«Η άνοια πλήττει με δριμύτητα τους ηλικιωμένους στην Ιαπωνία. Πέρυσι, περισσότεροι από 18.000 ηλικιωμένοι που ζούσαν με άνοια εξαφανίστηκαν αφού έφυγαν από τα σπίτια τους ενώ σχεδόν 500 βρέθηκαν αργότερα νεκροί», σχολιάζει στις στήλες τεχνολογίας το BBC. Επισημαίνει ότι η αστυνομία αναφέρει πως τέτοιες περιπτώσεις έχουν διπλασιαστεί από το 2012 και σημειώνει ότι τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω αποτελούν πλέον σχεδόν το 30% του πληθυσμού της Ιαπωνίας – το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μετά το Μονακό, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.
Η κρίση επιδεινώνεται περαιτέρω από τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και τους αυστηρούς περιορισμούς στους ξένους εργαζόμενους που έρχονται για να παράσχουν φροντίδα. Μάλιστα η κυβέρνηση της Σαναέ Τακαΐτσι, που ανέλαβε καθήκοντα τον Οκτώβριο, έχει χαρακτηρίσει την άνοια μία από τις πιο επείγουσες πολιτικές προκλήσεις της, με το υπουργείο Υγείας να εκτιμά ότι το κόστος υγείας και κοινωνικής περίθαλψης που σχετίζεται με τη νόσο θα φτάσει τα 90 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, από 50 δισ. δολάρια που είναι φέτος.
Στην πιο πρόσφατη στρατηγική της για το μείζον αυτό θέμα η κυβέρνηση έχει πραγματοποιήσει μια ισχυρή στροφή προς την τεχνολογία για να μειώσει την πίεση. Ετσι σε όλη τη χώρα οι άνθρωποι υιοθετούν συστήματα που βασίζονται σε GPS για να παρακολουθούν όσους αγνοούνται. Ορισμένοι δήμοι μάλιστα προσφέρουν δωρεάν βραχιολάκια με GPS που μπορούν να ειδοποιήσουν τις Αρχές τη στιγμή που ένα άτομο φεύγει από μια καθορισμένη περιοχή.
Αλλες τεχνολογίες στοχεύουν στην έγκαιρη ανίχνευση της άνοιας, όπως το aiGait της Fujitsu που χρησιμοποιεί Τεχνητή Νοημοσύνη για να αναλύσει τη στάση του σώματος και τα πρότυπα βαδίσματος εντοπίζοντας πρώιμα σημάδια άνοιας -σύρσιμο κατά το περπάτημα, πιο αργές στροφές ή δυσκολία στην ορθοστασία- δημιουργώντας σκελετικά περιγράμματα που οι κλινικοί γιατροί μπορούν να εξετάσουν κατά τη διάρκεια των τακτικών ελέγχων.
«Η έγκαιρη ανίχνευση ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία είναι το κλειδί», λέει ο Χιντενόρι Φουτζιβάρα, εκπρόσωπος της Fujitsu. «Εάν οι γιατροί μπορούν να χρησιμοποιήσουν δεδομένα καταγραφής κίνησης, μπορούν να παρέμβουν νωρίτερα και να βοηθήσουν τους ανθρώπους να παραμείνουν ενεργοί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».
Την ίδια ώρα ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Waseda αναπτύσσουν το AIREC, ένα ανθρωποειδές ρομπότ 150 κιλών που έχει σχεδιαστεί για να καταστεί ένας μελλοντικός φροντιστής ηλικιωμένων.
Το AIREC μπορεί, μεταξύ άλλων, να βοηθήσει ένα άτομο να φορέσει κάλτσες, να φτιάξει ομελέτα και να διπλώσει τα ρούχα. Οι επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο Waseda ελπίζουν ότι στο μέλλον το ρομπότ AIREC θα είναι σε θέση να αλλάζει πάνες ενηλίκων και να αποτρέπει τις κατακλίσεις σε ασθενείς. Παρόμοια ρομπότ χρησιμοποιούνται ήδη σε οίκους ευγηρίας για να παίζουν μουσική στους ενοίκους ή να τους καθοδηγούν σε απλές ασκήσεις stretching.
Αν και ανθρωποειδή ρομπότ αναπτύσσονται για το εγγύς μέλλον, ο καθηγητής Ταμόν Μιγιέκε λέει ότι το επίπεδο ακρίβειας και νοημοσύνης που απαιτείται θα χρειαστεί τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν να είναι σε θέση τα ρομπότ να αλληλεπιδρούν με ασφάλεια με τους ανθρώπους. «Απαιτεί αισθητήρες ολόκληρου του σώματος και προσαρμοστική κατανόηση – πώς να προσαρμόζονται σε κάθε άτομο και κατάσταση», λέει. «Η συναισθηματική υποστήριξη είναι επίσης μέρος της προσπάθειας καινοτομίας».
Το Poketomo, ένα ρομπότ ύψους μόλις 12 εκατοστών, μπορεί να μεταφερθεί σε μια τσάντα ή να χωρέσει σε μια τσέπη. Υπενθυμίζει στους χρήστες να λαμβάνουν τα φάρμακά τους, τους λέει τι καιρό έχει έξω και προσφέρει συνομιλία για όσους ζουν μόνοι, κάτι που οι δημιουργοί του λένε ότι βοηθά στην άμβλυνση της κοινωνικής απομόνωσης.
Το άρθρο πάντως σημειώνει ότι ενώ οι συσκευές και τα ρομπότ προσφέρουν νέους τρόπους για να βοηθήσουν, η ανθρώπινη σύνδεση παραμένει αναντικατάστατη. «Τα ρομπότ θα πρέπει να συμπληρώνουν, όχι να υποκαθιστούν, τους ανθρώπους που φροντίζουν», λέει ο Μιγιέκε.
