Τώρα έχω λιώσει μη φέρνεις
άλλα λουλούδια
μην ξοδεύεσαι
τα κόκαλά μου έγιναν κλαράκια, δεν θυμούνται
τους δρόμους που περπάτησα
τα λόγια σου
πάνε χαμένα
ό,τι κάνεις
είναι για σένα, όχι για μένα
Οι κόγχες
γέμισαν βρύα
τα βλέμματά μου είναι τυφλά μέσα στο χώμα ‒
μην κλαις
κανένας δεν σ’ ακούει
Σε απαλλάσσω από τις τύψεις πάρε
άλλο ζωντανό πάρε
το τρένο απ’ τη Ρεν για το Σεν-Μαλό
πάρ’ τη μαούνα για το Ντινάρ απέναντι
το λεωφορείο για το Ντινάν
και γύρνα με τα πόδια
Ζήσε πάλι τις αναμνήσεις σου, φάε πέντε
όστρακα της Οστάνδης με λεμόνι – μη θυμάσαι
απλώς
κάποτε
σε είχα και με είχες
«Oggi said»
Η ποίηση του Βασίλη Κουγέα δεν επιχειρεί να δείξει προς τα πράγματα τα οποία υφίστανται εκτός της αλλά να τα περιλάβει μέσα στην επικράτειά της. Συχνά διασπά ή διαγράφει την εικονοποιία, με αποτέλεσμα η γλώσσα να αναδεικνύεται ως ένα απόλυτο καθεστώς. Στο καθήκον της νεότητος συναντάς ένα άπλωμα της γραφής, το οποίο δίνει την εντύπωση πως θα καλύψει τα πάντα. Σε κάθε ποίημα η γλώσσα κινείται σαρωτικά. Μια ανάλογη σαρωτική ευρύτητα χαρακτηρίζει και την ιδιόλεκτο της συλλογής: Ενα συνονθύλευμα από λόγιες, αρχαίες, δημώδεις, ιδιωματικές, ξένες λέξεις και φράσεις, που επικάθεται σε έναν νεοελληνικό κορμό και ανταποκρίνεται σε μια μακριά σειρά από λόγους που έχουν μιληθεί ή γραφεί.
Θα στηριχτώ σε ένα απόσπασμα του Postmodernist Fiction, βιβλίου του Brian McHale, που, αν και αφορά τη μοντερνιστική μυθοπλασία, θεωρώ πως, το ίδιο καλά, μπορεί να ταιριάξει και στη μοντερνιστική ποίηση. Σύμφωνα με αυτό (σελ. 9), η δεσπόζουσα του μοντερνισμού είναι επιστημολογική. Δηλαδή αναπτύσσονται στρατηγικές ειδικά για ερωτήσεις του τύπου: «Πώς μπορώ να ερμηνεύσω αυτόν τον κόσμο του οποίου αποτελώ μέρος;» και «Τι είμαι εγώ μέσα σε αυτόν;». ΄Η για συναφείς ερωτήσεις όπως: «Ποιο κομμάτι της πραγματικότητας μπορεί να γίνει αντικείμενο γνώσης; Ποιος και με τι τρόπο μπορεί να το γνωρίσει και σε ποιον βαθμό βεβαιότητας;». Στο «Καθήκον της νεότητος» εφαρμόζονται, λοιπόν, επιστημολογικές τεχνικές του μοντερνισμού. Εννοώ ότι εδώ υπάρχει μια σαφής επίγνωση του συνόρου ανάμεσα στη γλώσσα και στον κόσμο εκτός της, ώστε ξεκινά μια συστηματική προσπάθεια, προκειμένου το σύνορο να καταστεί διαπερατό.
Η σαρωτική κίνηση, την οποία σημείωσα πιο πάνω, μετατρέπει τα ποιήματα σε αυτοποιητικά συστήματα μεγάλης συνήθως έκτασης, που αντιστοιχούν σε έναν αιφνίδιο αποικισμό της πραγματικότητας από τη γλώσσα. Για να επιτευχθεί το προηγούμενο, επιστρατεύεται –μαζί με το συνονθύλευμα των λεκτικών στοιχείων γύρω από τον νεοελληνικό κορμό– ένα –μερικές φορές προφανές αλλά τις περισσότερες μυστικό– διακειμενικό δίκτυο. Δημιουργείται, παράλληλα, μια ορισμένη προοπτική προς την οποία συμμορφώνεται η πραγματικότητα. Προοπτική που διακρίνεται, κυρίως, για μια συγκεκριμένη αντίληψη της ιστορικότητας. Κατά συνέπεια, εκλείπει η μνήμη, ενώ στη θέση της λειτουργεί ένας μηχανισμός του χρόνου ιδιαίτερος για κάθε ποίημα και υπεύθυνος για την ανάπτυξή του.
Ο Βασίλης Κουγέας υποδεικνύει ότι η απόπειρα να εξηγηθούν ο κόσμος, ο άνθρωπος και ο εαυτός ακολουθεί μια ευρετική (heuristic) μέθοδο, καθώς η οριστική εξήγηση είναι στην ποίηση αξιωματικά αδύνατη. Η προσέγγιση της πραγματικότητας μετατρέπεται σε εκδοχές της Ιστορίας, οι οποίες δεν έχουν ποτέ πριν προταθεί. Για παράδειγμα, το ποίημα «Oggi said», το οποίο παρέθεσα στην αρχή, αποτελεί ένα επιτύμβιο που αντίκειται στην κανονική βραχύτητα και στατικότητα του επιτύμβιου. Προχωρεί με γρήγορο ρυθμό, εγκαταλείποντας την ιστορία του νεκρού, ακριβώς επειδή είναι πλέον νεκρός. Η μνήμη δεν έχει πια σημασία. Αντίθετα, ξετυλίγεται μια νέα χρονικότητα, σε ύφος παρότρυνσης προς τον σύντροφο του νεκρού, σχετικά με το τι πρέπει να πράξει στο εξής. Οι τόποι και τα τοπόσημα τα οποία περιλαμβάνει η παρότρυνση, βγάζουν αυτή τη χρονικότητα από το ατομικευμένο της κέλυφος και της δίνουν συλλογικό χαρακτήρα· την ανάγουν σε Ιστορία.
Σε αντίθεση, επομένως, με τις περισσότερες ποιητικές περιπτώσεις, το αισθητικό πρόταγμα εδώ δεν είναι η διάρκεια αλλά η μεταβολή. Με εξαίρεση «το καθήκον της νεότητος», ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο και μερικά σύμβολα, όπως ο λαγός και ο σκύλος, όλα υπόκεινται στην κίνηση, στη διάχυση και στην αλλαγή. Ετσι, σε αυτή τη συλλογή αποδομούνται τόσο το ποιητικό υποκείμενο όσο και η έννοια του υποκειμένου εν γένει. Οι άνθρωποι ορίζονται ως χρονικότητες. Ο καθένας ως μια διαφορετική χρονικότητα, η οποία περιλαμβάνει γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, υπαρκτά ή επινοημένα από την τέχνη, σε ιδιόμορφους συνδυασμούς και μεταμορφώσεις, και η οποία, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθίσταται ανερμήνευτη.
* Ποιητής, ομηριστής, φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας
