Εχουμε υποστηρίξει κατ’ επανάληψη ότι ο έλεγχος, η «κυβέρνηση» του διάχυτου και αόρατου -ευρισκόμενου παντού και πουθενά κατά τον Κ. Τσουκαλά-, αλλά δικτυωμένου ως (όχι κεντρική) εξουσία με διάσπαρτους πυρήνες και κέντρα μεγα-συστήματος-τέρας, εφιαλτικά τεχνο-ψηφιακού και νεογραφειοκρατικού, με τον υπερκαπιταλισμό στο κέντρο του, είναι πλέον αδύνατη. Τούτο έχει καταλήξει ολοκληρωτικό και ολοπαγές στην πολιτική, οικονομική/τεχνο-χρηματιστική διάστασή του, αδιαπέραστο από κανόνες και ουσιαστική λειτουργία θεσμών. Ως εκ τούτου ακόμα κι αν υπάρχουν (ελάχιστες και αποσπασματικές) καλές προθέσεις για αλλαγή πορείας και έστω αλλαγής των πρακτικών και θεσμών, κάτι τέτοιο φαίνεται αδύνατον πλέον σε ένα πολυπλόκαμο αλλά και τελικά συνασπισμένο μεγα-σύστημα με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και κυρίως τη δυναμική του. Τούτο μπορεί να περιορίζεται μόνο σε βελτιώσεις στο πλαίσιο της μετα-πολιτικής (και μετα-δημοκρατικής) «διακυβέρνησης» για τη δική του κυρίως διαιώνιση, αλλά χωρίς ουσιαστική-δομική-ριζική και μακροπρόθεσμη αλλαγή της συνολικής πορείας μπροστά στα τερατώδη, επείγοντα, πολυκρισιακά και αλληλοσυμπλεκόμενα προβλήματα. «Πολυκρίση» που αποτυπώνει την αρπακτικότητα του παραπάνω μεγα-συστήματος ολετήρα. Ουσιαστική πολιτική απόφαση δεν υπάρχει.
Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας μετα-πολιτικής και μετα-δημοκρατικής διακυβέρνησης γίνεται λόγος για μείωση ή και πλήρη μετάλλαξη της πολιτικής, της έκτασης και του ρόλου της ως συγκρουσιακού, κυρίως αξιών, πεδίου, υπέρ της επικοινωνίας, της εικόνας και της εντύπωσης και επικράτηση των προσωποπαγών αρχηγικών-ηγετικών και «ιδιοκτησιακών» κομμάτων. Αυτά σε μια «συγκλίνουσα εξέλιξη» προγραμματικά και ιδίως στρατηγικά, υποκύπτοντας από τη δεκαετία του ‘90 στον νεοφιλελευθερισμό και ειδικότερα στον εκσυγχρονισμό, ελάχιστα διαφέρουν. Παράλληλα παρατηρείται μείωση ή υποβάθμιση επίσης του ρόλου της νομοθετικής εξουσίας (του κοινοβουλίου) υπέρ της ανεξέλεγκτης εκτελεστικής εξουσίας αλλά και υπέρ των δικαστών – «κυβέρνηση δικαστών» με ταυτόχρονη υποχώρηση-υποβάθμιση του κεντρικού, «δημόσιου» και πυραμιδικού ιεραρχικού κράτους. Στο νέο αυτό πλαίσιο η πολιτική διακυβέρνηση αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά εταιρικού μάνατζμεντ – με το κράτος ως επιχείρηση.
«Ανθρωποι σαν κι εμάς, Μονσερόν, εξασφαλίζουν την τάξη των πραγμάτων» (ο δούκας Σαμφόρ την παραμονή της πτώσης της Βαστίλης στην ταινία «Delicieux» του Eric Besnar)
Η έννοια της διακυβέρνησης, την οποία πρωτοσυναντάμε στη Γαλλία τον 18ο αιώνα ως συνώνυμη της κυβέρνησης, προωθήθηκε τη δεκαετία του ‘90 ταυτόχρονα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού από την Παγκόσμια Τράπεζα για τις χώρες του Νότου μέσω τοπικών ΜΚΟ και στο πνεύμα αφενός μιας νεο-τεχνο-διαχειριστικής στην υπηρεσία του νεοφιλελευθερισμού συμμετοχής και αφετέρου στο πνεύμα ή ως μέρος της «συναίνεσης της Ουάσινγκτον». Μεταπήδησε με τα ίδια «ουδέτερα» νεο-τεχνοδιαχειριστικά χαρακτηριστικά και αρχές στο εσωτερικό των αστικών μεταφορντικών κρατών και της μετα-δημοκρατίας με αυταρχικά και ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, αλλά και στο λεξιλόγιο της Ε.Ε. (Δ. Μπελαντής, 2008).
Στη διακυβέρνηση υποτίθεται ότι ο διάλογος και η διαβούλευση με μια σειρά άλλων δρώντων προηγείται της λήψης μιας δημόσιας απόφασης. Ομως οι συμμετοχικές-διαβουλευτικές αυτές διαδικασίες επέχουν θέση κυρίως επικοινωνιακής διαδικασίας συνοδευτικής του συγκεκριμένου τύπου (μετα)πολιτικής σχετικά με μια προειλημμένη απόφαση. Στο συστημικό πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου της διακυβέρνησης επιχειρείται, με διάφορες γλωσσικές τεχνικές-κατασκευές και δήθεν συμβιβασμούς και συμψηφισμούς αλλά και επικοινωνιακή χειραγώγηση, η παράκαμψη και η μη αποδοχή της αλήθειας αλλά και του κρίσιμου διακυβεύματος. Ετσι τέτοιες διαδικασίες που να απολήγουν μετά από ουσιαστική διαβούλευση και ανοιχτό/άμεσο/δημόσιο/ζωντανό διάλογο με τους πολίτες σε δεσμευτικές εξουσιαστικές αποφάσεις σε κρίσιμα πολιτικά, οικονομικά, οικολογικά αλλά και τεχνολογικά, ηθικά θέματα στο ισχύον σήμερα θεσμικό «σύστημα» δεν είναι εφικτές. Οι αποφάσεις, προειλημμένες, λαμβάνονται μακριά από τους πολίτες και ερήμην αυτών.
Ο δημόσιος αυτός διάλογος, ο οποίος στο πλαίσιο της διακυβέρνησης έχει τεχνικοποιηθεί, έχει ιδιοποιηθεί από την οικονομική εκμεταλλευτική ολιγαρχία. Ολιγαρχία η οποία πέρα από κυρίαρχη οικονομική υπερ-τάξη στο πλαίσιο του προσοδούχου σήμερα υπερ-καπιταλισμού συνιστά και μια «θεσμοθετημένη κοινωνιακή τάξη», όπως παλιά η φεουδαρχία. Αυτή η διεθνής τεχνοκαινοτομική και χρηματιστική, εν πολλοίς παρασιτική αλλά συνασπισμένη ελίτ αποφασίζει πίσω από κλειστές πόρτες συνιστώντας εκδοχή άτυπης παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Είναι αυτή συνεπώς που κατευθύνει την ημερήσια διάταξη του διαλόγου. Σε τούτο συμβάλλει και η γνωστή παραχάραξη από την ίδια τάξη του αρχικού – καταστατικού νοήματος των λέξεων και διαστροφή των εννοιών και σημασιών με χρήση όρων προς ίδιον συμφέρον. Αόριστες, συνήθως όμως ωραίες και εύηχες, λέξεις επινοούνται σπέρνοντας τη σύγχυση στη σκέψη και στη δράση. Η διακυβέρνηση του νεοφιλελευθερισμού αποτελεί τη μεγαλύτερη μετά τον πόλεμο επιχείρηση επικοινωνιακής προπαγάνδας στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Από την άλλη το δίκαιο γίνεται ανισότιμα «διαπραγματεύσιμο, συναλλακτικό», ρευστό, και «φλου» (όπως και η διάκριση ιδιωτικού – δημοσίου), άμεσα συναρτημένο με τα ιδιωτικά (οικονομικά ολιγαρχικά) συμφέροντα, τα οποία εισέρχονται πλέον φυσιολογικά στη «δημόσια και κρατική εξουσία». Παράλληλα με την τακτική Δικαιοσύνη αναπτύσσονται και μορφές ιδιωτικής Δικαιοσύνης των μεγάλων και μη ελέγξιμων πολυεθνικών και ομίλων που εξουδετερώνουν τους νόμους, όπως η (αδιαφανής και κλειστή) ιδιωτική διεθνής διαιτησία. Πρόκειται για «δικαιοσύνη του κεφαλαίου».
Και τούτα στο πλαίσιο ενός αξιακού και δικαιικού σχετικισμού, αλλά και της κατασκευασμένης αλήθειας με το διεθνές δίκαιο κυρίως τα τελευταία τριάντα χρόνια να κουρελιάζεται υπέρ του δικαίου της υλικής ισχύος. Κλασικοί διεθνείς (αλλά και εσωτερικοί) θεσμοί υποβαθμίζονται ή αχρηστεύονται με τη σύσταση-διορισμό από την κατ’ ευφημισμό «διεθνή κοινότητα» των συμφερόντων και της ισχύος διεθνών επιτροπών και συμβουλίων (ειρήνης, συνεργασίας και αποκατάστασης κ.λπ.). Δεν πρόκειται για έναν νέο κόσμο, για μια «νέα τάξη», όπως παλιότερα λεγόταν, πραγμάτων. Μια τέτοια προϋποθέτει επίσης, στοιχειωδώς τουλάχιστον, ουσιαστική και σταθερή συνεργασία, συλλογικούς κανόνες , δικαιικές αξίες και θεσμούς. Η παλιά παγκόσμια γεωοικονομική τάξη και γεωπολιτική έχει τελειώσει και τίποτα το νέο (εκτός εάν πρόκειται περί μετονομασμένου χάους και αταξίας) δεν προοιωνίζεται. Ισως όμως τελικά να αποτελεί προμήνυμα για ιστορική «ριζική και καθολική» αλλαγή εποχής.
Αντίθετα, πρόκειται για ένα «ταξίδι στα τυφλά» χωρίς προβλεψιμότητα, έχοντας στο τιμόνι αποκλειστικά αυτή τη φορά (μετά τον Δεύτερο Πόλεμο) ανεξέλεγκτα και αυταρχικά πρόσωπα-ηγέτες έως και «δημοκρατορικά», αν όχι καθαρά δικτατορικά ή νεοφασιστικά και μάλλον ναρκισσιστικά προφανώς διαταραγμένα. Ηγέτες μέτριου ή και χαμηλού επιπέδου (εκλεγμένοι… δημοκρατικά βέβαια!) σ’ ένα υπερσυντηρητικό ή και εθνικιστικό υπόβαθρο, χωρίς θεσμικά ή κοινωνικά, αλλά ούτε και κινηματικά τελικά «λουριά», εκτός των εξεγέρσεων, ως συμπτώματα της παραπάνω χαοτικής και ολοκληρωτικής (στην ουσία μη) διακυβέρνησης.
* Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πάτρας
