O Δημήτριος διατηρεί ένα εργαστήριο μαχαιροποιίας. Τον Αύγουστο, ο κόσμος συρρέει στον ναό της Παναγίας και κάποιοι αγοράζουν έναν σουγιά ως αναμνηστικό του προσκυνήματος. Στο κρεοπωλείο, οι πελάτες παρακολουθούν τον Εμμανουήλ να κόβει το φρέσκο κρέας σε μερίδες. Ο Αρίστος, ο κουρέας από απέναντι, περιμένει τους πελάτες. Δυνατές χαρούμενες φωνές παιδιών κάτω από τον πλάτανο γεμίζουν την πλατεία του χωριού. Ωρα για μεσημεριανό!».
Εικόνες οικείες που αντικρίζουμε στους τόπους καταγωγής μας τους καλοκαιρινούς μήνες, κυρίως τον Αύγουστο, οπότε κορυφώνονται οι άδειες και οι διακοπές. Η Αθήνα αδειάζει, τα χωριά γεμίζουν από τους πρόσκαιρους επισκέπτες δίνοντας εφήμερη ζωντάνια, πασπαλίζοντας με ευδαιμονία και νοσταλγία τις στιγμές πριν επιστρέψει η μελαγχολία του φθινοπώρου.
Εικόνες που αιχμαλώτισε με τον φακό του ο Ελβετός Βόλφγκανγκ Μπερνάουερ στο δίγλωσσο λεύκωμα (ελληνικά-αγγλικά) με τίτλο «Το ελληνικό χωριό μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Εικόνες από το ελληνικό ορεινό χωριό που φθίνει, από ένα ιδεατό χωριό που πρέπει να διασωθεί, να επιβιώσει. «Η νεωτερικότητα έχει προ πολλού επικρατήσει. Η κοπιαστική εργασία στα χωράφια, ελλείψει ευκαιριών κατάρτισης, και το πενιχρό εισόδημα από την παραδοσιακή τέχνη δεν αποτελούν προοπτικές για το μέλλον, και όχι μόνο για τη νεολαία. Οι δελεασμοί και οι ευκαιρίες εργασίας στα αστικά κέντρα της Ελλάδας έχουν ερημώσει ολόκληρα ορεινά μέρη και τοπία. Σχεδόν σε κάθε σπίτι υπάρχει η επιγραφή “πωλείται”. Αλλά ακόμα και οι χαμηλότερες τιμές δεν μπορούν να σταματήσουν τη φθορά» παρατηρεί ο ίδιος.
«Σε κάποια χωριά, σαν από πείσμα θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, έχει σχηματιστεί ένας σκληρός πυρήνας. Ανθρωποι που θέλουν ή που πρέπει να μείνουν. Οικογένειες που παραμένουν ενωμένες και είναι ευχαριστημένες με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους. Ηλικιωμένοι που επέστρεψαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους μετά από χρόνια στο εξωτερικό» συνεχίζει. «Στην αγροτική Ελλάδα πτυχές της αυθεντικής ζωής του χωριού μπορεί κανείς ως φωτογράφος να βρει και σε μικρές κοινότητες συμβίωσης. Βάζοντάς τες μαζί αυτές, σαν πέτρες μωσαϊκού, προκύπτει ένας μικρόκοσμος: Το ελληνικό χωριό μου».
Οφθαλμίατρος, συγγραφέας και φωτογράφος, ανιψιός του εφευρέτη του πολωτικού φίλτρου -άλλωστε οι γυάλινες πλάκες και τα παλιά μηχανήματα από την οικογενειακή συλλογή ήταν το κίνητρο για τα πρώτα φωτογραφικά πειράματα-, ο Μπερνάουερ αποτυπώνει με τόλμη και ευαισθησία την αυθεντική ατμόσφαιρα της ζωής του χωριού στο πολυσέλιδο λεύκωμα που χωρίζεται σε ενότητες.
«Οσο υπάρχει τουλάχιστον ακόμη ο φούρναρης, ο κρεοπώλης, το καφενείο, η κοινότητα του χωριού παραμένει λειτουργική»
Πρώτα το «Καφενείο», το κέντρο της κοινότητας δηλαδή, «εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, συζητούν μεταξύ τους, παίζουν, μεταδίδουν και ακούνε ειδήσεις». Πολλά καφενεία είναι και παντοπωλεία. Η «Αγορά», η καρδιά του χωριού. «Οσο υπάρχει τουλάχιστον ακόμη ο φούρναρης, ο κρεοπώλης, το καφενείο, η κοινότητα του χωριού παραμένει λειτουργική». Στη συνέχεια «Η ενδοχώρα»: «Η γεωργία μικρής κλίμακας και καλλιέργεια σε αναβαθμίδες εξακολουθούν να αποτελούν τα χαρακτηριστικά της ελληνικής αγροτικής οικονομίας μέχρι σήμερα» παρατηρεί ο συγγραφέας. «Ενώ με την οικονομική κρίση του 2010 και την αυξανόμενη ανεργία πολλοί νέοι επιστρέφουν και αναβιώνουν τα χωριά και οι τόποι καταγωγής των οικογενειών τους. Πολλοί νέοι αγρότες καταγίνονται με τη βιολογική γεωργία ή ειδικεύονται, για παράδειγμα, στην εκτροφή σαλιγκαριών ή την εξαγωγή τρούφας. Ενα προμήνυμα γεμάτο ελπίδα για το μέλλον!».
Η «Εκκλησία», αναπόσπαστο μέρος του λευκώματος, «ειδικά στην αγροτική Ελλάδα μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να διαμορφώνει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι γιορτές, οι τελετουργίες, τα ήθη και τα έθιμα αποτελούν βασικά μέρη της ιδιωτικής και δημόσιας ζωή τους». Οπως και «Η γιορτή» καθώς το ελληνικό εορταστικό ημερολόγιο περιέχει θρησκευτικές παραδόσεις και αναμνήσεις ιστορικών γεγονότων. «Το Πάσχα και η Κοίμηση της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου, εορτάζονται ως εθνικές εορτές με επισημότητα και μεγάλη κατάνυξη. Σε κάθε χωριό, μια φορά τουλάχιστον τον χρόνο, υπάρχουν τοπικές γιορτές. Το πανηγύρι τελείται την ημέρα του πολιούχου αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένα η εκκλησία ή το παρεκκλήσι. Σε μερικά πανηγύρια έρχονται μόνο λίγοι πιστοί και σε άλλα εκατοντάδες ή και χιλιάδες…».
Η ελληνική περιπέτεια του Βόλφγκανγκ Μπερνάουερ άρχισε όταν ως νεαρός φοιτητής διάβασε ένα άρθρο στη Neue Zurcher Ζeitung για το ορθόδοξο Πάσχα στην Κάρπαθο – το οποίο μπόρεσε να το ζήσει λίγους μήνες αργότερα. Μετά άρχισε συστηματικά να αναζητά περισσότερα για τα παραδοσιακά χωριά, ερευνούσε και φωτογράφιζε ταξιδεύοντας για μέρες και μήνες. Η παραμονή για αρκετές εβδομάδες στην Ολυμπο της Καρπάθου το 1996 στάθηκε αφορμή να ξεκινήσει το μακρόπνοο έργο του «Το ελληνικό χωριό μου». Οπως περιγράφει: «Κοντά στα αλβανικά σύνορα, περπάτησα τα υπέροχα διατηρημένα χωριά της Πίνδου. Στη νότια Πελοπόννησο κοίταξα μέσα στον αρχαίο κάτω κόσμο. Περιέπλευσα με το σκάφος μου στο διαβόητο ακρωτήριο Μαλέας -το Ακρωτήριο του Διαβόλου- και στο Λιβυκό Πέλαγος. Στις νότιες ακτές της Κρήτης και Νοέμβριο μήνα μπόρεσα να απολαύσω το κολύμπι […]».
Τους ανθρώπους που φωτογράφισε τους έμαθε με τα μικρά τους ονόματα. Στην επίσκεψή του στη Μονή Φιλοσόφου ο μοναχός Ιωάννης έβγαλε κάποιες σελίδες από την Αγία Γραφή και του της έδωσε μαζί με ένα κομμάτι ψωμί για καλό ταξίδι. Ο Νίκος, σελοποιός, του περιέγραψε πώς χρησιμοποιούσε ιδανικά σχέδια κοπής και ότι πολλά τεχνάσματα τα ανακάλυψε όταν ξεκολλούσε τις μπότες Γερμανών αξιωματικών. Ο Παναγιώτης τού έδειξε ένα έγγραφο του 1943, με το οποίο ο πατέρας του και άλλοι έξι συγχωριανοί αρτοποιοί της Νάξου διατάχθηκαν για υποχρεωτικές εισφορές προς τα γερμανικά στρατεύματα.
«Η μαγειρίτσα, μια σούπα με τα εντόσθια των αρνιών του Πάσχα, ήταν μια λιχουδιά που μπόρεσα να απολαύσω με την οικογένεια της Πόπης στον Ολυμπο» συνεχίζει με ενθουσιασμό. «Γνώρισα τον Αρίστο και τη Φωτεινή κατά τη συγκομιδή μαστίχας στη Χίο. Οι χαρισματικές αυτές συναντήσεις και το γεγονός ότι κατάφερα να αποτυπώσω τις σχετικές ιστορίες και την ατμόσφαιρα σε φωτογραφίες και να τις κάνω ορατές και αισθητές, πραγματικά με γεμίζουν ευτυχία».
Το κύριο φωτογραφικό θέμα του Ελβετού φωτογράφου είναι ο άνθρωπος και το πολιτισμικό του περιβάλλον, ενώ η μέθοδός του είναι παρόμοια με εκείνη του Φρεντερίκ Μπουασονά (1858-1946), ο οποίος από τη Γενεύη ταξίδεψε στην Ελλάδα και με προσωπικά έξοδα και μεγάλο τεχνικό εξοπλισμό αποτύπωσε εξαιρετικά όψεις της ελληνικής κοινωνίας.
Ο Μπερνάουερ φωτογραφίζει με διεισδυτικό τρόπο «την ανόθευτη ψυχή των απλών ανθρώπων», έτσι «όπως τους συνέλαβε μέσα στην αυθεντικότητά τους το καθαρό βλέμμα ενός «ξένου»» παρατηρεί η δημοσιογράφος Κατερίνα Λυμπεροπούλου στο κείμενό της «Το ελληνικό χωριό ενός Ελβετού φωτογράφου». Φιλοξενείται επίσης το κείμενο του Marc A. Schwitter «Eλληνικό χωριό-Παγκόσμιο χωριό».
Γιατί όμως αυτό το εκδοτικό εγχείρημα -τώρα και στην ελληνική γλώσσα- έχει τη σημασία του στο συγκεκριμένο momentum; «Διότι απλούστατα το ελληνικό χωριό επιβιώνει, δεν έχει εξαφανιστεί» επισημαίνει η Κατερίνα Λυμπεροπούλου. «Το ελληνικό χωριό διατηρεί σε ένα μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή του φυσιογνωμία και τη μορφή του, ενώ η βούληση των επιγόνων να διατηρήσουν τις ρίζες τους έχει επιφέρει σ’ αυτό μια νέα λειτουργικότητα».
Και καταλήγει: «Το χωριό είναι ίσως ένα βήμα πιο κοντά μας – το βελτιωμένο οδικό δίκτυο, αλλά και η τουριστική ανάπτυξη έχουν παίξει κάποιο ρόλο σ’ αυτό. Στο χωριό κάποιοι από εμάς θέλουν να επιστρέψουν για να συνδεθούν με την προγονική γη, σε μια περιοχή με καλύτερες περιβαλλοντικές συνθήκες. Στην Ελλάδα μπορεί να “πειράξαμε” πολλές πόλεις με την υψηλή δόμηση αλλά ευτυχώς έχουμε αφήσει κάποιες νησίδες που διατηρούν την αυθεντικότητά τους».
Το λεύκωμα του Μπερνάουερ «είναι μια μεταφορά για ένα ιδανικό μέρος που ενσωματώνει πολλά από αυτά που λαχταρούμε στη ζωή: διαπροσωπικές σχέσεις, εγγύτητα, διαύγεια, αξιοπιστία, οικογένεια και ταυτότητα» συνοψίζει ο Μartin Breytmann, εκδότης, fotoforum – Verlag/Edition Bildperlen. «Απεικονίζει την απώλεια πολλών αξιών που έχουμε δει και θρηνήσει στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο». Κι ακόμα «μας φανερώνει τις πιο σημαντικές, αυθεντικές αξίες στη ζωή, γιατί αυτό το ελληνικό χωριό δεν βρίσκεται μόνο στην Ελλάδα. Είναι ένα μέρος που υπάρχει παντού στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ένα μέρος που λαχταράμε, ένα μέρος που πρέπει να το καταλάβουμε και να το διατηρήσουμε, να το προστατέψουμε και να το υπερασπιστούμε, ένα μέρος που υπάρχει πάνω απ’ όλα μέσα στην καρδιά μας».
