ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο αδερφός μου είχε πάντα αυτή την τάση, να θέλει να κατακτήσει τον κόσμο, το μόνο που ήξερε ήταν να κάνει μεγάλα όνειρα, ποτέ μικρά, ποτέ τα μικρά όνειρα που κάνει ο περισσότερος κόσμος καθημερινά, να βρει ένα σπιτάκι, να αγοράσει ένα αυτοκίνητο για τις κυριακάτικες βόλτες, όχι, ήξερε μόνο να ονειρεύεται τη δόξα, και νομίζω πως το μέγεθος των ονείρων του και η αναντιστοιχία ανάμεσα στο μέγεθός τους και στις δυνατότητες που διαμόρφωσαν τη ζωή του, τη δυστυχία, τη φτώχεια, τον βορρά της Γαλλίας, το πεπρωμένο του, πιστεύω πως όλες αυτές οι αντιθέσεις τον έκαναν τόσο δυστυχισμένο. Τον αδερφό μου τον αρρώστησαν τα όνειρά του»

Η πρώτη μας «γνωριμία» με τον αδερφό του Εντουάρ Λουί έγινε το 2018 με το συγκλονιστικό πρώτο του βιβλίο «Να τελειώνουμε με τον Εντυ Μπελγκέλ». Μπελγκέλ είναι το αληθινό επώνυμο του συγγραφέα.

Ο αδερφός «επέστρεψε» το 2024, με το βιβλίο «Η κατάρρευση», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη. Και ολοκληρώνει μια συγγραφική πορεία ετών με θέμα την οικογένειά του. Οπως εξήγησε ο Λουί στα Μέσα Μαζικής Δικτύωσης: «Μετά από αυτό, δεν θα γράφω πια τη λέξη οικογένεια».

«Η κατάρρευση» του Εντουάρ Λουί είναι μια οδυνηρή ιστορία, ένα οικογενειακό δράμα, που περιέχει φτώχεια, βία, τζόγο, αλκοολισμό και θάνατο. Ο αδερφός του, που δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά του, ήταν εννέα χρόνια μεγαλύτερός του, είχε την ίδια μητέρα, αλλά όχι τον ίδιο πατέρα. Οταν η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, αυτό το αγόρι έπαψε να υπάρχει για τον πατέρα του. Εκτοτε παρουσίασε μια προβληματική συμπεριφορά και αργότερα οδηγήθηκε στον αλκοολισμό και την παραβατικότητα. Στα 38 του χρόνια πεθαίνει. Ο Εντουάρ Λουί ερευνά τη ζωή του, τις αναμνήσεις του, «ανακρίνει» τις γυναίκες που γνώριζε ο αδερφός του και προσπαθεί να συναρμολογήσει ένα παζλ με στοιχεία αρχικά ακατανόητα.

Ο «φάκελος» αυτής της έρευνας θα γίνει βιβλίο. Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια μεθοδική απαρίθμηση. Συγκεντρώνει μαρτυρίες και αναμνήσεις και σκιαγραφεί το πορτρέτο αυτού του άνδρα που συνεχώς καταρρέει και φτάνει στον προδιαγεγραμμένο θάνατό του παγιδευμένος σε μια βίαιη οικογένεια, σε ένα σύστημα που τον συνέτριψε. Οι αναγνώστες γίνονται μάρτυρες της σωματικής και ψυχολογικής βίας που υφίσταται με ανατριχιαστική ακρίβεια από τον συγγραφέα. Σκαλίζει ώς το μεδούλι την ιστορία ενός εθισμού που διαφθείρει τα πάντα, ενός αλκοολισμού που καταστρέφει, που ροκανίζει σώμα και ψυχή.

Ο Λουί προσπαθεί όμως και να λυτρωθεί από το βασανιστικό αίσθημα της ενοχής που αισθάνεται ο ίδιος γιατί έφυγε προκειμένου να επιβιώσει, δεν προσπάθησε να βοηθήσει τον αδερφό του για να μην τον ρουφήξει και αυτόν το χάος. Γράφει: «Δεν αισθάνθηκα τίποτα όταν έμαθα ότι πέθανε ο αδερφός μου∙ ούτε θλίψη ούτε απελπισία ούτε χαρά ούτε ευχαρίστηση. Ακουσα το νέο όπως ακούμε το δελτίο καιρού ή όπως θα ακούγαμε κάποιον να μας περιγράφει πώς πέρασε το απόγευμά του στο σούπερ μάρκετ. Είχα να τον δω σχεδόν 10 χρόνια. Δεν ήθελα πια να τον βλέπω».

Το μόνο που μπορεί να κάνει μετά τον θάνατο του αδελφού του είναι να γράψει. Γράφει για τα οικογενειακά μυστικά και ψέματα, για τη φτώχεια και την ανισότητα, για την κοινωνική αδικία, για τη διαλυμένη ζωή ενός ανθρώπου με τον οποίο έχει το ίδιο αίμα. «Οταν άρχισα την έρευνα για κείνον, σκέφτηκα πως το να γράψω την ιστορία του αδερφού μου σήμαινε να γράψω την ιστορία ενός αγοριού με μια εντελώς περιορισμένη ζωή, καθορισμένη από κοινωνικούς ντετερμινισμούς: αρρενωπότητα, φτώχεια, εγκληματικότητα, αλκοόλ, ακόμα πρόωρος θάνατος. Βλέπω όμως σήμερα πως η ζωή του έχει μια άλλη αφήγηση. (…)Να τι πιστεύω: στο περιβάλλον της παιδικής μου ηλικίας οι συνθήκες της ζωής μας μας υπαγόρευαν συχνά τα όνειρα και τις ελπίδες μας. Η βία του κοινωνικού ντετερμινισμού διαφαίνονταν επίσης και στον τρόπο με τον οποίο περιόριζε τις επιθυμίες μας: να πάρεις προαγωγή στο εργοστάσιο, να αγοράσεις μεγαλύτερη τηλεόραση, να πάρεις δάνειο για να αποκτήσεις αυτοκίνητο. Αν τα όνειρα του αδερφού μου ήταν τόσο μεγάλα και τόσο δυσανάλογα σε σχέση με την ύπαρξή του, αν τα όνειρά του τον βύθιζαν σε αυτή την απελπισία που μια μέρα έγινε η ουσία της ζωής του, τότε οι μηχανισμοί του κοινωνικού ντετερμινισμού απέτυχαν να τον καθορίσουν ολοκληρωτικά. Η κοινωνία δεν εκπλήρωσε την αποστολή της. Ή εκπλήρωσε ένα μέρος της, την επισφάλεια, την απομόνωση, το αλκοόλ. Οχι όμως τα υπόλοιπα. Οχι τον περιορισμό των ονείρων».

Η κορυφαία υπαρξιακή ερώτηση που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας με τον εαυτό του, αλλά και εμείς οι αναγνώστες, είναι το πόσο μας καθορίζει η οικογένειά μας, το εάν μπορούμε πράγματι να την «εγκαταλείψουμε» και βέβαια από ποιο σημείο και μετά οι πράξεις μας γίνονται πεπρωμένο. Ο Εντουάρ Λουί δεν έχει απαντήσεις, σκάβει και αναρωτιέται ώς το τέλος του βιβλίου για το πόσα πράγματα δεν γνωρίζει για τον εαυτό του αλλά και για τον νεκρό αδερφό του. Αυτό που στην πραγματικότητα αναζητά είναι ένα ανάχωμα απέναντι στη λήθη.