Η δημιουργία των πρώιμων αγροτικών κοινωνιών και κρατών στη Μεσοποταμία έλαβε χώρα μόλις κατά το πιο πρόσφατο 5% από τη συνολική ιστορική παρουσία του είδους μας στον πλανήτη… Το 95% της ανθρώπινης ιστορίας ζούσαμε στο πλαίσιο μικρών, νομαδικών, διασκορπισμένων, σχετικά εξισωτικών ομάδων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών… Μέχρι και τους τελευταίους τέσσερις αιώνες [το 1600 μ.Χ.], το ένα τρίτο της υφηλίου το καταλάμβαναν ακόμη κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, περιστασιακοί καλλιεργητές, ποιμένες και ανεξάρτητοι γεωργοί. | James C. Scott Homo Domesticus
Κυκλοφόρησε φέτος από τις Εκδόσεις Πλήθος το βιβλίο του Τζέιμς Σ. Σκοτ «Homo Domesticus. Η Γεωργική Επανάσταση και οι απαρχές του κράτους». Το βιβλίο αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στα θέματα της γεωργικής επανάστασης και των απαρχών του κράτους, η οποία λαμβάνει υπόψη την πολύ πρόσφατη επιστημονική βιβλιογραφία, και συγχρόνως συνιστά έναν στοχασμό πάνω στην ιστορία του είδους μας. Είναι το επιστέγασμα του συνολικού έργου του Σκοτ, το οποίο εστίασε στη νοτιοανατολική Ασία και είχε ως αντικείμενο τους πληθυσμούς που ξέφευγαν από την κρατική εξουσία και τους άτυπους τρόπους αντίστασης των κυριαρχούμενων ομάδων.
Ο συγγραφέας αναιρεί σημείο προς σημείο την τετριμμένη αφήγηση του εξελικτισμού για μια ανοδική κίνηση από το κυνήγι και την τροφοσυλλογή στη γεωργοκτηνοτροφία, τη μόνιμη εγκατάσταση, τις πόλεις και τα κράτη, η οποία ταυτίζεται με τη μετάβαση από την αγριότητα στον πολιτισμό, από την οριακή επιβίωση και τη στέρηση σε μια όλο και μεγαλύτερη ευημερία και ευζωία.
Oι πρώτοι μεγάλοι μόνιμοι οικισμοί, έως και 5.000 κατοίκων, χτίστηκαν όχι από αγρότες, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, κοντά σε υγροτόπους και γενικά σε περιοχές που μπορούσαν να παρέχουν τροφή όλη τη διάρκεια του έτους, χιλιάδες χρόνια νωρίτερα από τις πρώτες αραιές ενδείξεις για την εξημέρωση ζώων και φυτών (οι οποίες χρονολογούνται γύρω στα 9.000 χρόνια π.Χ.).
Οι άνθρωποι δεν βιάστηκαν να γίνουν γεωργοί και κτηνοτρόφοι· για τρεις ή τέσσερις χιλιετηρίδες ασκούσαν ευκαιριακά τη γεωργία και την κτηνοτροφία και τις συνδύαζαν με το κυνήγι, τη συλλογή καρπών και την επεξεργασία των άγριων δημητριακών. Ενώ στη Συροπαλαιστίνη η εξημέρωση ζώων και φυτών συντελείται ανάμεσα στα 8000-6000 π.Χ., μόλις το 5000 π.Χ. επικρατούν τα χωριά των εδραίων καλλιεργητών.
Η καλλιέργεια δημητριακών αποτελεί, σύμφωνα με τον Σκοτ, μια αναγκαία συνθήκη για τη συγκρότηση των πρώιμων κρατών, αλλά δεν μπορεί μόνη της να οδηγήσει σε αυτά. Η ίδρυση των κρατών δεν ήταν μια άμεση συνέπεια της λεγόμενης αγροτικής επανάστασης. Μόλις στα τέλη της τέταρτης χιλιετίας, πρώτη η Ουρούκ και μετά οι άλλες σουμεριακές πόλεις στη νότια Μεσοποταμία θα αρχίσουν να πληρούν τα κριτήρια μιας πόλης-κράτους. Μάλιστα στις σουμεριακές πόλεις, τα αρχαιολογικά στοιχεία για ταφικές τελετές αριστοκρατικής υφής (χαρακτηριστικές μιας διαστρωματωμένης κοινωνίας) χρονολογούνται μόλις το 2700 π.Χ. και αποδείξεις για βασιλιάδες και μόνιμα στρατεύματα το 2500 π.Χ. Εκτοτε και για 4.000 χρόνια, μέχρι το 1600 μ.Χ. περίπου, έχουμε τη χρυσή εποχή των βαρβάρων, που βρίσκονται όχι μόνο έξω από τα κρατικά σύνορα αλλά και «εντός» σε απάτητα βουνά, έλη, ερήμους, νησιωτικά συμπλέγματα κ.λπ. Μόνο πολύ πρόσφατα τα κράτη θα πετύχουν έναν αποτελεσματικό έλεγχο του εδάφους.
Ούτε η επικράτηση της καλλιέργειας των δημητριακών ούτε η εδραίωση των κρατών βελτίωσε τις ζωές της πλειονότητας των ανθρώπων, κάθε άλλο. Η αροτραία καλλιέργεια απαιτούσε συνήθως πολύ περισσότερη εργασία ως προς τις θερμίδες που απέδιδε σε σύγκριση με το κυνήγι και την τροφοσυλλογή. Εγινε μια αναγκαστική επιλογή πιθανόν λόγω της υπερθήρευσης και της δημογραφικής πίεσης, οι οποίες ανάγκασαν τους ανθρώπους να εκμεταλλευτούν πόρους που απαιτούσαν περισσότερη εργασία και ήταν ίσως λιγότερο θελκτικοί και θρεπτικοί. Οι καλλιέργειες δημητριακών ήταν ευάλωτες στην ξηρασία και τις πλημμύρες, στα ζιζάνια, τα παράσιτα, τα έντομα και τα τρωκτικά. Ο μεγάλος συνωστισμός των ανθρώπων και ο στενός συγχρωτισμός τους με τα ζώα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια «τέλεια επιδημιολογική καταιγίδα». Η ιλαρά, η ευλογιά, οι γρίπες, η πανώλη κ.ά. πέρασαν από τα ζώα στον άνθρωπο και αποδεκάτισαν ολόκληρους πληθυσμούς. Η διατροφή και η ευεξία των νομάδων ήταν πολύ καλύτερες από αυτές των εδραίων χωρικών. Συχνά, ολόκληρες αγροτικές κοινωνίες εγκατέλειψαν την καλλιέργεια των δημητριακών και στράφηκαν στην τροφοσυλλογή, τη γεωργία της κοπής κ.λπ.
Το βαρύ χέρι του κράτους, όπου μπορούσε να επιβληθεί, χειροτέρεψε κατά πολύ την κατάσταση: Οι χωρικοί επιβαρύνονταν με δυσβάσταχτους φόρους, καταναγκαστική εργασία, στρατολόγηση και υπέφεραν από τους πολέμους και τις λεηλασίες. Πολλές φορές, όταν η κατάσταση γινόταν αφόρητη, οι χωρικοί κατέφευγαν μαζικά στους βαρβάρους ή αποσύρονταν σε απρόσιτα βουνά και έλη. Σε τέτοιες συνθήκες, τα κράτη ήταν πολύ εύθραυστα και η ζωή τους συνήθως δεν ξεπερνούσε σε διάρκεια τις λίγες γενιές. Ομως, αντίθετα με το τι νομίζει η επίσημη Ιστορία, η κατάρρευση των κρατών, οι λεγόμενοι «σκοτεινοί χρόνοι», οι περίοδοι μεσοβασιλείας αρκετές φορές έδιναν βελτιωμένες συνθήκες ζωής για τους πολλούς.
Μερικές από τις απόψεις του Σκοτ είναι προβληματικές (π.χ. για την Ανθρωπόκαινο, τον ρόλο της δουλείας στους Σουμέριους κ.ά.) και είναι υπό συζήτηση το τι νέο ακριβώς κομίζει αυτή η Deep Ηistory στην οποία εντάσσει το εγχείρημά του. Πάντως επιχειρηματολογεί πειστικά εναντίον του κράτους και του συνάδοντος εκσυγχρονιστικού αφηγήματος – εξαιρετικά διαδεδομένου στη χώρα μας σε φιλελεύθερη και σε μαρξιστική διανόηση. Σε κάθε περίπτωση δεν πρεσβεύει την κατάργηση του κράτους. Δεν είναι ένας αναρχικός ακτιβιστής (και έχει δυστυχώς μερικές πολύ σκοτεινές κηλίδες στο βιογραφικό του). Υποστηρίζει πως το μέλλον της ελευθερίας μας έγκειται στο εγχείρημα της εξημέρωσης του Λεβιάθαν (του κράτους) και ότι το μόνο εργαλείο που διαθέτουμε σχετικά είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
