ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Βούζης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα ξεκινήσω αντίστροφα. Με την απολύτως θετική αποτίμηση της ανθολόγησης των ποιημάτων του Γιάννη Σκαρίμπα από τον Συμεών Σταμπουλού (το Στέφανος Γιονάς είναι ψευδώνυμο). Βιβλίο το οποίο διακρίνεται για την ακαδημαϊκή αρτιότητα, τη διαύγαση του αντικειμένου του και την ελκυστικότητα, η οποία προκύπτει από την αγάπη του συγγραφέα για το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτή η πληρότητα αναδεικνύεται και μόνο με την απλή παράθεση των τίτλων των μερών στα οποία χωρίζεται η ανθολόγηση: «Προλόγισμα», «Ανθολόγηση», «Αθησαύριστα και δημοσιευμένα –εκτός κανόνος– ποιήματα (1936-1977)», «Παράρτημα, πεζά (1933-1965)», «Σχολιασμός και επισημειώσεις», «Γλωσσάρι», «Εργοβιογραφικά», «Πηγές», «Βασική βιβλιογραφία», «Εικονογραφικό παράρτημα».

Στο κείμενό του για την παρουσίαση του βιβλίου (το κείμενο έχει τώρα αναρτηθεί στον ιστότοπο Culturebook), ο Κώστας Βούλγαρης θέτει τα πράγματα σε ένα διαφωτιστικό σχήμα: η μετάβαση στον μοντερνισμό είχε ξεκινήσει με τον Καβάφη, τον Βάρναλη, τον Καρυωτάκη και αρκετούς ακόμα. Την ανάσχεσή της προκάλεσαν οι μεγαλοαστοί εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, οι οποίοι εισήγαγαν τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο Σκαρίμπας συμμετείχε στην πορεία αυτής της οργανικά ενσωματωμένης στη νεοελληνική κοινωνία μετάβασης, συμβάλλοντας στη συνέχισή της. Σε τι έγκειται η συμβολή του θα προσπαθήσω να αναλύσω παρακάτω, συμμορφούμενος, στα περισσότερα σημεία, προς την προσέγγιση του Σταμπουλού, στο «Προλόγισμά» του.

Ως ανύποπτος κάθομαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα / οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου –φιόρα μου όλα πλατύφυλλα– / κάθε μια της ζωής μου ήταν –κει– στραβομάρα / κάθε γκάφα μου ή τύφ-λα… // […] Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία / ε α υ τ ο ύ λ η δ ω ν (τούτοι μου) να μοιράσουν σαν λύκοι / μεταξύ τους –για ρόλους των– κάθε μια μου αηδία / κάθε τι ρεζιλίκι… // Κι είμαι γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης / και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες). / Να, μ’ αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις / με κραυγές και με τούμπες!… […] («Στάδιον δόξης», Εαυτούληδες, σελ. 94-95).

Ο Σκαρίμπας εμμένει στα ρομαντικά και νεορομαντικά θέματά του και μοτίβα, τον ματαιωμένο έρωτα, την αναχώρηση, τον λυτρωτικό θάνατο. Διατηρεί, επίσης, την παραδοσιακή φόρμα, το μέτρο και τη ρίμα. Μοιάζει να μην μπορεί να ξεφύγει από αυτά. Και, συνειδητοποιώντας το, τι κάνει; Αντί να αποπειράται να εγκαταλείψει την περιοριστική περιοχή του, εκτελεί την αντίστροφη κίνηση. Επιστρέφει ξανά και ξανά εντός αυτής της περιοχής. Με τέτοια ορμή, μάλιστα, ώστε να καταλήγει στην πρόσκρουση. Τα προηγούμενα συνιστούν, βέβαια, μεταφορές. Που αντιστοιχούν στο γεγονός ότι ο Σκαρίμπας αγαπά και μισεί την κατάστασή του. Είναι ένας βέρος αποσυνάγωγος, ο οποίος εκτιμά την περιθωριοποιημένη ιδιαιτερότητά του και, συγχρόνως, έχει την επίγνωση ότι πρόκειται για μια περιθωριοποιημένη ιδιαιτερότητα, μακριά από την αριστοκρατία της αθηναϊκής μητρόπολης, η οποία μετακενώνει τα νέα ευρωπαϊκά ρεύματα. Αρνείται, λοιπόν, να υιοθετήσει τις τάσεις τις οποίες εισάγει η μετακένωση. Επιμένει να γράφει την «επαρχιακή» ποίησή του, στο πλαίσιο, όμως, μιας αυτοκαταστροφικής διαδικασίας. Εδώ, η λέξη «αυτοκαταστροφή» προσλαμβάνει μια ειδική σημασία. Σημαίνει ένα εξελισσόμενο, με τον χρόνο, σύνολο τεχνικών αποδόμησης τόσο των μοτίβων και των θεμάτων που εμμένουν όσο και της διατηρούμενης παραδοσιακής φόρμας. Δηλαδή, ο Σκαρίμπας, από τη μια, παραδέχεται την αδυναμία του να ξεφύγει από τη ρομαντική και τη νεορομαντική γοητεία και, από την άλλη, εφαρμόζει μια ολοένα ενισχυόμενη ποιητική ακύρωσης των αποτελεσμάτων αυτής της γοητείας. Οταν τον διαβάζω, μου δημιουργείται η εντύπωση πως, σε μια πρώτη φάση, έχει συνθέσει ένα ποίημα τυπικό για την πρώτη δεκαετία του Μεσοπολέμου ή και για μια παλαιότερη περίοδο, στο οποίο, στη συνέχεια, επιτίθεται σε κάθε επίπεδο, λεκτικό, μετρικό, νοηματικό, προκειμένου το ποίημα, κατεστραμμένο πλέον, να αντιπροσωπεύει την τελική μορφή. Με το ύφος και τις τεχνικές του δεν ανοίγεται απλώς στον μοντερνισμό. Τον διανύει και φθάνει μέχρι το μεταμοντέρνο.

Συνεπώς, συναντάμε το παράδοξο: παρωχημένο περιεχόμενο και κλασική φόρμα τα οποία καταλύονται από μια πολύ προχωρημένη πρακτική αναίρεσης της ποιητικής σύνθεσης. Η κατασκευή του ποιήματος στρέφεται ενάντια στο ίδιο, με συνέπεια να ισοδυναμεί με αντι-κατασκευή και παρωδία του. Παρωδία, επιπλέον, καρναβαλική. Γιατί ο Σκαρίμπας φαίνεται να διασκεδάζει την «αποτυχία» του στη γραφή όσο ο κατοπινός του Νίκος Καρούζος διασκέδαζε την αποτυχία του στην ύπαρξη. Οργανώνει, λοιπόν, μια ουτοπική απόδραση, διοργανώνοντας ένα μπαχτινικό καρναβάλι διασυρμού και ανατροπής της τέχνης την οποία δεν μπορεί να εγκαταλείψει. Σε μερικές περιπτώσεις, η παρωδιακή αποδιάρθρωση αγγίζει τα όρια αυτού το οποίο στην επιστήμη ονομάζεται «ιδιομορφία» ή «μοναδικότητα» (singularity). Μια κατάσταση όπου οι νόμοι και οι κανόνες δεν έχουν πλέον ισχύ και η οποία εκφράζει, ακριβώς, την ιδιοπροσωπία, το αταξινόμητο και τη μοναχικότητα του ποιητή Γιάννη Σκαρίμπα.

* Ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, ομηριστής