ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ετσι μου ξανάρχονταν, εδώ και λίγες μέρες, αποσπασματικά, οι εικόνες μιας πολύ μακρινής εποχής της ζωής μου. Ως τώρα, ήταν καλυμμένες μ’ ένα στρώμα πάγου. Βέβαια, είχα κατά στιγμές το θολό προαίσθημα πως αυτό δεν θα διαρκούσε. Μοιραία κάποια μέρα ο πάγος θα έλιωνε κι αυτές οι εικόνες θα επανεμφανίζονταν όπως ανεβαίνουν οι πνιγμένοι στην επιφάνεια του Σηκουάνα. Και γιατί αυτό γινόταν σήμερα, σε μια πόλη που ’χε αλλάξει τόσο πολύ, ώστε να μη μου ξυπνάει πια καμία ανάμνηση; Μια πόλη ξένη»

Εάν θέλει κάποιος να γνωρίσει καλά μια πόλη, εάν θέλει να ανακαλύψει τα μυστικά, την ιστορία της, τον αληθινό κτύπο της καρδιάς της, τότε θα πρέπει να «ακολουθήσει» τον λογοτέχνη που έγραψε γι’ αυτήν, που έζησε μέσα της. Ο νομπελίστας Πατρίκ Μοντιανό, στο νέο μυθιστόρημά του καταφέρνει να «αιχμαλωτίσει» το Παρίσι σε μόλις 112 σελίδες. «Η χορεύτρια» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο Μοντιανό τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014.

Ο ογδοντάχρονος σήμερα Γάλλος συγγραφέας, στο τριακοστό δεύτερο βιβλίο του, ακολουθεί τα ανάλαφρα βήματα μιας χορεύτριας του μπαλέτου στο Παρίσι της δεκαετίας του ’60. Είναι μια γυναίκα χωρίς όνομα, είναι μια γυναίκα-ιδιότητα, που αν και αρκετά νέα μεγαλώνει το παιδί της, τον μικρό Πιερ, με την βοήθεια του αφηγητή της ιστορίας που την ξαναθυμάται στο Παρίσι του 2022.

Με την υποβλητική, ατμοσφαιρική του αφήγηση, ο Μοντιανό βυθίζεται στη μνήμη προσπαθώντας να αμυνθεί ενάντια στη σαρωτική λήθη. Θέλει να διασώσει όχι μόνο μια ιστορία αγάπης αλλά και μια πόλη, την πόλη του, όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Χωρίς τις ορδές των τουριστών που την έχουν διαμορφώσει σ’ ένα μεγάλο λούνα παρκ, σε ένα τεράστιο duty free αεροδρομίου.

«Οι περαστικοί περπατούσαν κατά ομάδες των δέκα, σέρνοντας τροχήλατες βαλίτσες και, οι περισσότεροι, με σακίδιο στην πλάτη. Από πού έρχονταν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες που μας έκαναν να αναρωτιόμαστε μήπως αυτούς και μόνο θα βλέπαμε πια στους δρόμους του Παρισιού;»

Η μυστηριώδης χορεύτρια έχει καθημερινά μαθήματα στη Σχολή Ουακέρ, στην πλατεία Κλισί, με έναν Ρώσο, κορυφαίο χορευτή, τον Μπαρίς Κνιάσεφ, ο οποίος απαιτούσε από αυτήν σκληρή προπόνηση και αυστηρή πειθαρχία. «Ξέρεις γιατί οι Ρώσοι θαυματούργησαν σ’ αυτή την τέχνη περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη; Γιατί πολλοί από αυτούς είχαν ανάγκη να παλέψουν με το ενδόμυχο χάος τους, τα βίαια ένστικτά τους και τη μελαγχολία που τους έπιανε κατά καιρούς. Και ξεσπούσε σε γέλια, γιατί εκείνη τον άκουγε με το στόμα ανοιχτό. “Είσαι η αγαπημένη μου μαθήτρια, και δεν πρέπει να φοβάσαι μην πονέσεις και ματώσεις μες στα παπούτσια του χορού. Καταλαβαίνεις;”. Η χορεύτρια καταλάβαινε πολύ καλά γιατί η προηγούμενη ζωή της δεν την ενδιέφερε πια και την είχε ξεφορτωθεί σαν νεκρωμένο δέρμα-και αυτό, χάρη στο χορό. Ο Κνιάσεφ είχε δίκιο όταν έλεγε πως ο χορός είναι μια τέχνη που σου επιτρέπει να επιβιώσεις».

Ο αφηγητής, στιχουργός και συγγραφέας όπως δηλώνει στο επάγγελμα, τη γνωρίζει ένα βράδυ σ’ ένα εστιατόριο και έκτοτε τη συνοδεύει στις εξόδους της και γνωρίζει τους ανθρώπους που συναναστρέφεται αλλά και εμβληματικούς χορευτές και χορεύτριες όπως ο Νουρέγιεφ και η Μαργκότ Φοντέιν. Προσπαθεί να έχει και αυτός την ίδια πειθαρχία ως προς τη δική του τέχνη, τη συγγραφή. Πηγαίνει τον γιο της βόλτες στο Δάσος της Βουλώνης ή στον κινηματογράφο στη Λεωφόρο της Οπερας για να δουν ταινίες της Disney.

Το αγόρι και ο ενήλικας συνοδός του δεν μιλούν πολύ. Είναι περιττό. Καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον. Πολύ σύντομα ο Μοντιανό μάς δείχνει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της χορεύτριας, τις δυσκολίες της τέχνης της και τα φαντάσματα του παρελθόντος της. Ενας άντρας από μια οδυνηρή περίοδο της ζωής της επανεμφανίζεται και αποτελεί απειλή για εκείνη και το παιδί της.

«Οσο και αν νομίζεις πως έκανες ό,τι μπορούσες και ότι είσαι εκτός κινδύνου, δεν γλιτώνεις πάντα απ’ τα φαντάσματα. Την πρώτη φορά που βρέθηκε αντιμέτωπη με το στοιχείο, έμενε ακόμη σ’ εκείνη την κάμαρα, οδός Κουστού. Εκείνο το πρωί το μάθημα χορού είχε αρχίσει αργότερα από το συνηθισμένο, γύρω στις 10. Βάδιζε στην κεντρική νησίδα της λεωφόρου και τον αναγνώρισε όταν ακόμη δεν είχαν έρθει κοντά. Και ενώ ετοιμαζόταν, για να τον αποφύγει, να περάσει στο πεζοδρόμιο έξω από το Λύκειο Ζυλ-Φερί, προτίμησε να συνεχίσει ευθεία. Οταν έφτασε κοντά του, την έπιασε κάτι σαν ίλιγγος και τον κοίταξε στα μάτια».

Πραγματικά πρόσωπα και φανταστικοί χαρακτήρες αλληλοεπιδρούν σε ατμοσφαιρικά εστιατόρια και μπαρ γεμάτα καπνό και όνειρα της μεταπολεμικής Γαλλίας. Το φως της μέρας έχει τον δικό του ρόλο σ’ αυτό το μυθιστόρημα, πότε διαυγές και πότε θαμπό, φανερώνει πρόσωπα ή κρύβει στην ομίχλη του όσα δεν πρέπει να φανερωθούν. Ο αναγνώστης γρήγορα νιώθει πως βρίσκεται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Ο συγγραφέας ενισχύει κατά την αφήγηση αυτήν την πεποίθηση, δίνοντας πολύ λίγες πληροφορίες. Οπως σε όλα του τα βιβλία έτσι και σε αυτό οι αναμνήσεις είναι αβέβαιες, μόλις που αναβιώνουν από συγκεκριμένες περιστάσεις στις οποίες στιγμές από το παρελθόν «ξαναεμφανίζονται σαν να προέρχονται από ένα αστέρι που κάποιος θεωρούσε νεκρό από καιρό». Πολλοί έχουν πει ότι ο αφηγητής είναι πιθανώς το alter ego του Μοντιανό, όταν αγωνιζόταν να βγάλει τα προς το ζην στο Παρίσι εκείνης της εποχής. Το σίγουρο πάντως είναι ότι σε αυτό το μικρό σε μέγεθος βιβλίο έχει αποστάξει όλη τη συγγραφική του μαεστρία κρατώντας μόνο τα πιο πολύτιμα υλικά της δικής του τέχνης.