Γιατί θεωρείται ο Δημήτρης ο καταλληλότερος για να υποδυθεί τον Χούλιο Τόγκα; Ποιος είναι αυτός ο Χούλιο και τι σχέση έχει με πιο ευρείες κοινωνικοπολιτικές σκέψεις για την εποχή μας, την απώλεια της ανησυχίας, της αυθεντικότητας και της επανάστασης μέσα από την τέχνη και την κοινωνία; Πού ήξερε ο Βασίλης τον Χούλιο και τον ανέδειξε; Ποιος είναι ο Βασίλης; Ο Suyako ποιος είναι; Και ποια είναι τελοσπάντων αυτή η «συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα»;
Ο Βασίλης είναι ο Βασίλης Μαγουλιώτης. Μπήκε δυναμικά στον χώρο του θεάτρου ως ηθοποιός, πάντοτε μας εκπλήσσει ευχάριστα έως πολύ ευχάριστα (από τους «Παίχτες» και το «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» έως το «Λεωφορείο ο πόθος», και πόσα ακόμα) και τώρα σκηνοθετεί την παράσταση «Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», της οποίας υπογράφει και το κείμενο, με το ψευδώνυμο «Suyako». «Είχα γράψει το έργο εδώ και κάποια χρόνια και ήθελα πολύ να το ανεβάσω», μας λέει. «Επρεπε να εφεύρω ένα όνομα αργεντίνικο, καθώς ναι μεν το έργο μας μεταφέρει στην Αργεντινή των περασμένων δεκαετιών, φτάνοντας στο 2007, αλλά οι αναλογίες με τη χώρα μας και το τώρα είναι εκεί, παρούσες».
Ο Δημήτρης είναι ο Δημήτρης Δρόσος. Ενας εκπληκτικός και πολύ ιδιαίτερος ηθοποιός του θεάτρου, της τηλεόρασης και του σινεμά, που δεν τον ξεχνάς (σ.σ. αξέχαστη μας έχει μείνει, για παράδειγμα, η ερμηνεία του στο «Ανθρωποι και ποντίκια» πριν από λίγα χρόνια). «Ο Δημήτρης θεωρείται ιδανικός για τον ρόλο λόγω της συγγένειας με τον χαρακτήρα του Χούλιο και του ειλικρινούς ρομαντισμού του για τη δουλειά. Ο κεντρικός ήρωας, ένας πρώην πολιτικός ακτιβιστής που πλέον περνάει μία κρίση μέσης ηλικίας, αναλαμβάνει την τελετή έναρξης ενός νέου, κρατικού πολιτιστικού ιδρύματος και τότε έρχεται αντιμέτωπος με διλήμματα που ορίζουν την ελευθερία και την ευτυχία του καθενός: Ποιο είναι το κέρδος και ποιο το κόστος της αντίδρασης; Ποια γενιά έχει την ευθύνη για αλλαγή; Ο ίδιος είναι ένας περίπλοκος, ιδιοσυγκρασιακός και σκανταλιάρης χαρακτήρας, δύσκολος στην ερμηνεία του, με αντιφατικές όψεις του προσωπικού και κοινωνικού συμβιβασμού. Το μεράκι και η εργατικότητα του Δημήτρη, η αφοσίωση στο έργο (που φαίνεται ακόμα και από την προσέλευση στην πρόβα) αναδεικνύουν τη σημασία της ουσιαστικής προσέγγισης στον ρόλο», εξηγεί ο Βασίλης Μαγουλιώτης.
Η αλήθεια είναι πως, βλέποντας κάποια σημεία από τις πρόβες, καθώς η παράσταση ξεκινάει μεθαύριο Δευτέρα, αν και καταλάβαμε πως μάλλον ο Χούλιο είναι ένας αντιπαθητικός ήρωας, λόγω της ερμηνείας του Δημήτρη Δρόσου κάπως τον συμπαθήσαμε. «Ο ρόλος απαιτεί μια πολυδιάστατη ερμηνεία και υπερβαίνει τα στερεότυπα, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο Δημήτρης είναι στον πυρήνα του ευγενής. Γι’ αυτό μπορεί να κινηθεί ερμηνευτικά και προς την αντίθετη κατεύθυνση», μας απαντά ο σκηνοθέτης, ο οποίος επέλεξε το ψευδώνυμο «Suyako» όχι από κάποιον Ιάπωνα που θαυμάζει, αλλά από το καρδιτσιώτικο «σουγιάκο μ’» (σ.σ. μικρός σουγιάς), όπως τον έλεγε χαϊδευτικά ο παππούς του. Και κάπου εκεί, καταλάβαμε πως αρχίζει να σοβαρεύει η συζήτηση…
«Κλείνουν πολύ εύκολα τα αυτιά και ανοίγει ακόμα ευκολότερα το στόμα πλέον»
«Ο Χούλιο υπάρχει γύρω μας;» ρωτάμε. «Ακόμα κι αν υπάρχει, ακινδυνοποιήθηκε (sic)» μας λέει ο Δημήτρης Δρόσος. Τη λέξη αυτή την ξεχωρίσαμε ήδη από τις πρόβες: «Ακινδυνοποιήθηκε». «Νομίζω ότι όλο αυτό το στοιχείο που έχει αυτός ο τύπος, που είναι ο σκανταλιάρης, ο απειθάρχητος, ο άτακτος με τον γλυκό τρόπο όμως, και που το φέρει από την εφηβική του ηλικία, κάτι το οποίο άρχισε να γίνεται για πλάκα ως νεανική αντίδραση και κατέληξε να γίνει τέχνη, ε δεν νομίζω ότι είναι η σημερινή εποχή τέτοια που το σηκώνει εύκολα αυτό. Νομίζω συμβιβαζόμαστε όλο και περισσότερο. Είναι αυτό που λέει ο Γκι Ντεμπόρ στην “Κοινωνία του θεάματος”: Βιώνουμε τη ζωή ως αναπαράσταση και όχι ως πραγματικότητα. Εχουμε φτάσει να μιλάμε για “πραγματική πραγματικότητα” για να ξεχωρίζουμε το αληθινό, το απτό!», συμπληρώνει ο Βασίλης. «Γιατί την είπα τώρα αυτή την παπάτζα; Για να πω πως σήμερα ενδεχομένως δεν υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, σαν αυτά που έκανε ο Χούλιο στα νιάτα του, που πηγαίνανε και πετάγανε σκατά σε τοίχους και μετά ζητάγανε λεφτά για να τα καθαρίσουν.
Ενδεχομένως η εποχή μας είναι ακόμα περισσότερο αναπαραστατική. Ενδεχομένως αν ένας νέος έκανε σήμερα κάτι παρόμοιο, να το έκανε για να αυξήσει τους ακολούθους του στο TikTok… Ωστόσο ναι, έχουμε παραδείγματα παροπλισμένων πρώην “οραματιστών” και στον καλλιτεχνικό χώρο, που πικραίνουν τους θαυμαστές τους: Από τον Σαββόπουλο, που ειδικά τώρα με τον θάνατό του έγινε πάρα πολλή κουβέντα για το τι ήταν, τι δεν ήταν, ποιοι πρέπει να πάνε στην κηδεία του και ποιοι δεν πρέπει, μέχρι τον Λεξ, που ακόμα δεν έχει προλάβει ο άνθρωπος να γίνει ένας Χούλιο Τόγκα, ένας Σαββόπουλος. Δηλαδή, ακόμα φαίνεται να είναι ρευστός και δεν μπορείς για την ώρα να τον καταδικάσεις. Αλλά ήδη ο διάλογος για τον Λεξ έχει αρχίσει να έχει πολλή κριτική για το τι ήταν, τι πάει να γίνει τώρα που βγάζει καπελάκια κ.λπ..».
«Λες και σαν μεγαλώνουμε γινόμαστε κυρ-Παντελήδες, νοικοκυραίοι», παίρνει τον λόγο ο Δημήτρης. «Αλλά άλλο ο νοικοκύρης, άλλο ο νοικοκυραίος. Ο νοικοκυραίος είναι αυτός που δεν τον ενδιαφέρει τι γίνεται έξω από το σπίτι του. Θεωρώ πως μπορεί μεγαλώνοντας να τακτοποιούμαστε, αλλά αυτή η ανησυχία μπορεί να παραμείνει. Η ανησυχία με την έννοια της σκέψης, της συναίσθησης, του προβληματισμού, της κινητοποίησης. Του να βγω απ’ το σπίτι μου, να είμαι ενεργός πολίτης. Το θέμα είναι να αντιστεκόμαστε κι εμείς στον εαυτό μας, να μην μας αφήνουμε σε ησυχία. Να μην λέμε “καλά είμαι εγώ, τι με νοιάζει για τους άλλους, τι συμβαίνει κοινωνικά, τι συμβαίνει στον δίπλα που δέρνει τη γυναίκα του κι εγώ δεν παρεμβαίνω”. Γιατί υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης, πάντα. Το θέμα είναι να είμαστε ενεργοί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να μας ενδιαφέρει ο διπλανός. Γιατί δεν μπορείς να είσαι ευτυχής, δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μόνος σου», καταλήγει.
«Το θέμα είναι να αντιστεκόμαστε κι εμείς στον εαυτό μας, να μη μας αφήνουμε σε ησυχία»
«Φαίνεται και στο έργο αυτό: Πώς η μικροϊστορία επηρεάζει την Ιστορία. Δηλαδή το πώς κινούνται οι κοινωνικές τεκτονικές πλάκες στην αυγή του 21ου αιώνα, και υπάρχουν μέρες που είμαστε συντονισμένοι με αυτή τη μεγάλη κλίμακα, όπως το βιώσαμε τις μέρες του 2008, τις μέρες του 2014-2015, το 2020 και όπως θα το βιώσουμε και τώρα με την Παλαιστίνη. Υπάρχουν στιγμές που συντονιζόμαστε με τη μεγάλη ιστορία, αλλά υπάρχουν και οι υπόλοιπες μέρες, οι οποίες είναι πολύ χλιαρές, που γύρω γίνονται πόλεμοι στη διπλανή πόρτα κι εμείς τους βλέπουμε μέσα από το σπίτι μας. Και δεν είναι ότι απλά είμαστε στον καναπέ μας και είμαστε μουδιασμένοι και απολύτως αδρανείς, απλά πρέπει να ξεσκατίσουμε το παιδί μας, να κάνουμε τη δουλειά μας, να υπάρξουμε σε μία καθημερινότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει “χάνομαι”. Δες εμάς, τους καλλιτέχνες: Ο Μπέκετ είχε πει πως “η συνήθεια είναι σιγαστήρας”. Με όσα γίνονται στον πολιτισμό, θα έπρεπε να είμαστε κάθε μέρα στους δρόμους και να τους πετάμε μπογιές και καδρόνια. Αλλά δυστυχώς αντέχουμε! Αντέχουμε, γιατί αγαπάμε αυτό το επάγγελμα και συνηθίζουμε να δουλεύουμε με απλήρωτες πρόβες, με επιχορηγήσεις άντε να μην πω, χωρίς συλλογικές συμβάσεις, τελείως διαλυμένοι και αποσαθρωμένοι, σε θέατρα με κατσαρίδες και με δεν ξέρω τι. Και αντέχουμε», καταλήγει ο Βασίλης (σ.σ. εξαιρετικά ήρεμος, παρά τα όσα έντονα λέει).
«Χρειάζεται συλλογικότητα. Δεν γίνεται αλλιώς. Χρειάζεται μια συγκίνηση. Συν-κίνηση. Μια συμμετοχή, συνδιαλλαγή κοινωνική και πνευματική. Πρέπει όμως να αντιστεκόμαστε και λίγο στο εγώ μας, διότι είναι μια εποχή που, εδώ και καιρό, και έτσι όπως εξελίσσεται, φέρνει το εγώ πολύ μπροστά. Πάρα πολύ μπροστά. Ειδικά με τα σόσιαλ που φτιάχνει ο καθένας το δικό του μαγαζάκι, ξεχνάμε τους κοινούς μας παρονομαστές. Πρέπει, δηλαδή, να φτάσουμε πάντα στον πάτο για να θυμηθούμε ότι είμαστε μαζί; Νομίζω είναι προφανές. Απλώς αναρωτιέμαι, πού είναι ο πάτος… Γι’ αυτό και προσπαθούμε να αντιστεκόμαστε με τις συναντήσεις. Και με τις συναντήσεις όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και με το κοινό, με αγνώστους προς εμάς με τους οποίους θα επικοινωνήσουμε το δικό μας αφήγημα, που δεν χρειάζεται να το αποδεχτεί κανείς, απλώς να το ακούσει. Διότι νομίζω ότι κλείνουν πολύ εύκολα τα αυτιά και ανοίγει ακόμα ευκολότερα το στόμα πλέον», συνεχίζει ο Δημήτρης.
«Κάποιοι δηλώνουν ότι η ευαισθησία θα είναι η καινούργια επανάσταση. Δεν ξέρω πόσο θα παραμείνουμε ευαίσθητοι στα επόμενα χρόνια, γιατί ακόμα κι όταν πηγαίνουμε να δούμε ένα θέαμα ή ακρόαμα, έχουμε συγκεκριμένες απαιτήσεις. Δεν πηγαίνουμε καθαροί. Δεν πηγαίνουμε ανοιχτοί να εκπλαγούμε ή να μην εκπλαγούμε, να μην μας αρέσει. Πηγαίνουμε με ένα αίτημα: Οτι εγώ έχω πληρώσει για να πάω να ευχαριστηθώ… Ασε που το θέατρο θα γίνεται όλο και πιο ακριβή ιστορία. Με ζωντανούς ηθοποιούς, σε λίγο θα είναι τεράστια πολυτέλεια στην εποχή του ΑΙ», λέει ο Βασίλης. «Γιατί είναι σημαντικές οι συναντήσεις –κάθε είδους! Για να βγαίνουμε από το ψηφιακό, το τεχνητό. Μέσα από όλα αυτά που βιώνουμε και μέσα από όλη αυτή την ψηφιακή εικόνα, νιώθω ότι οι αισθήσεις χάνονται. Να αποκαταστήσουμε τις αισθήσεις μας, αυτό είναι το διακύβευμα. Να τις επανακατακτήσουμε. Να κρατήσουμε την ανθρωπινότητά μας (sic) ζωντανή, γαμώτο», καταλήγει ο Δημήτρης.
ℹ️ «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» | Κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8 και Στουρνάρη, Αθήνα, τηλ. 2108256838). Προπώληση: www.more.com. Παίζουν: Δημήτρης Δρόσος, Αρης Μπαλής, Μαρία Αποστολακέα, Μελίνα Πολυζώνη, Μικές Γλύκας (υπογράφει και τη μουσική). Σκηνικά / Κοστούμια: Εύα Γουλάκου. Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
