οσκαρ καλύτερης διεθνούς ταινίας. Οπως οι ρέιβερ παραδίδονται στους άγριους κραδασμούς που φτάνουν τα παλλόμενα σώματα μέσα από τη γη, έτσι και οι θεατές διαισθάνονται πως το ταξίδι αυτό θα είναι επικίνδυνο και ακαταμάχητο συγχρόνως. Οι μεν κλείνουν τα μάτια και, ξεχνώντας τον εαυτό τους, αφήνονται στη συλλογική εμπειρία έκστασης. Οι δε μοιάζουν με φύλακες που δεν μπορούν παρά να παρακολουθούν αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα ορθάνοιχτα μάτια τους, χωρίς να συμμετέχουν, με αγωνία για αυτό που προμηνύεται. «Οταν χορεύεις συνδέεσαι με τη δύναμη αλλά και την ευαλωτότητά σου», είπε ο σκηνοθέτης σε μια διαδικτυακή συνέντευξη. «Ο χορός είναι ένα εργαλείο αυτογνωσίας». Η «αυτογνωσία» όμως του «Σιράτ» νιώθουμε ότι θα έχει μεγάλο τίμημα.

«Σκέφτομαι συχνά τους αρχαίους Ελληνες», συνέχισε. «Δεν έγραφαν τραγωδίες για να διασκεδάσουν. Εγραφαν για να μετουσιωθούν. Η τραγωδία ήταν κάθαρση και το θέατρο εξαγνισμός για την κοινωνία, ένας χώρος για ενδοσκόπηση. Αυτός ήταν και ο σκοπός της ταινίας. Ηθελα οι θεατές να πειραματιστούν με την ιδέα του δικού τους θανάτου. Νομίζω ότι το να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο είναι απαραίτητο για την κοινωνική υγεία και την αληθινή χειραφέτησή μας. Αυτό εξάλλου αναζητούμε [οι δημιουργοί]. Δημιουργούμε γιατί θέλουμε να αναπτυχθούμε».
Αισθανόμαστε μια κάποια ανακούφιση όταν εμφανίζεται ο Λουίς (Σερζί Λόπεζ) με τον γιο του Εστεβαν (Μπρούνο Νουνιέζ) ανάμεσα στο εκστασιασμένο πλήθος αναζητώντας τη Μαρ, τη χαμένη κόρη και αδελφή αντίστοιχα. Η ήρεμη γλυκύτητα του πατέρα και του γιου, η ταπεινότητα εξαιτίας του χαμού του αγαπημένου προσώπου, η έλλειψη κριτικού βλέμματος από αυτούς αλλά και η αποδοχή των ρέιβερ προς αυτούς, μας προσγειώνουν προσωρινά δίνοντάς μας ένα αφηγηματικό σωσίβιο. Ο Λουίς και ο Εστεβαν αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια ομάδα σκληραγωγημένων και ηλιοκαμένων Ευρωπαίων στο επόμενο ρέιβ, κάπου στα βάθη της ερήμου, διασχίζοντας τη χωμάτινη χώρα.
Η ελπίδα πως η ταινία δεν θα μας οδηγήσει τελικά εκεί που φοβηθήκαμε στην αρχή, όταν οι χτύποι της τέκνο ανάγγειλαν κάποιο φοβερό πεπρωμένο… δεν κρατάει πολύ. Ξαφνικά εμφανίζεται μια συνοδεία στρατιωτικών φορτηγών που διαλύουν το πάρτι, εκτελώντας κάποια άγνωστη στρατιωτική αποστολή στα πρόθυρα του τρίτου παγκόσμιου πολέμου. Ο χρόνος συμπιέζεται και μας φέρνει στο κατώφλι του μέλλοντος σαν να ήταν αδιαχώριστο από το παρόν του θεατή. Μάλιστα, ο θεατής παρατηρεί πως τελευταία ό,τι ταινίες έχει δει με φουτουριστικά ή υπερφυσικά στοιχεία μοιάζουν όλο και πιο πολύ με την πραγματικότητα γύρω του που σφύζει από αντιφατικές εντυπώσεις. Κι εκείνος έχει αποκτήσει την τάση να πιστεύει την υπερβολή και την αλληγορία περισσότερο από τα καθημερινά γεγονότα, συναγωνιζόμενος με τον χρόνο, θέλοντας να φτάσει πρώτος στο τέρμα. Κάτι σαν να ζει ήδη στο μέλλον.
«Ανήκω στη γενιά που δεν πιστεύει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει προς έναν βιώσιμο προορισμό», είπε ο 43χρονος σκηνοθέτης. «Ετσι, είναι σαν να περιμένουμε. Περιμένουμε την αλλαγή. Αν δεν μπορούμε μόνοι μας να αλλάξουμε, θα μας αλλάξει ο πόλεμος … Βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου υπάρχει πολύς πόνος παντού στον κόσμο. Ολοι πονάμε. Ολοι είμαστε πληγωμένοι […] Σήμερα είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε τις πληγές μας… τις πληγές που δεν κρατάνε σημαίες, ούτε έχουν χώρα, φυλή ή κοινωνική τάξη».
Για τον Λάσε, η συνειδητοποίηση του πόνου είναι σημάδι ωριμότητας. «Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι ρέιβερ γίνονται συχνά στόχαστρο αυστηρής κριτικής. Τους θεωρούν τεμπέληδες ναρκομανείς, Πίτερ Παν που δεν θέλουν να μεγαλώσουν. Οταν όμως τους συνάντησα στο Μαρόκο, ανακάλυψα ανθρώπους πολύγλωσσους, μηχανικούς, γιατρούς… αλλά και ανθρώπους που έχουν την ωριμότητα να συνδεθούν με τον πόνο τους, με τη δύναμη και την αδυναμία τους ταυτόχρονα. […] Η ωριμότητα και η απλότητα συμβαδίζουν».
Στην έρημο, ο χρόνος κυλάει αδιάφορος. «Οταν βρίσκομαι στην έρημο, αισθάνομαι πολύ, μα πολύ μικρός και μου αρέσει αυτό», σημείωσε ο δημιουργός. «Δεν μου προκαλεί άγχος, το αντίθετο, μου προκαλεί ηρεμία. Το σώμα γνωρίζει ότι ένα λάθος εκεί μπορεί να του κοστίσει τη ζωή. Η κάθε απόφαση που παίρνει είναι ζωτικής σημασίας. Σε αυτή την κατάσταση, γίνεσαι πολύ ανοιχτός. Οι αισθήσεις ξυπνάνε, συγκεντρώνεσαι, δεν υπάρχουν αντιπερισπασμοί. […] Η έρημος είναι ένα μέρος όπου δεν υπάρχουν δέντρα ούτε βράχοι να κρυφτείς. […] Σε αναγκάζει να αυτοσυγκεντρωθείς ή να στρέψεις το βλέμμα προς τον ουρανό. Ωστόσο είτε κοιτάξουμε μέσα μας είτε τον ουρανό, είναι το ίδιο πράγμα».
«Μας αρέσουν οι δυσκολίες», πρόσθεσε αναφερόμενος στο γύρισμα μες στην έρημο. «Μας αρέσει να ανιχνεύουμε τα όριά μας και να παραδινόμαστε στη ζωή όπως έρχεται […] Η ζωή σού δίνει και σου παίρνει. Δεν σου δίνει αυτό που θες, αλλά αυτό που χρειάζεσαι».
Εγκαταλείποντας την ανθρωπότητα στις μοιραίες της διενέξεις, η μικρή φατρία των Ευρωπαίων που αρνούνται να συμμορφωθούν με τις εντολές του στρατού, μαζί με τον Λουίς και τον Εστεβαν, ξεστρατίζουν και ορμούν προς τον άγνωστο προορισμό τους. Για λίγο ακόμα ο σκηνοθέτης θα μας προτρέψει να αγαπήσουμε τους καουμπόιδες της ερήμου μόνο και μόνο για να διαλύσει τις φιλειρηνικές διαθέσεις μας αμέσως μετά, με μια αναπάντεχη τραγωδία.
Σαν τα φορτηγά που ξεστρατίζουν, στο σημείο αυτό, το «Σιράτ» αλλάζει αιφνιδιαστικά πορεία και μετατρέπεται σε μια σειρά δυστυχημάτων ανατρέποντας τα σχέδια των ηρώων και τις προσδοκίες των θεατών, ξεκαθαρίζοντάς το ταυτόχρονα πως ο τίτλος της ταινίας σκόπιμα είναι σιράτ –το καθαρτήριο ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση– σαν τον δρόμο που βρίσκει την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με τις συνέπειες της ύπαρξής της. Ξαφνικά, η απώλεια των αγαπημένων παύει να έχει σημασία. Στην αγκαλιά της μοίρας, το μόνο που απομένει είναι η γνώση της δοκιμασίας και η αποδοχή της. «Δεν θέλω να ερμηνεύσω εγώ την ταινία μου», δήλωσε ο σκηνοθέτης. «Η ταινία είναι ένας καθρέφτης. Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη».
«Ηθελα να αναδείξω την αλληλεγγύη που αναβλύζει ανάμεσα σε πολύ διαφορετικούς αλλά πονεμένους ανθρώπους», κατέληξε. «Στο τρένο, στο τέλος της ταινίας, τα πρόσωπα είναι από όλες τις μεριές του κόσμου. Οταν όμως η ζωή σε σπρώχνει προς το χείλος της αβύσσου, τότε καταλαβαίνεις ότι βρισκόμαστε όλοι μαζί στο ίδιο τρένο. […] Νομίζω ότι το μέλλον έτσι θα ’ναι. Η ζωή θα μας ρωτήσει το τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι και εμείς θα πρέπει να απαντήσουμε».
Για έναν δημιουργό σαν τον Λάσε που έχει πολύπλευρη σχέση με την τέχνη και που προτιμά να κάνει μία ταινία κάθε πέντε-έξι χρόνια ώστε να έχει τον χρόνο να εξερευνά άλλες μορφές, ήταν σημαντικό το «Σιράτ» να έχει απήχηση στο νέο κοινό: «Οταν ήμουν είκοσι χρόνων, ήμουν χαμένος. Η τέχνη και το σινεμά με έσωσαν, γιατί με έκαναν να αισθανθώ πως είχα κάτι μέσα μου. Οι παραγωγοί μου κι εγώ είπαμε να κάνουμε μια ταινία που θα καλούσε τους νέους θεατές πίσω στις κινηματογραφικές αίθουσες. Γιατί πιστεύουμε στους ναούς του σινεμά».
