Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Και κυρίως δεν είναι ένα ευχάριστο βιβλίο, όπως συνήθως εννοούμε την ευχαρίστηση της ανάγνωσης… Ο υποψήφιος αναγνώστης που ενδιαφέρεται να γεμίσει την ώρα του στην παραλία με κάτι εύπεπτο, ας επιλέξει βιβλίο με λιγότερες θερμίδες…
Τι είναι το ΣτΩμα; Είναι ένα σχόλιο για κάτι που θέλει αρκετή προσπάθεια να καταλάβεις. Πριν ξεκλειδώσεις το μήνυμα, πρέπει να το νιώσεις. Και αμέσως αισθάνεσαι ότι «κάτι κακό» συμβαίνει στη φαντασιακή χώρα που με λέξεις υπέροχες πλάθει η Σταθοπούλου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που καλεί τον αναγνώστη σε διανοητική περπατησιά σε κακοτράχαλα μονοπάτια προκειμένου να εντοπιστεί η ουσία του. Στην εποχή της ευκολίας και των λάικ, τούτο σπανίζει και πρέπει να επισημανθεί. Προσωπικά, είχα να διαβάσω ένα βιβλίο τόσο εγκεφαλικό πολλά χρόνια, από την εποχή του Γλαύκου Θρασάκη.
Η Σταθοπούλου φιλοτεχνεί ένα σύμπαν παράξενο, στο οποίο εμφανώς παράλογες καταστάσεις ξετυλίγονται για να φωτίσουν τη βαρβαρότητα ενός τόπου σχεδόν άχρονου. Που ίσως και να μην υπάρχει πουθενά, ίσως όμως και να βρίσκεται παντού. Ισως να είναι το χθες, ίσως η δυστοπία τού αύριο, ίσως και το σήμερα, το οποίο εξάλλου συχνά υποδεικνύεται μέσα από αναφορές που σε γειώνουν στο τώρα, όπως αυτές για τον Κόβιντ-19, το viber ή τις τραγωδίες της Πύλου και των Τεμπών. Ενα διαρκές μπρος-πίσω και μια τραμπάλα ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό. Το οικείο και το ανοίκειο. Το λογικό και το παράλογο.
Τι είναι όμως λογικό και τι παράλογο; Η κανονικοποίηση της βίας και ο ευνουχισμός της φαντασίας συνιστούν «λογικές καταστάσεις» ή εξαιρέσεις που έγιναν για όλους μας ο κανόνας; Στο κοσμοσύστημα της Σταθοπούλου, τα όρια λογικού και παράλογου είναι πορώδη. Τα σύνορα ομιχλώδη. Ομως η συγγραφέας δεν έχει στόχο να γράψει ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας αλλά, «πειράζοντας» το αληθοφανές, επιχειρεί να τσιγκλήσει τον αναγνώστη ώστε να αναρωτηθεί ο ίδιος σε ποια συρτάρια κρύβεται το νόημα της βόλτας που κάνουμε στη ζωή. Αν, βέβαια, υπάρχει νόημα.
Μια γυναίκα είναι μητέρα τριάντα παιδιών, ένας κλέφτης μολυβιών διαβάζει μέσα από τα μολύβια την ψυχή των κατόχων τους. Ενας άνθρωπος που είναι έτοιμος να πεθάνει παραμένει ζωντανός ενώ, αντί γι’ αυτόν, πεθαίνουν όσοι έχουν ετοιμάσει νεκρολογίες περιμένοντας τον θάνατό του. Ενα μεγάλο μυγάκι μεταμορφώνεται σε μικροσκοπική σοφή γριά που μονολογώντας ακατάληπτα μεταφράζει τον Σοφοκλή χωρίς η ίδια καλά καλά να το γνωρίζει. Ιστορίες περίεργες, αλλόκοτες, παράξενες. Σαν κακός εφιάλτης, γεμάτες από πλάσματα βγαλμένα από τα παραμύθια (ή ίσως τους φόβους) της παιδικής μας ηλικίας.
Δεν θα σταθώ στη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, εξάλλου δεν είμαι φιλόλογος ούτε κριτικός λογοτεχνίας. Ως αναγνώστης βεβαιώνω ότι πρόκειται για κείμενα καλογραμμένα, από μια συγγραφέα που ξέρει καλά ελληνικά και το αποδεικνύει χωρίς να το επιδεικνύει όπως οι πλανόδιοι την πραμάτεια τους. Συνήθιζε να λέει ο Βασίλης Βασιλικός ότι «η λογοτεχνίτιδα είναι η κυτταρίτιδα της αφήγησης». Η Σταθοπούλου αυτό το γνωρίζει και η ευχέρεια που έχει στη γραφή της ποτέ δεν επιτρέπει να μετατραπεί σε αλαζονική επίδειξη. Οι λέξεις υπηρετούν το κείμενο και όχι το κείμενο τις λέξεις – και δημιουργούν συναισθήματα και πλάθουν ερωτήματα… Μέσα στη ρευστότητα της αφήγησης και την πληθυντικότητα των ερμηνειών, μία βεβαιότητα μένει σταθερή: ότι κάποτε, κάπου, κάπως, έχεις μοιραστεί τους ίδιους φόβους με τη συγγραφέα. Οτι έχεις δει το ίδιο κακό όνειρο.
Η Σταθοπούλου δεν δίνει στον αναγνώστη μασημένη τροφή. Επιζητεί την ενεργό εμπλοκή του, με αποτέλεσμα τα κείμενα να φαίνονται κάποτε δύσκολα στην κατανόηση καθώς έχουν γαζωθεί με μια κλωστή μετανεωτερική, κάτι που όμως είναι ζητούμενο και όχι κατασκευαστική ατέλεια: οι ιστορίες είναι για κάθε αναγνώστη ένα νόμισμα με διαφορετική ανταλλακτική αξία και έτσι πρέπει να είναι. Ο καλός σκηνοθέτης, ο καλός γραφιάς, ο καλός καλλιτέχνης δεν εκβιάζει το συναίσθημα του αποδέκτη και δεν του προκατασκευάζει το βλέμμα. Αν το βιβλίο ήταν ταινία, θα ήταν ταινία ατμοσφαιρική, όπως το Σκοτεινό χωριό του Νάιτ Σιάμαλαν. Αν ήταν πίνακας ζωγραφικής, θα έμοιαζε με πίνακα του Ιερώνυμου Μπος που ζωγράφιζε σουρεαλιστικά αιώνες πριν από τους σουρεαλιστές. Κι αν ήταν απλώς ένα ταξίδι, θα θύμιζε τις ψυχεδελικές αποδράσεις των χίπις, οι οποίοι πρώτοι αυτοί μαζικά στράφηκαν στον μύθο και το υπέρλογο προκειμένου να ασκήσουν κριτική στην ορθολογικότητα του τεχνοκρατικού πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η Σταθοπούλου ανακατεύει αναφορές που έλκουν από ετερόκλητες πηγές και πολιτισμικά πλαίσια, από τον Stephen King μέχρι το δημοτικό τραγούδι, για να σχολιάσει τα αδιέξοδα και τις παθογένειες της συγχρονίας.
Κάτι κακό όμως, όπως είπα στην αρχή, συμβαίνει στις σελίδες του βιβλίου. Ποτέ του δεν ονοματίζεται και άλλωστε γιατί; Το κακό έχει πολλές εκδοχές, ιδίως στον σύγχρονο κόσμο, και η Σταθοπούλου με την ευαισθησία της αναγνωρίζει το Αόρατο, συχνά μέσα από το Τραύμα που αυτό αφήνει στην παιδική ψυχή. Η απώλεια της αθωότητας και η εξαφάνιση της φαντασίας υποδεικνύονται συστηματικά στις σελίδες του βιβλίου ως μετωνυμία ενός ολοκληρωτισμού που βασίζεται στην επιστήμη και στον ορθολογισμό. Να θυμηθούμε ότι η απομάγευση του κόσμου υποσχέθηκε την ελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεινά της προνεωτερικής βαναυσότητας και τη δεισιδαιμονία, ο ευνουχισμός της φαντασίας ωστόσο οδήγησε σε απώλεια του νοήματος και στην παραίτηση. Μια παραίτηση που από ατομικό αδιέξοδο μετατρέπεται σε κοινωνική κραυγή.
Η Μαίρη Σταθοπούλου μέσα από τις μικρές αυτές ιστορίες εν τέλει αφηγείται μικρά θραύσματα ενός κόσμου που σαπίζει. Είναι σαφές ότι γράφει σαν ένα μεγάλο παιδί που αφηγείται ένα πολυεπίπεδο παραμύθι. Εγκεφαλικό μεν, παραμύθι δε. Στην ψυχή της διατηρεί ακόμα το ελάχιστο μιας παιδικότητας που σήμερα είναι βάναυσα και καταστατικά υπονομευμένη. Στο αλλοτριωμένο σύμπαν μας, η παιδικότητα δεν είναι προνόμιο αλλά βάρος. Εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί προκειμένου να συνεχίσει η ανθρωπότητα τον βηματισμό της προς το σημείο μηδέν που περιγράφει ο Νόαμ Τσόμσκι: ο άνθρωπος και η οθόνη του να γίνουν η βασική κοινωνική μονάδα. Το κακό που με φιλοτεχνημένη ασάφεια περιγράφει η Σταθοπούλου είναι η παθογένεια που μόνο η παιδική ψυχή, σαν ευαίσθητος παλμογράφος, μπορεί να αντιληφθεί και με τους δικούς της όρους να περιγράψει. Ξέρουμε όμως ότι η παθογένεια γεννά Τραύμα και το Τραύμα απαιτεί γιατρειά. Το αλλόκοτο και το υπερφυσικό δεν είναι μόνο αφηγηματική μανιέρα αλλά και ύστατο καταφύγιο, παυσίπονο απέναντι στην αναλγησία των καιρών που ίσως και να απαλύνει την κοινωνική οδύνη.
Τελικά το βιβλίο αυτό είναι ένα δοκίμιο που προσχηματικά και μόνο φοράει το κοστούμι της λογοτεχνίας.
*Ιστορικός
