ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παρακάτω αφήγηση στηρίχθηκε στα όσα μας εξιστόρησε η κ. Καλογεροπούλου, με την οποία συνομιλήσαμε για ώρα, στο σπίτι της στα Ιλίσια. Εκεί μένει με τη γάτα της τη Μαρούλα και την υπέροχη βοηθό της, τη Λούντα. Ενα σπίτι γεμάτο βιβλία, λουλούδια και φως. Γεμάτο αναμνήσεις, μυρωδιές και παρόν. Τις ευχαριστούμε και τις τρεις που μας καλοδέχτηκαν και για τα όσα πολλά μάς πρόσφεραν. Αναμνήσεις, μυρωδιές και παρόν. Λίγες μέρες πριν είχαμε δει την κ. Καλογεροπούλου και πάλι στο σανίδι, στην παράσταση «Αρωμα γυναίκας», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη

Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι. Πολύ όμορφο. Ο πατέρας της Αδαμάντιος εργαζόταν σε υψηλή θέση σε εργοστάσιο γαλλικής εταιρείας με εκρηκτικές ύλες και η μητέρα της Ιρα ήταν ζωγράφος, με καταγωγή από τη Σοβιετική Ενωση. Το κοριτσάκι γεννήθηκε λίγες μέρες μετά τη δικτατορία του Μεταξά, 11 Σεπτεμβρίου του 1936. Την έλεγαν Ξένια, Ξένια Καλογεροπούλου.

«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν παραμυθένια. Ζούσαμε σε ένα πανέμορφο σπίτι στο Ψυχικό, με κήπο. Δεν είχα αδέρφια, αλλά ένιωθα πως είχα τον κόσμο όλο. Θυμάμαι πως όταν ξεκίνησε ο πόλεμος το ‘40, ήμασταν στην αυλή και ακούγονταν θόρυβοι. Ημουν μόλις τεσσάρων ετών και νόμιζα πως έπεφταν μπουμπουνητά. “Θα βρέξει;”, ρώτησα. “Οχι, δεν θα βρέξει – είναι πόλεμος”. Και λέω: “Πόση ώρα θα κρατήσει ο πόλεμος;” – νόμιζα πως ήταν κάτι σαν μπόρα και θα περνούσε. Ή θυμάμαι την κούκλα μου: νονός μου ήταν ο Κάουφμαν. Και για τα γενέθλιά μου το 1940, έναν μήνα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος δηλαδή (έχω γενέθλια Σεπτέμβρη) μού είχε φέρει μια κούκλα που τη λάτρευα και ήμουν πολύ ευτυχισμένη. Αλλά κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κεφάλι της. Λίγες μέρες μετά ξεκίνησε ο πόλεμος και δεν είχα πια άλλη κούκλα. Με τέτοια γεγονότα συνδέθηκαν στο παιδικό μου μυαλό εκείνα τα τραγικά γεγονότα. Το κεφάλι της κούκλας δεν ξανακόλλησε ποτέ. Σε συμβολικό επίπεδο, είναι κάπως ίδιο με τα όσα συνέβησαν τότε: τότε που προσπαθούσα να ξανακολλήσω το κεφάλι της, αλλά δεν γινόταν – και αφού με ρωτάτε, σας λέω πως δεν νομίζω να “ξανακολλήσει” ποτέ. Μια τρύπα θα έχει πάντα η Ελλάδα στον λαιμό της…

»Η αλήθεια είναι πως στάθηκα τυχερή. Δεν πεινάσαμε ιδιαίτερα στην Κατοχή κι εγώ συνέχιζα να ζω στον ονειρικό μου κόσμο. Θυμάμαι πως στα Δεκεμβριανά είχαν έρθει αντάρτες και είχαν επιτάξει το σπίτι μας. Τους θυμάμαι τεράστιους, με μούσια και φισεκλίκια. Ηταν νέα παιδιά βέβαια, αλλά στα δικά μου παιδικά μάτια έδειχναν γέροι και άγριοι. Επαιζα με ένα κουκλόσπιτο και έλεγα δυνατά τις ιστορίες που έπλαθα και τα λόγια όσων έμεναν στο κουκλόσπιτο. Και οι αντάρτες κάθονταν γύρω μου σιωπηλοί και με άκουγαν… νομίζω, ήταν το πρώτο μου κοινό εκείνοι οι αντάρτες.

»Στον Εμφύλιο, στα 12, περίπου, χρόνια μου, χώρισαν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου ερωτεύτηκε μια άλλη γυναίκα, είχε γκρεμιστεί και το εργοστάσιο που δούλευε, και θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει πως “δεν μας θέλει πια”. Διαλύθηκα. Ολα άλλαξαν στη ζωή μου. Εκανα πολλά χρόνια να συμφιλιωθώ, να γνωρίσω στ’ αλήθεια τον πατέρα μου και το έχω μετανιώσει. Μου έλειψε. Ο ίδιος και πάλι ορθοπόδησε οικονομικά, αλλά δεν γύρισε ποτέ σε μας. Ηταν πολύ δύσκολα για μένα και τη μητέρα μου τότε. Από εκεί που μέναμε σε ένα τέλειο σπίτι, με ένα τέλειο κήπο, αναγκαστήκαμε να μείνουμε σε ένα δώμα στην Κυψέλη, που δεν είχε ούτε κουζίνα ούτε μπάνιο. Πέρασα πολύ άσχημα τα εφηβικά μου χρόνια, τόσο πρακτικά όσο και ψυχολογικά… Η μητέρα μου ήταν από τη Σοβιετική Ενωση, αλλά με Ελληνα πατέρα. Ο παππούς ήταν Πόντιος, Οικονομίδης, διευθυντής τράπεζας στην Αγία Πετρούπολη όπου έμεναν, είχε χρήματα. Σαν έγινε η Οκτωβριανή Επανάσταση, έφυγαν. Ηρθαν στην Ελλάδα και το μόνο που είχαν ήταν κάτι κοσμήματα ραμμένα στα στριφώματα των φορεμάτων της γιαγιάς μου. Αλλά ο παππούς τα έχασε όλα στον ιππόδρομο. Είχα πάει στην Αγ. Πετρούπολη και το είδα το σπίτι που μεγάλωσε η μητέρα μου – πανέμορφο, τώρα είναι το εκεί ΙΚΑ. Την επανάσταση τη θυμόταν με την εικόνα απίστευτου κόσμου παντού. Σαν μυθιστόρημα. Η ίδια δεν πήγε ποτέ ξανά πίσω. Δυστυχώς δεν έμαθα κι εγώ ποτέ ρωσικά, τα είχα ξεκινήσει αλλά καθώς μάθαινα και γαλλικά, η μητέρα μού μιλούσε μόνο γαλλικά για να μην μπερδευτώ.

»Την πρώτη μου παράσταση την έδωσα στο σχολείο. Ηταν ένα πολύ δραματικό έργο και ήρθε τότε και μας είδε ο Πέλος Κατσέλης, από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου και δασκάλους της υποκριτικής τέχνης, και μου λέει: “Εσύ είσαι έτοιμη να παίξεις Σέξπιρ”. Πόσο είχα χαρεί! Είχε ανοίξει πριν από λίγα χρόνια το Θέατρο Τέχνης και ήθελα να πάω εκεί, στον Κουν. Ημουν ακόμα στο σχολείο, αλλά ο ίδιος μού είχε πει πως θα με έπαιρνε χωρίς εξετάσεις. Κάπως με πήρε με καλό μάτι, φαίνεται. Είχα και θείο τον Γιώργο Παππά, ήθελα να γίνω κι εγώ ηθοποιός. Αλλά τότε ήρθε η Τασσώ Καββαδία σπίτι και λέει στον πατέρα μου: “Μην την αφήσεις να πάει εκεί. Εκεί γίνεται της ανωμαλίας!”. Ετσι δεν πήγα στο Τέχνης, αλλά στην Αγγλία, στην περίφημη Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (Royal Academy of Dramatic Art/RADA). Και δεν έμαθα τίποτα – ήταν πολύ ξακουστή και πολύ κακή σχολή. Δεν σε μάθαιναν καν το πιο βασικό: πως ο ένας ηθοποιός ακούει τον άλλο!

»Θέατρο έμαθα στην Ελλάδα. Με σπουδαίους συνεργάτες δίπλα μου και δασκάλους: από τον Σταμάτη Φασουλή έως τον Θωμά Μοσχόπουλο. Οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν από το θέατρο, όχι από το σινεμά. Τα καλύτερά μου τα έκανα στο Αμόρε και στον Λευτέρη Βογιατζή. Και τώρα με τους νεότερους: τον Δ. Καραντζά, τον Κ. Ασπιώτη… Και φυσικά όσα κάναμε με τον Γιάννη Φέρτη, που ήμασταν ζευγάρι στα νιάτα μας. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να τον παντρευτώ – όχι επειδή ήταν ηθοποιός, αυτό τού άρεσε, ήταν και για μένα περήφανος. Δεν ήθελε να έχει πεθερό χασάπη – ήταν παλαιού τύπου ο μπαμπάς μου και δεν συμφώνησε πολύ με αυτόν τον γάμο. Αλλά ήμασταν πολύ ερωτευμένοι και νέοι. Οταν χωρίσαμε, είχα στενοχωρηθεί πολύ – είχε ερωτευθεί την Τάνια (σ.σ. Τσανακλίδου) και θυμάμαι πως, φρεσκοχωρισμένοι, έπρεπε να παίξουμε μαζί. Καθόμασταν δίπλα δίπλα πριν ξεκινήσει το έργο, κοίταζα τις αρβύλες του στο σκοτάδι και σκεφτόμουν πώς είναι τα πόδια του από μέσα – είχε πολύ απαλό δέρμα και ο ήλιος έκαιγε τα πόδια του. Κι εγώ σκεφτόμουν πως αυτά τα πόδια, αυτά μέσα από τις αρβύλες, τα πόδια του Γιάννη δεν είχαν πλέον σχέση με τη ζωή μου. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια τόση μικρή, αλλά ήταν για μένα κάτι μεγάλο. Μετά βέβαια γνώρισα τον Κωστή Σκαλιόρα, παντρευτήκαμε το 1976 και σαν πέθανε, έγραψα το βιβλίο “Γράμμα στον Κωστή”, καθώς μου έλειπε και μου λείπει απίστευτα πολύ ακόμα. Το βιβλίο αυτό έχει διαβαστεί πολύ και με συγκινεί όταν οι άνθρωποι με σταματάνε και μου μιλάνε γι’ αυτό. Οπως και με τον Οδυσσεβάχ.

Τα μεγάλα γεγονότα ή τα παίρνεις χαμπάρι ή δεν τα βλέπεις καν, αναλόγως αν μπλέξεις ή όχι με αυτά

»Θυμάμαι στη Γαλλία όταν είχε ανέβει ως θεατρικό, είχα γνωρίσει ένα παιδάκι: “Πώς τελειώνει;”, με ρωτάει. “Γιατί δεν το διαβάζεις ώς το τέλος, να δεις;”, λέω. “Γιατί δεν θέλω να τελειώσει”, μου απάντησε και εμένα τελείωσε εκείνη η φράση του. Γενικά πάντα είχα μεγάλη αγάπη στα βιβλία. Μικρή διάβαζα συνέχεια, πήγαινα στο βιβλιοπωλείο του νονού μου του Κάουφμαν και έπαιρνα βιβλία – στα 8 μου χρόνια αγαπημένο μου ήταν η Μαντάμ Μποβαρί! Αυτά τα βιβλία με καθόρισαν. Το μυαλό θέλει ερεθίσματα για να λειτουργεί, αλλιώς αδρανεί. Με μελαγχολεί που σήμερα οι περισσότεροι νέοι δεν διαβάζουν. Με λυπεί σαν μπαίνω σε σπίτια δίχως βιβλία. Η φαντασία είναι λύτρωση, όπλο και παρέα. Μπορείς και ονειρεύεσαι, υπάρχεις. Τα βιβλία είναι η τροφή του ονείρου. Δεν μπορώ να διαβάσω πια, καθώς από το 2020 και μετά, λόγω ωχράς κηλίδας δεν βλέπω καλά. Αλλά ακούω τα βιβλία. Και ετοιμάζουμε με τον ανιψιό μου, τον αρχιτέκτονα και ζωγράφο Φίλιππο Φωτιάδη, ένα βιβλίο με εικόνες και μια ιστορία που έγραψα εμπνευσμένη από ένα σκανδιναβικό παραμύθι. Θα λέγεται “Η Κουρελοσκουφού”. Ο ίδιος ετοιμάζει τις εικόνες – δεν μπορώ να τις δω, αλλά μου τις περιγράφει και έχω ενθουσιαστεί. Θα είναι παιδικό, αλλά για όλους. Οπως όλα μου τα έργα.

»Από μικρή ήθελα να γράφω. Ημασταν συμμαθήτριες με τη Μαρίνα Καραγάτση και είχα πει στον πατέρα της πως “θέλω να γράφω” σαν με ρώτησε τι θέλω να γίνω. “Εχεις κάτι να πεις;”, μου λέει. “Δεν ξέρω”. “Ε, τότε, μη γράψεις”, μου είπε ο Καραγάτσης. Προφανώς δεν τον άκουσα. Γενικά ήμουν κάπως ανεξάρτητη και ίσως αυθάδης. Θυμάμαι όταν με είχαν καλέσει “διά υπόθεσίν μου” στην Ασφάλεια στη δικτατορία, μου λέει ο ανακριτής: “Μην υπογράφετε όσα σας δίνουν οι κομμουνιστές. Ούτε να πηγαίνετε σε δίκες να τους υπερασπίζεστε. Είναι πολύ κακά αυτά που κάνετε. Θα το ξανακάνετε;”. “Θα το ξανακάνω όταν χρειαστεί, τι να σας πω τώρα…”, λέω κι εγώ. Ωστόσο με άφησε, παρότι είχα πάρει μαζί μου μια οδοντόβουρτσα, ξέρεις, ότι θα με κρατούσαν. Κάπως δεν φοβόμουνα, είχα μια αυθάδεια, μια ασέβεια, μια ανεξαρτησία.

»Την περίοδο της χούντας την πέρασα με τον θίασο που είχαμε με τον Γιάννη, τον οποίο διατηρήσαμε και μετά τον χωρισμό μας το ‘72. Είχα ήδη παίξει στο σινεμά, ξεκινώντας το 1958 στο “Η κυρά μας η μαμή”. Αλλά εκτός από εξαιρέσεις, δεν με εξέφραζε το σινεμά. Γιατί ή έπαιζα μια τίμια φτωχιά κοπέλα που ερωτευόταν έναν πλούσιο και είχε πρόβλημα ή έπαιζα μια κακομαθημένη πλούσια που ερωτευόταν ένα τίμιο φτωχό παιδί. Σχεδόν όλα τα σενάρια ήταν ίδια και δεν είχαν καμία σχέση με εμένα. Μια φορά έδωσα ένα δικό μου σενάριο σε έναν παραγωγό και μου είπε: “Πολύ ωραίο, έχει και χιούμορ και συγκίνηση, αλλά βρε παιδί μου είναι λίγο πρωτότυπο” – είναι μάλλον πρόβλημα η πρωτοτυπία, τι να πω.

»Παιδικό θέατρο ξεκινήσαμε μέσα στη χούντα, καθώς δεν υπήρχε ουσιαστικά κάτι σοβαρό έως τότε για παιδιά και μόνο ένα χριστιανικό της χούντας υπήρχε. Ημασταν ένας εξαιρετικός θίασος, με Φασουλή, Χατζησάββα, Λήδα Πρωτοψάλτη και άλλους. Παίζαμε τον Πινόκιο. Την τελευταία Κυριακή των Βαΐων που τελειώναμε, ήρθαν κάτι ένστολοι και ήθελαν να συλλάβουν μερικούς από τους ηθοποιούς αυτούς – άγρια πράγματα. Τις μέρες του Πολυτεχνείου παίζαμε με τον Φέρτη στο θέατρο “Αθηνά”. Βγαίνοντας, πήγαμε προς τους φοιτητές. Είχα ανέβει σε ένα τρόλεϊ και προσπαθούσα να το στρίψω για να γίνει οδόφραγμα. Δεν μπόρεσα φυσικά, αλλά νόμιζα πως θα μπορούσα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα τανκς που κατέβαιναν προς το Πολυτεχνείο. Εκείνη η νύχτα ήταν φοβερή. Ημασταν στην Αλεξάνδρας και κατέβαιναν. Το είδα μπροστά μου και κόπηκαν τα πόδια μου από τον φόβο. Το έβλεπες σαν τυφλό – δεν έβλεπες ποιος ήταν μέσα, τίποτα. Ενα κανόνι στο σκοτάδι…

»Από όταν βγήκα στο θέατρο, μέχρι που πήρα και έφτιαξα το “Πόρτα” και έως τώρα, αν κάτι έχω καταλάβει είναι πως η συλλογικότητα στη δημιουργία είναι το πιο όμορφο πράγμα. Να κατανοείς και να σε καταλαβαίνουν. Τώρα στο “Βρετάνια” αγανακτώ να ανεβοκατεβαίνω συνέχεια σκάλες, αλλά είναι τόσο υπέροχοι όλοι, που αντέχω. Αν και ελπίζω, αν ζω, του χρόνου να είμαι σε ένα θέατρο δίχως σκάλες…».

ℹ️ «Αρωμα γυναίκας» | Θέατρο «Βρετάνια» (Πανεπιστημίου 7, Σύνταγμα, τηλ.: 2103221579). Κάθε Τετ., Κυρ. στις 19.00, Πέμπ. 20.00, Παρ. 21.00, Σάββ. 18.00, 21.00. Διάρκεια: 120’ (με διάλειμμα). Παίζουν: Ακης Σακελλαρίου, Προκόπης Αγαθοκλέους, Μαριάννα Πουρέγκα, Ξένια Καλογεροπούλου, Δημήτρης Διακοσάββας, Γιώργος Τζαβάρας, Θησέας Παπαπαναγιώτου, Γεωργία Σωτηριανάκου, Σταύρια Νικολάου, Μαρία Καραγκιοζίδου, Ριχάρδος Αρώνης. Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Διασκευή: Πίνο Τιέρνο. Μετάφραση από τα ιταλικά: Μαρία Χατζηεμμανουήλ. Δραματουργική επεξεργασία-τελικό κείμενο: Αλεξάνδρα Αϊδίνη-Κωνσταντίνος Ασπιώτης