ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βάση Παναγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μερικά χρόνια τώρα που στο μικρό χωριό της ορεινής Αρκαδίας από όπου έλκω τη μία ρίζα καταγωγής μου, η φιλοξενία των γερόντων –τις άδειες από κόσμο καθημερινές της εβδομάδας– στο μοναδικό καφενείο του χωριού δεν υφίσταται πια. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου-ταβέρνας, μα στην ουσία κέντρου της ζωής του χωριού –μια και βρίσκεται στην πλατεία όπου καταλήγει ο δρόμος που οδηγεί τους επισκέπτες από τον κύριο δρόμο στην καρδιά του χωριού– αποφάσισε ότι θα το λειτουργεί μόνο τα σαββατοκύριακα που η περιοχή παίρνει γερή δόση τουριστικής ανάσας.

Ετσι, οι γέροντες και οι λιγοστοί νεότεροι που κατοικούν εκεί μόνιμα αναγκάζονται να πηγαίνουν στα διπλανά χωριά, όσοι έχουν κάποιον βέβαια να τους πάει, γιατί η ζωή στην επαρχία –παρότι το χωριό μου δεν είναι απομονωμένη περιοχή– δεν είναι όπως στην Αθήνα. Δεν περνάνε λεωφορεία κάθε τρεις και λίγο και αν περνούν, περνούν έξω από το χωριό. Που σημαίνει ότι πρέπει να περπατήσεις μέχρι εκεί και να περιμένεις κάποιο περαστικό αυτοκίνητο να σταματήσει να σε πάρει. Ναι, στην επαρχία λειτουργεί ακόμη η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη –οι έχθρες έχθρες, αλλά οι ανάγκες πρωτεύουν–, γιατί μέσα από τη συνεργασία ευνοούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλοι.

Δεν μπορεί βέβαια κανείς να κατηγορήσει έναν ιδιοκτήτη καταστήματος που δεν θέλει να έχει αυξημένα έξοδα μια άδεια από επισκέπτες εβδομάδα μόνο για να σερβίρει τέσσερις ανθρώπους κάθε πρωί. Ομως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι το κέντρο της ζωής ενός χωριού είναι η πλατεία. Οσοι έχουν χωριό και το ζούνε –έστω και μόνο το καλοκαίρι–, το γνωρίζουν αυτό. Εκεί συναντώνται όλοι το πρωί, εκεί αποχαιρετούν τη μέρα. Από εκεί περνούν όλοι, βγαίνοντας από τα σπίτια τους να πάνε στη δουλειά, στο σχολείο (στο διπλανό χωριό φυσικά) τα παιδιά, στα ζώα τους –έχουν μείνει κάνα δυο τσοπαναραίοι–, εκεί μαθαίνουν τα νέα ο ένας του άλλου και εκεί είναι που χτυπούν «παρουσία», δηλώνουν παρόντες στην καθημερινότητα της ζωής. Το καφενείο-ταβέρνα συνεπώς, που μετρά χρόνια λειτουργίας σχεδόν όσα και τα χρόνια ύπαρξης του χωριού, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού της ζωής των εκεί ανθρώπων. Και για αυτό ζητούν επίμονα μια λύση. Που έχει βρεθεί. Αλλά ο δήμος –που δεν θα χρεωθεί τίποτα επιτρέποντας να λειτουργήσει ένας αυτοδιαχειριζόμενος χώρος (βλ. Λάστα) σε χώρο δημοτικό της πλατείας (που προέρχεται από δωρεά κατοίκων κι έχει μεταβιβαστεί στην κοινότητα/δήμο)– κωφεύει και παρατηρεί μονάχα τα χωριά να αδειάζουν από κάθε ελπίδα νεότητας, δημιουργίας. Αρκείται στα σαββατοκύριακα. Τα Σάββατα περιμένουν και οι γέροντες για να πάρουν μια ρουφηξιά καφέ, ζωής. Αλλωστε τα Σάββατα γιορτάζουμε την Ανάσταση και μέχρι τότε ζούμε/ζούνε επ’ ελπίδι Αναστάσεως!