Δεν υπάρχει μόνο ένας Πιερ Πάολο Παζολίνι. Το οξύ βλέμμα στο μνημειώδες έργο του, που παράγεται σε ένα ολοκληρωτικό βιογραφικό τόξο (ήταν πενήντα τριών ετών όταν, ακριβώς πριν από μισό αιώνα, δολοφονήθηκε), επιστρέφει. Ο Παζολίνι όχι μόνο λυπάται τον εαυτό του αλλά τολμά, στοιχηματίζει, αυξάνει. Στο ημιτελές και μεταθανάτιο «Πετρέλαιο» υπάρχει ίσως το πιο ακραίο σημείο της έρευνας: ένα μυθιστόρημα-δοκίμιο, στρωματοποιημένο, ευμετάβλητο, το οποίο συγκρατεί την ίδια στιγμή τη σχεδόν φανταστική αφήγηση, την έρευνα, τον λυρισμό, τη φωτογραφία. Εκκεντρικό ανάγνωσμα αλλά χρήσιμο για να μην αναγάγουμε τον Παζολίνι σε κλισέ, μη ευτελίζοντάς τον. Φυσικά, έχει το δικό του ρωμαϊκό δίπτυχο που είναι ένα ουσιαστικό ανάγλυφο για τη ζωή στις παραγκουπόλεις όλα αυτά τα πενήντα χρόνια («Παιδιά της ζωής» και «Μια βίαιη ζωή»), στα οποία προστίθενται τα σενάρια των «Accattone» και «Mamma Roma», που αποστάζουν αυτά τα μυθιστορήματα και τα προβάλλουν στο λευκό και φωτεινό μαύρο των δύο αριστουργηματικών ταινιών.
Υπάρχουν όμως πολλοί και διαφορετικοί κόσμοι: αυτός του κλασικού μύθου που επανεξετάζεται στη «Μήδεια» και στον «Οιδίποδα τύραννο» και μια ανησυχία, αυτή των Γραφών (η ποιητική επανεφεύρεση του «Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου»). Και πάλι: η διφορούμενη σύγχρονη αστική τάξη αντανακλάται και διαθλάται στο «Θεώρημα». Το αισθησιακό όνειρο και η αλήθεια τού Αλλού, Ινδία: «Η αίσθηση της Ινδίας», βιβλίο-καθρέφτης αυτού που έγραψε ο Αλμπέρτο Μοράβια «Μια ιδέα της Ινδίας». Ηταν ο Μοράβια που τη ζοφερή ημέρα της κηδείας του φίλου στη Ρώμη, στο Campo de’ Fiori, με έναν κόμπο στον λαιμό, επαναλάμβανε ότι ο Παζολίνι «Ηταν πρώτα και κύρια ένας ποιητής».
«Οι στάχτες του Γκράμσι», όπως και το «Ποίηση με τη μορφή τριαντάφυλλου» είναι μια εκθαμβωτική δειγματοληψία της ποιότητας του ποιητή: μόνιμος διάλογος με την παράδοση, επιδέξιος στην κλειστή, εμπνευσμένη μορφή που λειαίνεται όταν επιλέγει τον δρόμο του λυρικού, του ελεγειακού ή του πηγαίου ταλέντου. Ισως κανείς σαν αυτόν, μεταξύ των Ιταλών συγγραφέων του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, έχει βιώσει κάθε εκφραστική δυνατότητα: ποίηση σε διάλεκτο, ποίηση στα ιταλικά, δημοσιογραφική πεζογραφία, λογοτεχνική κριτική, ρεπορτάζ, θέατρο, κείμενα για τον κινηματογράφο, δημοτικά τραγούδια. «Παντού με το πάθος του για τα πάντα», όπως έγραψε ο ποιητής Andrea Zanzotto γι’ αυτόν.
Από το «Παιδιά της ζωής» και το «Πετρέλαιο» ώς τα «Κουρσάρικα γραπτά», ένα πολύπλευρο και συγκλονιστικό έργο. Μυθιστορήματα, κινηματογράφος, ποίηση – ο Παζολίνι που μας λείπει.
Ετρεχα στο λασπωμένο δειλινό
Πάνω στην ξηλωμένη
άσφαλτο, μες από μπαλώματα αψιάς
απ’ τις ακαθαρσίες χλόης κι αλάνες
μαυρισμένες απ’ τη λάσπη -που η βροχή τους ξέθαβε
μια μολυσμένη ζεστασιά – οι ποδηλάτες
που άλλαζαν δρόμο, τα φορτωμένα με ξυλεία
βαριά καμιόνια χανόντουσαν
κάθε τόσο στα βάθη προαστίων,
όπου τα μπαρ είχαν ανάψει κιόλας
τις φωτεινές επιγραφές τους, και κάτω απ’ το λείο
τοίχο μιας εκκλησίας τεντώνονταν προκλητικοί οι νεαροί.
Γύρω από τους λαϊκούς
ουρανοξύστες, που ’χαν γεράσει κιόλας, τα σάπια περιβόλια
και οι φάμπρικες γεμάτες γερανούς σταματημένους
ακινητούσαν σε πυρετώδη μέσα σιωπή.
Μα λίγο πιο πέρα από το φωτισμένο κέντρο,
πλάι στη σιωπή αυτή, ένας μπλε ασφαλτοστρωμένος
δρόμος, ολάκερος φαινόταν βυθισμένος
σε μια ζωή αποξεχασμένη κι έντονη
όσο και παλιά. Αν κι αριά, λάμπανε
τα φανάρια μ’ ένα φως διαπεραστικό,
και τα παράθυρ’ ανοιχτά ακόμα
λευκάζαν από τ’ απλωμένα ρούχα –που σάλευαν
απ’ τις εσωτερικές φωνές.
Γριές γυναίκες
καθόντουσαν στα κατώφλια, και καθαρά
μες στις φορμίτσες και στα παντελονάκια
που γιορτινά θα τα ’λεγες, τ’ αγόρια αστειεύονταν
αγκαλιασμένα ωστόσο μεταξύ τους, με φιληνάδες
πιο ώριμες από αυτά.
Ολα ανθρώπινα
στο δρόμο τούτο, κι οι άνθρωποι σαν να γαντζώνονταν
γερά από κάτι, απ’ τα δωμάτιά τους μέχρι έξω,
με τα κουρέλια τους, με τα δικά τους φώτα…
■ «Ανέκδοτα ποιήματα» (1975), μετάφραση Φ. Γκικόπουλος
