Δεν θα το σκεφτόμουν αν δεν «συνυπήρχαν» σ’ αυτό το τεύχος των «Νησίδων». Οι ήρωες της Σάρα Κέιν και αυτοί του Γιάννη Οικονομίδη. Καμία σχέση μεταξύ των δύο δημιουργών: Της «καταραμένης» δραματουργού που, γεννημένη κοντά στο Brentwood του Εσεξ, άφησε πίσω της πέντε έργα πριν αυτοκτονήσει, στα 28 της, διαλυμένη από την κατάθλιψη. Και του, γεννημένου στη Λεμεσό, κινηματογραφιστή που, αν εξαιρέσεις την καταγεγραμμένη εμπειρία της τουρκικής εισβολής, έχει μέχρι σήμερα μια ομαλή, φυσιολογική πορεία.
Οι δυο τους ανήκουν βέβαια στην ίδια γενιά, γεννημένος το ’67 εκείνος, το ’71 εκείνη, αλλά ουδεμία άλλη σχέση ως προς τις προσλαμβάνουσες και τα βιώματα, τις τέχνες, τα περιβάλλοντα και την κλίμακα. Κι όμως, στα έργα τους (τον σκληρό ρεαλισμό και το κατάμαυρο χιούμορ του ενός, την άγρια ποιητικότητα εκείνης) ανιχνεύονται ομοιότητες στην ωμή γλώσσα και στην επιδεικτικά μετωπική βία, στους ήρωες που αγωνίζονται να βρουν διεξόδους αλλά δεν επιβιώνουν αλώβητοι και στον αντίποδα στα αμφίσημα κυνικά καθάρματα που απολαμβάνουν να βασανίζουν τους άλλους. Κι ύστερα καθένας απ’ τους δύο έφτασε αναπάντεχα, δείχνοντας το έργο του περιφερειακά πρώτα, σε όσους χώρους άντεχαν να σηκώσουν τη σοκαριστική αναμέτρηση του θεατή με το τολμηρά καινούργιο που κόμιζαν.
Στην περίπτωση της Σάρα Κέιν η πρώτη υποδοχή εξελίχθηκε όσο ακραία ήταν και η βία στα έργα της: δυσφορία, αποδοκιμασία κι ένας μέσος όρος κριτικής που μίλαγε για «shock-horror tactics». Μήπως και στην Ελλάδα όταν το, γραμμένο το ’98, «Καθαροί πια» ανέβηκε από τον Βογιατζή το 2001 ανάλογες δεν ήταν οι αντιδράσεις θεατών που έβριζαν κι αποχωρούσαν;
Ακριβώς έναν χρόνο μετά βγήκε στις αίθουσες το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη, ως «αντάρτικη» παραγωγή χαμηλού μπάτζετ, που παιζόταν σε ανεξάρτητους κινηματογράφους. Ακόμα δυσκολότερη σχέση με τη διανομή θα είχε η «Ψυχή στο στόμα», στην οποία άλλωστε ο οικονομιδικός κύκλος λεκτικής και ψυχικής βίας ήταν ακόμα πιο απροκάλυπτος. Κι αντιστοίχως υπήρξαν θεατές και κριτικοί που δυσφόρησαν μ’ αυτό το σινεμά, μ’ αυτή τη γλώσσα, τη θεματολογία, τους ήρωες. Και στους δύο δημιουργούς αποδείχτηκε ωστόσο ότι το σοκ και η ωμότητα δεν ήταν ένα στημένο παιχνίδι με την πρόκληση, αλλά μια τολμηρή αντιπαράθεση με τις εξουσιαστικές δομές και το «σύστημα». Εκτοτε η εργογραφία της Σάρα Κέιν βρήκε τον δρόμο της ακόμα και για το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας και οι ταινίες του Οικονομίδη για τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής και διανομής. Αλλά, έτσι δεν γίνεται πάντα;
