2001. Ας θυμηθούμε κάποια από τα βασικά: την «εκσυγχρονιστική» κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, τις ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις του Τάσου Γιαννίτση, την επίσημη είσοδο της χώρας στη ζώνη του ευρώ, τις προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς του 2004, αλλά και τις πρώτες ηχηρές προειδοποιήσεις κόντρα στο αφήγημα της εθνικής ευημερίας. Αρχές εκείνου του καλοκαιριού, τρεισήμισι μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου που θα άλλαζε, για μεγάλο διάστημα αν όχι οριστικά, τη ροή αυτού του κόσμου, ένα ελληνικό μυθιστόρημα μας καλωσόριζε πάντως στην κόλαση. Ή στη «Χέλλαντ», αν θέλετε καλύτερα.
Η «Χέλλαντ» βέβαια, εκτός απ’ αυτό που λέει το σκοτεινό της λογοπαίγνιο («επίγεια κόλαση»), είναι στην (επιστημονική) φαντασία του Λένου Χρηστίδη ένα υπερπολυτελές θέρετρο, ένας κορυφαίος «κοσμοτουριστικός κόμβος» προορισμένος για διακοπές που απευθύνονται στην upper class του 2364, προσφέροντας μία άνευ ορίων «ψυχαγωγία». Εκεί λοιπόν φτάνει ο Φρέντυ Βάριους, Δεύτερος Τέταρτος και Υπεύθυνος Προόδου του Παγκόσμιου Προεδρείου, με κεντρική αποστολή του να «σώσει το τομάρι του αξιότιμου Προέδρου Φλατ, του Παγκόσμιου Προεδρείου, και το δικό του», συνδυάζοντας το καθήκον με τις διακοπές του.
Στη Χέλλαντ ο Φρέντυ «θα παρακολουθήσει εντυπωσιακές τελετές, θα παραστεί σε μεγαλόπνοες ομιλίες, θα φάει ψητά κρέατα εξαφανισμένων ζώων, θα πιει κρασί από σταφύλια, θα ζαλιστεί από τον ήλιο, θα χορέψει, θα κολυμπήσει, θα μιλήσει, θα ακούσει, θα θυμηθεί. Θα κάνει φίλους. Και θα τους δει να κυλούν αργά. Προς το γλυκό πορτοκαλί σιρόπι».
«Η πολιτική προβοκάτσια είναι μια ιστορία 5.000 χρόνων. Και θα υπάρχει πάντα. Η οποιαδήποτε πολιτική ίντριγκα είναι αρχαία και πάντως δεν είναι science fiction»
Είκοσι τέσσερα καλοκαίρια αργότερα, ενώ η Χέλλαντ εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα πιο παραπλανητική κι επίφοβη κι από τότε που γεννήθηκε στο μυαλό του συγγραφέα της και ενώ η έννοια των «διακοπών» έχει συμβάλει ώστε να βαθύνει ακόμα περισσότερο το σύγχρονο ταξικό χάσμα, η «Εφ.Συν.» ετοιμάζεται να προσφέρει στους αναγνώστες της, το επόμενο Σάββατο 16/8, τις «Διακοπές στη Χέλλαντ» (εκδόσεις Καστανιώτη), το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημα (είχαν προηγηθεί τα «Bororo» το 1995, «Τα Χαστουκόψαρα» το 1997 και το «Ψυχ» το 2000, όλα από τον Καστανιώτη) αλλά και το έκτο βιβλίο στην εργογραφία του Χρηστίδη (αφού είχαν επίσης προηγηθεί τα θεατρικά «Ωραία Φάση» το 1996 και «Δύο Θεοί» το 2001 και η συλλογή ιστοριών «Ο τυχερός αριθμός του δόκτορος Μπου» το 1998, επίσης από τον Καστανιώτη).
Και αυτή η προσφορά της εφημερίδας ήταν κι η αφορμή για μια κουβέντα με τον, εγκατεστημένο πλέον μονίμως στην Επίδαυρο με την οικογένειά του, Λένο Χρηστίδη. Μια κουβέντα που διευκρινίζει ποιος είναι ο Φρέντυ Βάριους και τι το πορτοκαλί σιρόπι, αλλά φτάνει και μέχρι τον Φίλιπ Ντικ, τον Κιούμπρικ και τη σύγχρονη δυστοπία διακοπών που δεν είναι καθόλου… φανταστικές.
● Λένο Χρηστίδη, αλήθεια, πώς σου ήρθε τότε που έγραφες το μυθιστόρημα το… τοπωνύμιο «Χέλλαντ»;
Ε, δεν είναι προφανές; Είναι πολύ εύκολο λογοπαίγνιο.
● Τελικά είναι επιστημονική φαντασία ή πολιτική αλληγορία το «Διακοπές στη Χέλλαντ»; Ή και τα δύο;
Και τα δύο, νομίζω. Το science fiction αφορά φυσικά το μέλλον. Από εκεί και πέρα υπήρξαν προφανώς κι αναφορές με βάση πολιτικά γεγονότα της εποχής.
● Τι όμως σου έδωσε το έναυσμα για να το γράψεις; Η περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής;
Ναι, αλλά έπαιξε ρόλο και το ότι εκείνη την εποχή διάβαζα Φίλιπ Ντικ του σκοτωμού. Είχα αυτή την ατμόσφαιρα στο κεφάλι μου. Είναι πολύ Φίλιπ Ντικ αυτό το βιβλίο.
● Αλλωστε μιλάμε κι εδώ για ένα φουτουριστικό, εντυπωσιακό και ταυτόχρονα αρκετά «κλινικό» σύμπαν, αλλά και για σαφείς νύξεις στη σύγχρονη πραγματικότητα και κυρίως την πολιτικοκοινωνική…
Ο Φίλιπ Ντικ, από τον οποίο δανείστηκα στοιχεία, δεν ενδιαφέρεται τόσο για το science fiction όσο για την αλληγορία. Διότι σε αντίθεση με τον Ασίμοφ (που είναι επίσης τεράστιος συγγραφέας), τον Ντικ τον ενδιαφέρει να μιλήσει αλληγορικά για απτά πράγματα, όπως τον χωρισμό του π.χ. με τη γυναίκα του. Απλώς αυτό το τοποθετεί στο 10ο Φεγγάρι του Τιτάνα, ξέρω ’γώ.
● Τον βασικό σου ήρωα, τον «Φρέντυ Βάριους, Δεύτερο Τέταρτο και Υπεύθυνο Προόδου του Παγκόσμιου Προεδρείου», πώς τον συνέλαβες;
Ο Φρέντυ είναι φιλιπντικικός ήρωας. Αν έγραφα ένα κανονικό, ρεαλιστικό μυθιστόρημα για το σήμερα, θα το σκεφτόμουν πολύ να βάλω στη θέση ενός αντίστοιχου «Φρέντυ» έναν Μάκη Βορίδη π.χ., έναν τέτοιο τύπο δηλαδή που θα πρέπει όμως μετά και να τον εξηγήσω, κάνοντας μια ολόκληρη ανάλυση. Στο science fiction έχεις, όμως, άλλες δυνατότητες. Κι επειδή τότε είχα μπει σ’ ένα θέμα που αφορούσε τους Πλανητάρχες, σκεφτόμουν ότι οι «από κάτω» από τους Πλανητάρχες –που φαινόταν ήδη ότι είναι μαριονέτες– είναι στην πραγματικότητα και αυτοί που κινούν τα νήματα. Σήμερα θα τους λέγαμε CEOs. Εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόμα τόσο ξεκάθαρο ότι, π.χ., πίσω από τον Αμερικανό πρόεδρο είναι 5-6 CEOs.
● Ο σημερινός αναγνώστης του βιβλίου σου όμως έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει ακόμα περισσότερα πράγματα που το 2001 κάπως προφήτευαν το κοντινό μέλλον. Για παράδειγμα, κάποιος θα μπορούσε άνετα να παραλληλίσει τον Πρόεδρο Φλατ με τον Τραμπ…
Ναι, αρκεί φυσικά να τα είχε κι ο Τραμπ με τον γραμματέα του. Αλλά ναι. Η πολιτική προβοκάτσια είναι μια ιστορία 5.000 χρόνων. Και θα υπάρχει πάντα. Η οποιαδήποτε πολιτική ίντριγκα είναι αρχαία και πάντως δεν είναι science fiction.
● Στην Ελλάδα η επιστημονική φαντασία δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο πεδίο της λογοτεχνίας.
Στη δικιά μου γενιά ήταν πολύ χειρότερα. Δεν κυκλοφορούσε σχεδόν τίποτα εκτός από κάποιες διασκευές του Μάκη Πανώριου. Τώρα, βρίσκεις περισσότερα πράγματα. Υπάρχει έντονα η κουλτούρα του φανταστικού και στη λογοτεχνία και σε υποκατηγορίες της, όπως στα γκράφικ νόβελ. Είναι σίγουρα καλύτερο το κλίμα. Γιατί όταν έγραψα εγώ τις «Διακοπές στη Χέλλαντ» πήγα στον Καστανιώτη πολύ επιφυλακτικά. Πήγα και τους είπα δηλαδή «παιδιά αυτό είναι science fiction που δεν πουλάει τίποτα. Κι αν θέλετε μπορώ να το βγάλω κάπου αλλού, να μη σας επιβαρύνω». Ηξερα με λίγα λόγια πως αυτό δεν είναι ένα mainstream είδος.
● Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε παρ’ όλα αυτά από τον Καστανιώτη το 2001, μια εποχή πολύ μεταιχμιακή για την Ελλάδα: Σημίτης, ευρώ, Ολυμπιακοί προ των πυλών…
Ηταν και οι Ολυμπιακοί βασικό στοιχείο της Χέλλαντ, αφού υποτίθεται ότι είναι ένα θέρετρο φτιαγμένο σε ένα πρώην πάρκο Ολυμπιακών Αγώνων το οποίο μετά, σε πρώτη φάση, καταστράφηκε.
● Σκέφτομαι και ότι σήμερα, πάλι σ’ ένα δυστοπικό, αφόρητα ζεστό καλοκαίρι, με ένα κομμάτι μεγάλο της κοινωνίας αποκλεισμένο από την έννοια «κάνω διακοπές», εμείς μιλάμε για τις «Διακοπές στη Χέλλαντ» που διαδραματίζονται σ’ ένα δυστοπικό, αφόρητα ζεστό καλοκαίρι…
Εμένα μου φαινόταν ήδη από τότε ότι προς τα εκεί πηγαίνουμε, οπότε δεν έκανα και καμία φοβερή προφητεία. Αλλωστε τότε δεν έπαιζε πολύ η φράση «γίναμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης»;
● Στο μυθιστόρημα μάλιστα επισημαίνεις εγκαίρως ότι οι «διακοπές» δεν είναι αυτονόητες αλλά αφορούν τους πολύ προνομιούχους και γίνονται με εξαιρετικά προνομιακούς όρους και χωρίς όρια «ψυχαγωγίας». Ε αυτό δεν γίνεται πια σε μια χώρα δύο ταχυτήτων όπου, π.χ., κάποιος θεωρεί ότι 450 ευρώ για μια ξαπλώστρα σε παραλία της Μυκόνου είναι λογικό ποσόν, ενώ άλλος για να δουλέψει σεζόν κοιμάται με άλλους τρεις σε ένα δωμάτιο-κοτέτσι;
Υπήρχε όμως αυτός ο «σπόρος» πάντα. Τότε υπήρχε βέβαια και περισσότερος κόσμος που είχε πρόσβαση στις διακοπές, ενώ τώρα είναι όλο και λιγότερος. Περισσότεροι είναι πια αυτοί που δουλεύουν στις διακοπές, παρά αυτοί που τις απολαμβάνουν. Αλλά και τότε, αν είχες μια υποτυπώδη ενσυναίσθηση, καταλάβαινες ότι κάποιος κόσμος δουλεύει για να πιεις εσύ τον καφέ σου αμέριμνος. Τώρα και όσο ανεβαίνει το κόστος των διακοπών χάνεται μαζί και η ενσυναίσθηση. Οταν παραγγέλνεις 30 άπερολ και δέκα αστακομακαρονάδες, μάλλον δεν σε ενδιαφέρει καθόλου ποιος είναι στην κουζίνα και τα ετοιμάζει. Κι από την άλλη πλευρά, φέτος, εδώ στην Επίδαυρο, ας πούμε, δεν ήρθαν Ελληνες. Καθημερινές (εκτός Σαββατοκύριακου που λειτουργούσε το θέατρο) ήμασταν εμείς οι ντόπιοι μεταξύ μας. Δεν ήρθαν όσοι έρχονταν συνήθως. Και ξένοι δεν πολυήρθαν, ίσως λόγω πολέμου, αλλά οι Ελληνες δεν ήρθαν καθόλου. Προφανώς γιατί δεν έχουν μία.
● Είδες δηλαδή διαφορά από πέρυσι;
Πέρυσι είχε έρθει κι ένας κόσμος καινούργιος: ήταν γεμάτη η σεζόν κυρίως από ανθρώπους που δεν μπορούν πια να πάνε στα νησιά λόγω ακρίβειας κι αναζητούσαν εναλλακτικές και φθηνότερες λύσεις. Είχα ακούσει να λένε, π.χ., «ωραία είναι η Πάρος αλλά μια χαρά είναι κι εδώ». Φέτος δεν είχαμε ούτε κι αυτούς.
● Στον αντίποδα, στο βιβλίο περιγράφεις διακοπές απίστευτης ευμάρειας μιας ομάδας ανθρώπων που κυλούν «αργά προς το γλυκό πορτοκαλί σιρόπι» – της αποσύνθεσης και της διαφθοράς. Τώρα πλέον ξέρουμε ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, αυτό έχει συμβεί ενώ έχουν καταργηθεί και τα προσχήματα.
Η αλήθεια είναι ότι έχει αλλάξει το πολιτικό σκηνικό από τότε. Εχει γίνει κάτι πολύ πιο δυστοπικό κι απ’ αυτό που φαντάζονταν οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Είναι πολύ ραγδαία η βύθιση στο πορτοκαλί σιρόπι.
● Πάντως σε όσα περιγράφεις και σε αυτό το μυθιστόρημα είναι και πάλι πολύ χαρακτηριστικό το δικό σου χιούμορ, που κινείται μεταξύ σάτιρας, κυνισμού και μελαγχολίας. Το μαύρο χιούμορ ενός ανθρώπου που το χρησιμοποιεί αμυντικά απέναντι σε πράγματα που τον/μας τρομάζουν. Ετσι είναι;
Προφανώς. Νομίζω όμως πως όλοι έτσι χρησιμοποιούν το χιούμορ. Και επειδή κι αυτό το βιβλίο όπως κι άλλα που έχω γράψει πραγματεύεται διάφορα θέματα βάρβαρα, το χιούμορ είναι ένας τρόπος για να τα προσεγγίζω, χωρίς να καώ.
● Το άλλο χαρακτηριστικό σου σ’ αυτό το βιβλίο είναι ο εύστοχος τρόπος με τον οποίο περιγράφεις μια ρευστή πραγματικότητα.
Νομίζω ότι κι αυτό είναι γενικά χαρακτηριστικό του science fiction. Κι επειδή εγώ εξακολουθώ να διαβάζω πολύ το είδος, έχω αυτή τη φόρμα στο κεφάλι μου. Αυτό δηλαδή μιας ασαφούς πραγματικότητας που υπάρχει περίπτωση να είναι όπως την περιγράφει ο αφηγητής, υπάρχει όμως περίπτωση κι ο αφηγητής να είναι υπό την επήρεια του βαρύτερου ναρκωτικού του κόσμου και να τα έχει χαμένα. Ή υπάρχει περίπτωση εξωγήινοι να επηρεάζουν τον εγκέφαλο και τη σκέψη του. Υπάρχουν φυσικά και δεκάδες άλλες εκδοχές «πραγματικότητας» σε ό,τι είναι επίσης ένα πολύ φιλιπντικικό στοιχείο που εμένα μου αρέσει πάρα πολύ.
● Πέρα απ’ όλα αυτά, οι «Διακοπές στη Χέλλαντ» είναι κι ένα κατεξοχήν κινηματογραφικό μυθιστόρημα. Ενώ όμως έχεις πάντα σχέση με το θέατρο, με το ελληνικό σινεμά δεν συνεργάστηκες…
Μου είχαν ζητήσει πάντως κάποια βιβλία μου για το σινεμά. Ο Νικολαΐδης, π.χ., το «Bororo» – κάτι που τελικά δεν έγινε. Και είχα συνεργαστεί και με τον Γκορίτσα για το σενάριο του «Μπραζιλέρο».
● Εξακολουθείς να παρακολουθείς τη science fiction; Και σε εκδοχές σειρών, όπως το περίφημο Black Mirror;
Ε ναι, προφανώς. Αλλά παρ’ όλο που η τεχνολογία έχει πάει τα κινηματογραφικά μέσα σε άλλο επίπεδο (γιατί παλαιότερα σκεφτόσουν «είναι αδύνατον αυτό το βιβλίο να γυριστεί σε σειρά»), δεν έχουν γίνει τόσο αξιόλογα πράγματα όσο θα περίμενε κάποιος. Εχει πέσει περισσότερο βάρος στο phantasy λόγω Game of Thrones κι άλλων ανάλογων σειρών, που εγώ δεν τις θεωρώ και πολύ science fiction με τον τρόπο τουλάχιστον που θεωρώ την «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Κιούμπρικ.
● Αν ένας δικός σου αναγνώστης μείνει μόνο στο επίπεδο της επιστημονικής φαντασίας και δεν κάνει πολιτικούς συνειρμούς, θα σε πείραζε;
Καθόλου. Εγώ τι άποψη να έχω γι’ αυτό; Υποθέτω όμως ότι είναι δύσκολο να μην δεις την πολιτική προβοκάτσια και να μείνεις μόνο στο φουτουριστικό στοιχείο.
● Τελικά, αν το «Χέλλαντ» ήταν ένα λογοπαίγνιο για ό,τι ζούσαμε το 2001, σήμερα τι μας συμβαίνει;
Σήμερα είμαστε πιο κοντά στη Χέλλαντ από ποτέ, αφού βυθιζόμαστε με γοργούς ρυθμούς σε μια δυστοπία φτιαγμένη από πολλή ζέστη, διαφθορά, πολέμους, «σετ» από ΟΠΕΚΕΠΕ και προβοκάτσιες.
