«Οσο, εξαιτίας του νόμων και των ηθών, θα υπάρχει μια κοινωνική καταδίκη που εν μέσω πολιτισμού θα δημιουργεί τεχνητά την κόλαση και θα μπερδεύει την ανθρώπινη μοίρα με το πεπρωμένο που είναι θείο· όσο τα τρία προβλήματα του αιώνα -ο ξεπεσμός του άντρα από την προλεταριοποίηση, η εξαχρείωση της γυναίκας από την πείνα και ο μαρασμός του παιδιού από την αμορφωσιά-μένουν άλυτα· όσο θα είναι δυνατή σε ορισμένες περιοχές η κοινωνική ασφυξία· με άλλα λόγια και από μια ευρύτερη σκοπιά, όσο στη γη θα υπάρχει άγνοια και αθλιότητα, βιβλία σαν και αυτό μάλλον δεν θα είναι ανώφελα».
Αυτός είναι ο πρόλογος του Βικτόρ Ουγκό στους Αθλίους, το 1862. 163 χρόνια μετά, κρατάμε στα χέρια μας, σε νέα έκδοση, το βιβλίο που έγινε ταυτόσημο με τον αγώνα του ανθρώπου να διεκδικήσει μια καλύτερη μοίρα· το γιγαντιαίο έργο του Ουγκό Οι Αθλιοι κυκλοφόρησε πρόσφατα σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια του Ωρίωνα Αρκομάνη.
Αυτό το εγχείρημα έχει τουλάχιστον δύο -ανάμεσα σε πολλές άλλες- «προκλήσεις» για το σπουδαίο αυτό λογοτεχνικό έργο: η μία είναι το κατά πόσο αφορούν το σήμερα οι έγνοιες και τα βάσανα μιας κοινωνίας σαν εκείνης του Γιάννη Αγιάννη και η δεύτερη είναι το γιατί να ξαναμεταφραστεί ένα έργο που έχει αμέτρητες εκδόσεις, έχει ανεβεί στο θέατρο, έχει γίνει ταινία και όλοι λίγο πολύ ξέρουμε την υπόθεσή του;
Η πρώτη πρόκληση (που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα αν σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να διαβάσει δύο ογκωδέστατους τόμους με πάνω από 1.300 σελίδες ο καθένας) βρίσκει εν τέλει την απάντησή της στα άλυτα κοινωνικά προβλήματα, στην ουσία και τον ρόλο της δικαιοσύνης, στην κρατική διαφθορά και άλλα δεινά που ταλαιπωρούν αμείωτα από εκείνα τα χρόνια ώς σήμερα τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Η δεύτερη πρόκληση γι’ αυτήν την τελευταία έκδοση έρχεται να «συναντήσει» τον μεγάλο διάλογο που έχει ανοίξει στα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας, αλλά και διεθνώς, σε σχέση με την αναμετάφραση κλασικών έργων. Η γράφουσα αυτό το κείμενο είναι υπέρ της αναμετάφρασης αρκεί αυτή να ξεπερνά σε ποιότητα, αξιοπιστία και γλώσσα τις προϋπάρχουσες μεταφράσεις. Η μετάφραση του Ωρίωνα Αρκομάνη πληροί όλες αυτές τις παραμέτρους. Και βέβαια θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνονται για πρώτη φορά επτά κεφάλαια που ο Ουγκό δεν είχε συμπεριλάβει στην αρχική έκδοση των Αθλιων και πρωτοεκδόθηκαν στη Γαλλία το 2018 με τον τίτλο «Τα λουλούδια».
Ο Ουγκό περιγράφει τη ζωή των φτωχοδιάβολων, των εξαθλιωμένων κατοίκων του Παρισιού στις αρχές του 19ου αιώνα. Κεντρικός ήρωας είναι ο Γιάννης Αγιάννης (Ζαν Βαλζάν), επί 19 χρόνια κατάδικος γιατί έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί, που αποφυλακίζεται και προσπαθεί να επανενταχθεί στην κοινωνία. Ο Αγιάννης είναι η προσωποποίηση του Καλού που αντιμάχεται καθημερινά το Κακό. Εξι χρόνια αργότερα έχει αλλάξει το όνομά του, είναι ένας εργατικός, τίμιος και πλούσιος εργοστασιάρχης και έχει διοριστεί δήμαρχος της πόλης όπου κατοικεί. Καταδιώκεται επίμονα από τον Ιαβέρη και αποκαλύπτει την αληθινή του ταυτότητα. Επιστρέφει και πάλι στη φυλακή αλλά δραπετεύει γρήγορα. Με την Τιτίκα (Κοζέτ), την κόρη μιας πρώην πόρνης που έχει πάρει υπό την προστασία του, βρίσκει καταφύγιο σε ένα μοναστήρι του Παρισιού. Φεύγουν δέκα χρόνια μετά. Ενας φοιτητής, ο Μάριος Πομερσί, ερωτεύεται την Κοζέτ, η οποία είναι πλέον μια πανέμορφη κοπέλα. Εξεγερμένοι φοιτητές, υπό την αρχηγία του Ενζολορά, προετοιμάζουν επανάσταση την παραμονή της εξέγερσης του Παρισιού στις 5-6 Ιουνίου του 1832, μετά τον θάνατο του στρατηγού Λαμάρκ, του μόνου Γάλλου ηγέτη που ενδιαφερόταν για τις λαϊκές τάξεις. Στην επανάσταση συμμετέχουν και οι φτωχοί, συμπεριλαμβανομένου και του μικρού χαμινιού Γαβριά. Ο Αγιάννης μαθαίνοντας ότι ο αγαπημένος της Κοζέτ συμμετέχει στην εξέγερση, ενώνεται με τους φοιτητές, χωρίς να είναι σίγουρος αν θέλει να τον προστατεύσει ή να τον σκοτώσει. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Αγιάννης σώζει τον Ιαβέρη από τα χέρια των φοιτητών που σκόπευαν να τον εκτελέσουν και τον ελευθερώνει. Απομακρύνει τον τραυματισμένο Μάριο, αλλά όλοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του Γαβριά, σκοτώνονται. Ο Αγιάννης διαφεύγει μέσω των υπονόμων, κουβαλώντας τον τραυματισμένο Μάριο στους ώμους του. Στην έξοδο πέφτει πάνω στον Ιαβέρη, τον οποίο πείθει να του δώσει διορία για να επιστρέψει τον Μάριο στην οικογένειά του. Ο Ιαβέρης δέχεται, ενώ αντιλαμβάνεται ότι είναι παγιδευμένος ανάμεσα στην πίστη του στον νόμο και στο έλεος που του έδειξε ο Αγιάννης. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσει το δίλημμά του, αυτοκτονεί πέφτοντας στα νερά του Σηκουάνα και ο Αγιάννης μένει για πάντα ελεύθερος.
Γιατί να ξαναδιαβάσουμε τους Αθλίους; «Αν ο συγγραφέας κατάφερνε να βγάλει από μέσα του αυτό που είχε μέσα του και να βάλει σε τούτο το βιβλίο όλη του τη σκέψη, πώς θα περιέγραφε τον Γιάννη Αγιάννη; Θα ήταν ένα είδος σύγχρονου Ιώβ, που αντί για κοπριά θα είχε όλο τον όγκο του Κακού που περιέχει η σύγχρονη κοινωνία. Και αντί για έλκη, αυτός ο Ιώβ θα είχε το ανεπανόρθωτο, το αμετάκλητο, τους ατέλειωτους εξευτελισμούς, την κοινωνική καταδίκη που εγγράφεται ακόμα και τούτη την ώρα στον Νόμο. Και αυτός ακόμα θα είχε δικαίωμα να πει: Και εσείς θα περάσετε απ’ αυτόν τον δρόμο!» Αυτή η παράγραφος είναι μια παραλλαγή προλόγου που βρέθηκε γραμμένη στο πίσω μέρος ενός φακέλου, σφραγισμένη από το γαλλικό Ταχυδρομείο στις 11/6/1860.
Και εμείς λοιπόν, η δική μας κοινωνία, περάσαμε και περνάμε από αυτόν τον δρόμο. Οπως και οι κοινωνίες πολλών άλλων λαών σε όλο τον κόσμο. Ξαναδιαβάζοντας τους Αθλίους, όπως εύστοχα αναφέρει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο μεταφραστής, «η καταγγελία των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που οδηγούν την πλειονότητα του λαού στην εξαθλίωση, στην πορνεία και στον αγώνα για την επιβίωση, η αδικία του κράτους και των ισχυρών, η έλλειψη δωρεάν παιδείας, η θανατική ποινή και τα κάτεργα, η οικονομική αποκέντρωση, το περιβάλλον, η βιομηχανική επανάσταση, η αγάπη, ο έρωτας, η φιλευσπλαχνία, η τρυφερότητα μαζί με τον βαθύ σεβασμό προς τη διαφορετικότητα είναι μερικά μόνο από τα θέματα που ο Ουγκό επεξεργάζεται στο βιβλίο αυτό με γνώση και βαθιά ευαισθησία. Πρόκειται για ένα διαχρονικό μάθημα ζωής!».
