«Η Meta παραβίασε τον Νόμο περί Ψηφιακών Υπηρεσιών (DSA) μην παρέχοντας στους χρήστες του Facebook και του Instagram απλούς μηχανισμούς για την αναφορά παράνομου περιεχομένου, δήλωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε πρόσφατη προκαταρκτική απόφαση» επισημαίνει το αμερικανικό περιοδικό τεχνολογίας «Ars Technica».
Γράφει ακόμα ότι η Meta δεν παρείχε στους χρήστες έναν αποτελεσματικό τρόπο για να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις εποπτείας περιεχομένου, όπως ανακοίνωσε η Κομισιόν.
«Οσον αφορά τη Meta, ούτε το Facebook ούτε το Instagram φαίνεται να παρέχουν έναν φιλικό και εύκολα προσβάσιμο μηχανισμό “Ειδοποίησης και Δράσης” για τους χρήστες, ώστε να επισημαίνουν παράνομο περιεχόμενο, όπως π.χ. υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και τρομοκρατικό περιεχόμενο», αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επιπροσθέτως τονίζει ότι οι μηχανισμοί της Meta φαίνεται να «επιβάλλουν αρκετά περιττά βήματα και πρόσθετες απαιτήσεις στους χρήστες. Επιπλέον, τόσο το Facebook όσο και το Instagram φαίνεται να χρησιμοποιούν τα λεγόμενα “σκοτεινά μοτίβα” ή παραπλανητικά σχέδια διεπαφής, όσον αφορά τους μηχανισμούς “Ειδοποίησης και Δράσης”».
Ετερη διαπίστωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι οι μηχανισμοί προσφυγής για εποπτεία περιεχομένου που χρησιμοποιούνται από το Facebook και το Instagram «δεν επιτρέπουν στους χρήστες να παρέχουν εξηγήσεις ή υποστηρικτικά στοιχεία για να τεκμηριώσουν τις προσφυγές τους. «Αυτό», εξηγεί «δυσκολεύει τους χρήστες στην Ε.Ε. να εξηγήσουν περαιτέρω γιατί διαφωνούν με την απόφαση της Meta για το περιεχόμενο, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού προσφυγής».
Τα προκαταρκτικά ευρήματα πάντως μπορούν να αμφισβητηθούν από τη Meta πριν η Κομισιόν λάβει τελική απόφαση. «Εάν οι απόψεις της Επιτροπής επιβεβαιωθούν τελικά, αυτή μπορεί να εκδώσει απόφαση μη συμμόρφωσης, η οποία μπορεί να επιφέρει πρόστιμο έως και 6% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του παρόχου», ανέφερε η ανακοίνωση.
Σημειώνει δε ότι «η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει υψηλές χρηματικές ποινές για να υποχρεώσει μια πλατφόρμα να συμμορφωθεί». Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι ενδεχόμενη τιμωρία της Meta θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει αντιταχθεί στην ευρωπαϊκή ρύθμιση των αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας. Μάλιστα ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απειλήσει με μεγάλους δασμούς χώρες που επιβάλλουν κανόνες ψηφιακών υπηρεσιών σε αμερικανικές εταιρείες. «Η Ε.Ε. κατέληξε σε δασμολογική συμφωνία με τις ΗΠΑ το καλοκαίρι, η οποία όπως ελπίζουν οι αξιωματούχοι θα περιορίσει περαιτέρω δασμούς, αλλά οι συνομιλίες συνεχίζονται για την εφαρμογή της συμφωνίας», σχολιάζει η «Wall Street Journal».
Ο πρόεδρος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), Αντριου Φέργκιουσον, προειδοποίησε πρόσφατα τη Meta και άλλες δώδεκα εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τεχνολογίας ότι «η επιθυμία των Αμερικανών για συμμόρφωση με τους νόμους, τις απαιτήσεις ή τις αναμενόμενες απαιτήσεις μιας ξένης δύναμης μπορεί να παραβιάζει το αμερικανικό Δίκαιο». Μάλιστα οι σχετικές επιστολές του Φέργκιουσον επισημαίνουν ότι ο Νόμος περί Ψηφιακών Υπηρεσιών της Ε.Ε. και άλλοι αντίστοιχοι νόμοι «δίνουν κίνητρα στις εταιρείες τεχνολογίας να λογοκρίνουν τον παγκόσμιο λόγο». Η Meta πάντως δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι «διαφωνούμε με οποιαδήποτε υπόνοια ότι έχουμε παραβιάσει τον Νόμο περί Ψηφιακής Ασφάλειας (DSA) και συνεχίζουμε να διαπραγματευόμαστε με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για αυτά τα θέματα». Προσθέτει, δε, ότι η Meta ανακοίνωσε πως προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές για να συμμορφωθεί με τον Νόμο περί Ψηφιακής Ασφάλειας (DSA).
«Στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουμε εισαγάγει αλλαγές στις επιλογές αναφοράς περιεχομένου, στη διαδικασία προσφυγής και στα εργαλεία πρόσβασης σε δεδομένα από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος περί Ψηφιακής Ασφάλειας (DSA) και είμαστε βέβαιοι ότι αυτές οι λύσεις ταιριάζουν με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας στην Ε.Ε.», υποστήριξε η Meta. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε πως «προκαταρκτικά διαπίστωσε ότι τόσο η Meta, όσο και το TikTok παραβίασαν την υποχρέωσή τους για τον Νόμο περί Ψηφιακής Ασφάλειας βάσει του οποίου πρέπει να παρέχουν στους ερευνητές επαρκή πρόσβαση σε δημόσια δεδομένα».
