Στις 22 Ιουλίου 2018 στέγνωνε για πάντα η γραφίδα του Μάνου Ελευθερίου. Για πάντα; Μπορεί και όχι…
Μερικούς μήνες αργότερα, η αδελφή του Λιλή Ελευθερίου άρχιζε να τυπώνει ολιγοσέλιδα τεύχη, στα οποία φίλοι και συνεργάτες του αδελφού της έγραφαν για εκείνον. Ολα στη μνήμη του.
Μερικά από τα τεύχη αυτά έχουν παρουσιαστεί και από εδώ, τις «Νησίδες», σήμερα, ωστόσο, εστιάζουμε σε ένα διαφορετικό κείμενο. Είναι το «Πουκάμισο ματωμένο», που έγραψε η Λιλή Ελευθερίου.
Με την άδειά της το δημοσιεύουμε αυτούσιο.
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Τα τελευταία καλοκαίρια συνήθως πηγαίναμε με τον αδελφό μου στη Σύρο για λίγο, για μια εβδομάδα. Ο Μάνος έπαιρνε πολύ λίγα πράγματα μαζί του, μόνο μια βαλιτσούλα. Γιατί, ό,τι βιβλία ήταν να στείλει στις βιβλιοθήκες και στο Ιστορικό Αρχείο του νησιού, τα έστελνε από την Αθήνα· είχε στείλει περίπου 45.000 βιβλία. Μέσα σ’ αυτή τη μικρή βαλίτσα λοιπόν ανάμεσα στα λιγοστά του ρούχα, υπήρχε κι ένα πουκάμισο άσπρο που όταν το φορούσε το έκλεινε μέχρι πάνω, με δυο τσέπες όπου έβαζε τα τσιγάρα του, την ταυτότητά του και μερικά λεφτά για να πληρώνουμε το εστιατόριο ή για κάποια μικροαγορά.
Κάποια στιγμή –δεν ξέρω πώς έγινε– εκεί που κάπνιζε, έπεσε η κάφτρα του τσιγάρου και άνοιξε μια τρύπα, αριστερά στην τσέπη και λίγο πιο κάτω άλλη μια.
Οοο! Η ισορροπία του χάλασε. Στενοχωρήθηκε πολύ· ήταν από τα αγαπημένα του πουκάμισα. Νόμιζα ότι κάτι μας είχε συμβεί σοβαρό. “Βρε Λιλάκι”. Μου δείχνει το τρύπιο πουκάμισο και μου λέει θλιμμένος: “Κάνε κάτι, σε παρακαλώ”. Το κοίταξα, το ξανακοίταξα, το σκέφτηκα, του λέω: “Με αφήνεις να κάνω ό,τι θέλω;”. “Ο,τι θέλεις”.
Τότε κατεβήκαμε κάτω στην πόλη, εκείνος κάθισε σ’ ένα καφενείο. Εγώ τρύπωσα μέσα στα στενά δρομάκια του κέντρου και μπήκα σ’ ένα μαγαζί με κλωστές. Εψαχνα να δω τι μπορώ να κάνω. Αλλά έπρεπε να βρω κάτι, ώστε εάν έραβα τις τρύπες με κλωστή, να μην έκανα σούρα.
Δεν του άρεσαν καθόλου οι σούρες! Επρεπε πάντα τα πουκάμισά του να είναι ίσια και σιδερωμένα καλά. Πώς να μαζέψω μια τρύπα, πώς να την ενώσω και να μην κάνει σούρα;
Ευτυχώς εκεί που έψαχνα απεγνωσμένα βρήκα μπροστά μου ένα γράμμα κεντημένο, το Ε δυστυχώς όμως –δεν υπήρχε το Μ–, ωραία, λύσαμε το πρώτο! Αλλά με το δεύτερο πρόβλημα, τι κάνουμε; Και ξαφνικά συνέλαβα την ιδέα!
Να καλύψω την τρύπα του πουκαμίσου που ήταν λίγο κάτω από την καρδιά, με μια πέτρα κόκκινη. Και δεν τη διάλεξα τυχαία, γιατί τον θυμάμαι πολύ συχνά να μου λέει: “Μάτωσα για να το γράψω αυτό, Λιλάκι!”.
Αρχίζω το ράψιμο, αλλά συγχρόνως ανησυχώ, γιατί πολύ συχνά μου έλεγε κατ’ στις ιδίαν συζητήσεις μας: “Παιδί μου, αυτά που κάνεις είναι για το Παρίσι, εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι το ίδιο”. Κι έτσι έραβα μέσα στην ανησυχία. Μόλις τελείωσα, του λέω: “Κλείσε τα μάτια”.
Τον οδήγησα μπροστά από ένα έπιπλο με καθρέφτη που είχε αγοράσει από ένα κουρείο και του είπα: “Ανοιξε τα μάτια και δες”. Εκείνος κοίταξε το είδωλό του και κάρφωσε το βλέμμα του στο πουκάμισο.
Τώρα θα σου λένε όλοι: “Κύριε Ελευθερίου, στάζει η καρδιά σας αίμα”. Δεν είπε κουβέντα. Μόνο φόρεσε περήφανος το πουκάμισο, το κούμπωσε μέχρι πάνω όπως συνήθιζε πάντα και μου είπε: “Πάμε!”.
Οσο ήμασταν έξω όλο και τράβαγε το πουκάμισο για να φανεί η κόκκινη χάντρα. Και όσοι τον συναντούσαν στον δρόμο, του έλεγαν όντως: “Σαν να στάζει αίμα η καρδιά σας, αίμα, κύριε Ελευθερίου”.
Είχε τρελαθεί από τη χαρά του. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο είχε ενεργοποιηθεί. Ενας λόγος που τον άγγιξε πολύ όλο αυτό, ήταν γιατί είχε κάνει πρόσφατα εγχείρηση. Η καρδιά του ήταν ταλαιπωρημένη, βασανισμένη, κομμένη, ραμμένη, μισή.
Οταν φόρεσε το πουκάμισο, δυο-τρεις φορές και έπρεπε να το δώσουμε στο καθαριστήριο, είχε αναστατωθεί μήπως χαλούσε. “Και τώρα βρε Λιλάκι για δες;”. Τον καθησύχασα, του έλεγα να μη φοβάται και ότι θα το έφτιαχνα ξανά και ξανά, όσες φορές χρειαστεί!
Γιατί παρ’ όλο που ήμουν η μικρή του αδελφή… ό,τι και να συνέβαινε στη ζωή του, μεγάλο ή μικρό, η μόνη μου έγνοια πάντα ήταν να μην αγωνιά, να τον κάνω να ηρεμεί…
Μακάρι να μπορούσα… γιατί αν μπορούσα θα το έκανα, με μια μαγική κλωστή να έραβα και πάλι το νήμα της ζωής του».
