Δημοσίως ο Χάρης Κατσιμίχας εμφανίζεται και μιλάει περισσότερο κι από σπάνια. Σχεδόν ποτέ. Δεν είναι όμως αναχωρητής. Ας πούμε από αυτή τη συνέντευξη γίνεται σαφές -το λέει καθαρά άλλωστε- πως η συνειδητή σιωπή του δεν είναι κενό και σκοτεινή άβυσσος, αλλά «χώρος που μέσα του γεννιούνται πράγματα». Δεν είναι απουσία παρατήρησης κι απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο. Είναι αντίδοτο στον θόρυβο.
Σ’ αυτή τη συνθήκη της γόνιμης σιωπής ο ίδιος μελοποίησε το 2019 οκτώ ποιήματα, του Αργύρη Χιόνη, του Γιάννη Βαρβέρη και του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, τριών δηλαδή από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς του ’70. Μετά, ζήτησε από τον Χρήστο Θηβαίο να τα τραγουδήσει. Κι έτσι προέκυψε η δισκογραφική συνεργασία «Από τους κήπους των ψιθύρων» που κυκλοφόρησε τότε από το «Ογδοο», περιλαμβάνοντας σε μία από τις μελοποιήσεις αυτήν για «Τα έπιπλα», του Παπαγεωργίου, το δώρο της κοινής ερμηνείας μαζί με τον Χρήστο Θηβαίο και των δύο Κατσιμιχαίων αλλά και του Θάνου Μικρούτσικου. «Τώρα που ο δίσκος έκανε ανενόχλητος τον κύκλο του τον ξαναεμπιστεύομαι στο γειτονάκι και φίλο μου Θανάση Συλιβό (εκδόσεις Μετρονόμος) αυτή τη φορά με τίτλο “Μονόλογος στην ανηφόρα”. Από τη μεριά μου, δεν υπάρχει κανένα περαιτέρω ζητούμενο. Ο παρών δίσκος βγαίνει -και- με τη δικιά μου φωνή για όσους τυχόν θελήσουν να τον έχουν σπίτι και να τον ακούνε -και- έτσι», εξηγεί απλά ο Χάρης για τα οκτώ τραγούδια που κυκλοφορούν τώρα από τον «Μετρονόμο» με τη δική του φωνή και τίτλο αυτή τη φορά δανεισμένο από το ομότιτλο ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη.
Θεωρώ γενναίο όποιον επιμένει να μιλά χαμηλόφωνα μέσα σε έναν κόσμο που ουρλιάζει
Εχοντας το προνόμιο -χάρη στον πολιτιστικά πολύτιμο και διακριτικό Συλιβό του «Μετρονόμου»- αυτής της συνέντευξης, άκουσα πολλές φορές και τις δύο εκδοχές. Ναι, ο Θηβαίος τα ερμηνεύει μ’ αυτήν την ισορροπημένη θεατρικότητα και γνώση της θαυμαστής ισορροπίας. Ο Χάρης όμως μου χάρισε όχι μόνον την ακρίβεια του ποιητικού λόγου και το βάθος των νοημάτων, αλλά και κάτι πολύ δικό μου: τη νοσταλγία αυτής της φωνής που καθόρισε το ελληνικό τραγούδι κι εμάς τους ακροατές του και τα χρόνια της νεότητάς μας και την επαφή μας με τη μουσική γενικώς σε μία σχέση που παραμένει ανεξίτηλη κι αδιαπραγμάτευτη.
● Το 2019 επιλέξατε τη φωνή του Χρήστου Θηβαίου. Τι άλλαξε σήμερα, ώστε να νιώσετε την ανάγκη να πείτε αυτά τα τραγούδια με τη δική σας φωνή, χωρίς φίλτρα, χωρίς ερμηνευτικό «προστατευτικό δίχτυ» με τον τρόπο των Κατσιμιχαίων που μας είναι αυτομάτως οικείος;
Ο Χρήστος τραγούδησε τις μελωδίες μου με τρόπο άψογο. Δεν είχα τίποτα περισσότερο να προσφέρω / προσθέσω εγώ, τραγουδώντας ξανά. Απλά, μια και υπήρχαν -ήδη από τότε- και με τη φωνή μου, σκέφτηκα ότι ενδεχομένως να υπάρχουν άνθρωποι που θα ήθελαν να ακούσουν το συγκεκριμένο υλικό τραγουδισμένο και από εμένα. Αυτό είναι όλο.
● Ο ποιητής της σιωπής και της πολιτικής σκέψης Αργύρης Χιόνης. Ο ποιητής της αμφισβήτησης, της μοναξιάς και της οξείας κριτικής παρατήρησης Γιάννης Βαρβέρης. Ο ποιητής «βυθοσκόπος της ύπαρξης» Κώστας Παπαγεωργίου. Ολοι γενιά του ’70 με τα οράματα, τα τραύματα και τις διαψεύσεις της γενιάς τους. Τι σας συνέδεσε μαζί τους εκτός από τη γενιά;
Παρ’ ότι ηλικιακά ανήκω σε μεταγενέστερη γενιά, η ποίηση αυτών των υπέροχων παραμυθάδων ήταν που με συνέδεσε μαζί τους. Ηταν άνθρωποι που τόλμησαν να βάλουν κατσαρίδες, έπιπλα, στοιχεία της φύσης -βροχή- να μιλάνε, όχι για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα, αλλά για να την πουν πιο αληθινά. Αυτό τους το χάρισμα, να μετατρέπουν το «αδύνατο» σε οικείο και το καθημερινό σε ανυπόφορα αληθινό ήταν που μου γέννησε την ανάγκη να τους μελοποιήσω.
● Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά εκείνης της γενιάς; Τι απέγινε; Πού είναι σήμερα; Κι από τον Μάη του ’68 μέχρι την πτώση της χούντας τι απέμεινε από τους μεγάλους αγώνες της εποχής της;
Αυτή η γενιά ποιητών, ανδρώθηκε μέσα στη δικτατορία. Οταν επιτέλους μίλησε, το έκανε -πρώτον- χωρίς να κουνάει το δάχτυλο σαν καθοδηγητής και -δεύτερον- μίλησε με φωνή τρεμάμενη από αμφιβολία και πολλές φορές με απροκάλυπτη ειρωνεία. Μπουχτισμένοι από τα μεγάλα λόγια, διάλεξαν σαν μπούσουλα και σαν τελικό τους ζητούμενο, την ειλικρίνεια. Κάτι που -και- σαν στάση ζωής, κοστίζει ακριβά.
Ο Μάης του ’68, η πτώση της χούντας και όλο το μεσοδιάστημα δεν άφησαν την αίσθηση της «νίκης», αλλά την επίγνωση ότι η ελευθερία δεν κερδίζεται μία φορά και για πάντα. Κάθε μέρα που ξημερώνει αρχίζουν όλα από την αρχή. Ακόμα κι αν οι συλλογικές ουτοπίες υποχώρησαν, έμεινε η ευθύνη του καθενός να μην παραδίδει τη ζωή του αμαχητί· πράγματα που μπορεί βέβαια να μην ακούγονται τόσο «φαντεζί», αλλά είναι πολύ πιο δύσκολα και ίσως πολύ πιο αληθινά.
● Από τη Ρίτα Μπούμη-Παπά στον Πόλυ Κυριάκου, αλλά και Νίκο Καββαδία και Λένα Παππά κ.ά. πάντα στις δουλειές σας προτείνατε μια μελοποίηση ενός ή περισσότερων σπουδαίων ποιητών. Γιατί;
Ημουν από 17 χρόνων φανατικός οπαδός της άποψης του Μίκη Θεοδωράκη «κατεβάζουμε την ποίηση στον λαό, μελοποιώντας την». Αυτό είναι όλο. Με είχε ψήσει αυτή η άποψη. Την πίστευα και την πιστεύω ακόμα.
● Γιατί προτιμήσατε τη σιωπή κι εσείς όπως αυτοί οι ποιητές που αγαπάτε; Τη σιωπή και την απομάκρυνση από τον δημόσιο βίο σε ό,τι σας αφορά; Και κάτι ακόμα: αυτή η σιωπή είναι παραδοχή της ήττας ή ωριμότητα; Είναι πολιτική στάση ή προσωπική κόπωση; Είναι προσωπική ανάγκη ή μια στάση απέναντι στον τρόπο που λειτουργούν σήμερα η κοινωνία, η μουσική βιομηχανία και ο δημόσιος λόγος;
Η γενιά των ποιητών που αγαπώ δεν αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο. Αποσύρθηκε από τον θόρυβο! Και αυτό -έτσι όπως εγώ το καταλαβαίνω- είναι πολιτική στάση. Οχι κομματική, αλλά ανθρώπινη· απέναντι σε μία κοινωνία που σχεδόν σταμάτησε πλέον να ακούει. Απέναντι σε μια μουσική βιομηχανία που ζητά εικόνα πριν τη φωνή και βαβούρα αντί για νόημα. Δεν φύγαμε. Μείναμε στη δουλειά μας. Στο τραγούδι, στο ποίημα, στο μέτρο. Γιατί η σιωπή, όταν είναι συνειδητή, δεν είναι κενό. Είναι χώρος, που μέσα του γεννιούνται πράγματα που αντέχουν στον χρόνο.
● Η ποίηση των Χιόνη, Βαρβέρη και Παπαγεωργίου δεν καταγγέλλει ευθέως. Υπονομεύει. Σας ενδιέφερε αυτή η μορφή πολιτικής που δουλεύει αργά, υπόγεια, μέσα στον χρόνο;
Η ποίηση του Βαρβέρη, του Χιόνη, του Παπαγεωργίου, δεν φωνάζει, επειδή δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Ξέρει ότι οι πιο βαθιές ρωγμές δεν γίνονται με συνθήματα, αλλά με σκέψεις και λόγια που μένουν. Αν αυτό λέγεται «υπόγεια πολιτική», τότε ναι, με αφορά. Γιατί δουλεύει αργά, επίμονα και μέσα στον χρόνο, όχι μέσα στον κύκλο της επικαιρότητας. Και είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την κραυγή, γιατί δεν ξεθυμαίνει. Θεωρώ γενναίο κάποιον που επιμένει να μιλά χαμηλόφωνα μέσα σε έναν κόσμο που ουρλιάζει. Χωρίς να χαϊδεύει αυτιά, χωρίς να απλοποιεί, χωρίς να ψεύδεται.
● Στον «Μονόλογο στην ανηφόρα» υπάρχει η αίσθηση μιας προσωπικής, αλλά και συλλογικής κόπωσης. Πού εντοπίζετε αυτή την εποχή την «ανηφόρα» (μας); Είναι ιστορική, πολιτική ή υπαρξιακή;
Η κατσαρίδα στο συγκεκριμένο ποίημα του Βαρβέρη δεν μιλά σαν κουρασμένο πλάσμα. Μιλά σαν ένα πλάσμα που αντέχει. Ανεβαίνει την ανηφόρα, ρισκάροντας, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι ενδέχεται είτε να πατήσει μια «νάρκη εντομοκτόνου» ή να δεχθεί θανατηφόρο χτύπημα από μια «πονηρή και ευκίνητη παντόφλα». Κι όμως ανεβαίνει! Οχι από ηρωισμό, αλλά από πείσμα ύπαρξης. Η ανηφόρα μας είναι πολιτική, γιατί αφορά τον τρόπο που υποχρεούμαστε να διαχειριστούμε τη συνύπαρξή μας με τους άλλους. Είναι ιστορική, γιατί κουβαλά μνήμες και απογοητεύσεις που ακόμη μας κυνηγάνε. Και είναι υπαρξιακή, γιατί καθένας καλείται να σταθεί όρθιος, περνώντας ανάμεσα από τις προσωπικές του Συμπληγάδες, κουβαλώντας σκοτεινά προσωπικά βιώματα και φόβους. Στο «πρόσωπο» της κατσαρίδας, εγώ βλέπω μια σιωπηλή, επίμονη προσπάθεια για να μη χαθεί το μέτρο κι η αξιοπρέπεια, ακόμη και στην ανηφόρα.
● Πιστεύετε ότι το ελληνικό τραγούδι σήμερα εξακολουθεί να μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος πολιτικής σκέψης ή έχει χάσει αυτόν τον ρόλο;
Φυσικά και εξακολουθεί και μπορεί να λειτουργήσει σαν χώρος πολιτικής σκέψης. Αρκεί να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πρόθεση και διάθεση να καταθέσουν τις αγωνίες τους -για εαυτούς και αλλήλους- μέσα από ένα τραγούδι. Δεν διανοούμαι ότι μπορεί να είναι αλλιώς.
● «Τα όνειρά του βλέπει να πνίγονται απαθής, στέκεται εκεί με τα χέρια στις τσέπες και παρακολουθεί τον καταποντισμό τους»: στο πολιτικό πεδίο ποιον θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το ποίημα του Χιόνη;
Στο πολιτικό πεδίο, το ποίημα δεν περιγράφει συγκεκριμένο πρόσωπο -ή πρόσωπα. Περιγράφει μια στάση. Και μιλά με κατανόηση. Οχι με περιφρόνηση. Δεν δείχνει έναν παραιτημένο άνθρωπο, αλλά κάποιον που είδε τα όνειρά του να βουλιάζουν και έμεινε ακίνητος.
Οχι από αδιαφορία, αλλά από φόβο, σύγχυση, αδιέξοδο. Και το βαθύ πολιτικό νόημα εδώ είναι ότι μας καλεί να αναγνωρίσουμε αυτή την απάθεια πρώτα μέσα μας και μετά γύρω μας. Οχι για να την καταγγείλουμε, αλλά για να τη σπάσουμε. Βλέπεις, η ποίηση, δεν γράφεται για να κατηγορεί τους ανθρώπους. Γράφεται για να τους καταλαβαίνει. Αυτό το ποίημα παραμένει επίκαιρο, όχι επειδή «δείχνει» κάποιον, αλλά επειδή μας κοιτά όλους!
● Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, ακρίβεια, ανεργία, ανασφάλεια. Οσα ονειρευτήκατε κι εσείς κι εμείς, έτσι κι αλλιώς όλα ήταν «ανόητες αγάπες» και «προσωπικές οπτασίες»; Ή, αντίθετα, «τίποτα, τίποτα δε χάθηκε στ’ αλήθεια, όλα είναι εδώ…»;
Ολοι ανεξαιρέτως έχουμε ακυρωμένα όνειρα. Για την ακρίβεια, η ζωή μας είναι ένα ατελείωτο σερί από ακυρώσεις. Ομως αυτό δεν σημαίνει τίποτα απολύτως. Συνεχίζουμε, με όση αξιοπρέπεια διαθέτουμε… μέχρι νεωτέρας. Γιατί τίποτα δεν χάθηκε στ’ αλήθεια. Ολα είναι εδώ.
● Οταν ακούτε ή διαβάζετε να μιλούν με δέος για τους «Κατσιμιχαίους» τι σκέφτεστε;
Ακούω με προσοχή και με ευγνωμοσύνη. Και κυρίως σκέφτομαι ότι τα τραγούδια, αν έχουν αξία, παύουν κάποια στιγμή να ανήκουν σε αυτούς που τα έγραψαν. Ανήκουν σε όσους τα κουβαλάνε στη ζωή τους, σε άλλες εποχές, με άλλους τρόπους. Αν κάτι από αυτά εξακολουθεί να μιλά σε νεότερους ανθρώπους, τότε σημαίνει απλώς ότι βρήκε τον δρόμο του. Κι αυτό είναι αρκετό.
● Κάντε, αν θέλετε, μια δική σας ευχή για το 2026.
Εύχομαι το 2026 να ξαναμάθουμε να ακούμε. Να μιλάμε λιγότερο, να εννοούμε περισσότερα. Να μη φοβόμαστε τη σιωπή ούτε την ευθύνη που μας αναλογεί. Και να βρίσκουμε ακόμα τον χρόνο και το κουράγιο να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς μεγάλα λόγια.
