Υπέρ της μεγάλης οθόνης και της μαγείας της σκοτεινής κινηματογραφικής αίθουσας («αυτός είναι ο σωστός χώρος και ας έχουν πολλαπλασιαστεί οι τρόποι προβολής») μίλησε πρόσφατα η Γαλλίδα ηθοποιός με τα χίλια πρόσωπα, η μούσα των μεγάλων σκηνοθετών, Ιζαμπέλ Ιπέρ. «Δεν φτιάχνουμε ταινίες για να τις βλέπουμε μόνοι μας σε ένα δωμάτιο», παρατήρησε στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε, προσκεκλημένη του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.
Μα κι αυτό, ως διοργάνωση και θεσμός, τη μαγεία της μεγάλης οθόνης και της σκοτεινής αίθουσας υπερασπίζεται, μαζί και το δικαίωμα πρωτοεμφανιζόμενων ή νεότερων δημιουργών να βρίσκουν τρόπο μέχρι τη συνάντηση με τους θεατές τους, το δικαίωμα να υπάρχουν διεθνώς και διεθνώς να αναδεικνύονται δημιουργοί από χώρες που δεν τις προτιμούν οι πλατφόρμες κατά κανόνα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, το δικαίωμα βετεράνων ή και απόμαχων να κάνουν έναν καλλιτεχνικό απολογισμό μαζί με το κοινό που τους αγάπησε. Σε αυτά είναι εκ των πραγμάτων αφιερωμένο ένα τέτοιο φεστιβάλ – και μια ελάχιστη απόδειξη για όσα υπερασπίζεται ο θεσμός της Θεσσαλονίκης είναι και τα θέματα που θα συναντήσετε στις παρακάτω σελίδες. Σε αυτά και στη μεγάλη οθόνη που σου επιτρέπει να μη χάνεις τις σκηνοθετικές λεπτομέρειες (αυτές που συνθέτουν τελικά το ύφος και την υπογραφή του δημιουργού) και τις παραμικρές ερμηνευτικές αποχρώσεις (αυτές που επιβεβαιώνουν το ταλέντο ενός ηθοποιού) κι όλα αυτά να τα κουβεντιάζεις μετά με όσους έχεις μοιραστεί την προβολή.
Κι όμως όλα αυτά τα σκεφτόμουν παραδόξως αφού είχα παρακολουθήσει μία από αυτές τις σπάνιες, φωτεινές εξαιρέσεις στις εμπορικές πλατφόρμες, την αριστουργηματική πολωνική μίνι σειρά του Netflix «Χεβέλιους» («Heweliusz»), που σε σκηνοθεσία Jan Holoubek, επιστρέφει στα δραματικά γεγονότα της βύθισης του πολωνικού επιβατικού «MS Jan Heweliusz» στη Βαλτική και τον πνιγμό 56 ναυτικών κι επιβατών το 1993, καθώς και σε όσα ακολούθησαν, εμπλέκοντας τους επιβιώσαντες αλλά και τις οικογένειες των θυμάτων σε μία απίστευτη πολιτικοδημοσιογραφική οδύσσεια συγκάλυψης με λεπτομέρειες που ανακαλούν συνειρμικά τα Τέμπη.
Πρόκειται για μια εκπληκτική σειρά με προδιαγραφές αμερικανικής υπερπαραγωγής, αλλά ευρωπαϊκό πνεύμα που διατηρείται έως και την απουσία happy end. Κι όμως το «Χεβέλιους» το είχα δει μόνη μου σε ένα δωμάτιο, κόντρα στην παρατήρηση της Ιπέρ, στη μικρή οθόνη ενός λάπτοπ, όπως γαλουχείται να βλέπει πια όλη η νέα γενιά θεατών, χάνοντας σίγουρα κι αυτή, όπως κι εγώ εν προκειμένω, τις σκηνοθετικές λεπτομέρειες, τις ερμηνευτικές αποχρώσεις και στο φινάλε τη δυνατότητα να κουβεντιάσω ό,τι επί πέντε επεισόδια με είχε συνταράξει.
