ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πράγματι, ο Ιερώνυμος Λύκαρης είναι μια ιδιότυπη περίπτωση στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία: ξεχωρίζει όχι μόνο για το τι γράφει αλλά κυρίως για το πώς γράφει. Αν και ανήκει στο ευρύτερο φάσμα του «noir», δεν περιορίζεται σε τυπικές φόρμες του είδους. Ο Λύκαρης δεν αντιμετωπίζει το έγκλημα ως γρίφο ή αστυνομική υπόθεση μόνο· το βλέπει ως υπαρξιακή πράξη, ως σύμπτωμα ενός εσωτερικού χάους ή μιας κοινωνικής αρρώστιας. Οι ήρωές του δεν είναι απλώς μάρτυρες ή ερευνητές ενός εγκλήματος – είναι στοχαστές, ψυχικά τραυματισμένοι ή φιλοσοφικά αγωνιζόμενοι. Γι’ αυτό και η αφήγηση συχνά διακόπτεται για να στοχαστεί πάνω στον χρόνο, την ενοχή, τον Θεό, τη γλώσσα.

Μια γλώσσα πυκνή, απαιτητική και βαθιά λογοτεχνική. Δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει από λόγιες ή αρχαΐζουσες εκφράσεις μέχρι πεζοδρομιακό ιδίωμα. Αυτό δημιουργεί ένα υφολογικό κράμα μέσω του οποίου ο αναγνώστης νιώθει να ταλαντεύεται ανάμεσα σε ποίημα, φιλοσοφικό δοκίμιο και αστυνομικό αφήγημα, με αποτέλεσμα να μη θέλει να αφήσει από τα χέρια του το βιβλίο από τη μια, αλλά να κατανοεί πως αυτό που διαβάζει απαιτεί τη συγκέντρωση και τη συμμετοχή του – δύο λέξεις που βρίσκονται στον πυρήνα της ιδεολογικής στάσης του συγγραφέα ούτως ή άλλως.

Η διακειμενικότητα και η πολιτισμική πυκνότητα είναι επίσης δύο από τα χαρακτηριστικά της γραφής του κ. Λύκαρη. Στα έργα του βρίσκουμε από αναφορές σε αρχαίους τραγικούς, βιβλικές εικόνες, φιλοσοφία (Νίτσε, Αριστοτέλης, Λακάν) έως πολιτικά και μεταπολιτευτικά συμφραζόμενα. Αυτό δεν γίνεται για φιγούρα, αλλά για να ριζώσει ο ίδιος το έγκλημα μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό σώμα. Η Ελλάδα που περιγράφει είναι ιστορικά βαριά, όχι ελαφριά και τουριστική – είναι η αλήθεια της δηλαδή και όχι το επίπλαστο κατασκεύασμα που θέλουν κάποιοι να παρουσιάζουν για τη χώρα. Και όλα αυτά τα θέτει σε ένα αστυνομικό περίβλημα, και όχι ως μια απλή παράθεση απόψεων.

Ο ίδιος τα εξηγεί με σαφήνεια (και ακόμα και στα λόγια του αυτά, φαίνεται πως ο ίδιος μιλάει όπως ακριβώς γράφει):

«Η σύγχρονη κοινωνική αστυνομική λογοτεχνία είναι από τη φύση της ρεαλιστική» μας λέει. «Οι μυθιστορηματικές εμπνεύσεις της εδράζονται στις κοινωνικές συνθήκες που καθορίζουν το τι συμβαίνει γύρω μας και το πώς το βιώνουμε, ανάλογα με τον βαθμό επίγνωσης της θέσης μας στην ταξική πυραμίδα και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η αστυνομική λογοτεχνία διαθέτει πολλαπλάσιες αφηγηματικές δυνατότητες και εργαλεία για να διαπλέκει τη φαντασία με την πραγματικότητα και την πραγματικότητα με τη φαντασία. Μέσα από τυπικούς χαρακτήρες που δρουν σε αναγνωρίσιμες ερεβώδεις καταστάσεις, μπορεί να αναπαριστά, πειστικά και αδιάψευστα, τα κίνητρα των πράξεών τους, να φωτίζει τα πολλά πρόσωπα και προσωπεία του διεφθαρμένου κοινωνικού γίγνεσθαι στην εξέλιξή του, να “αποκαλύπτει τις κρυφές σχέσεις των πραγμάτων”, με σκοπό να “κάνει ορατό το αόρατο” όπως λέει ο Οκτάβιο Πας. Κι όλα αυτά, δίχως τη διαμεσολάβηση ενός προφανούς διδακτισμού, χωρίς την προβολή εξιδανικευμένων ριζικών λύσεων στο απώτερο μέλλον, με τρόπο που απλώς να πείθει το αναγνωστικό κοινό της ότι “δεν φταίει ο συγγραφέας αν τα γεγονότα μιλούν μόνα τους τόσο έντονα” (Μπαλζάκ).

»Ωστόσο, η αστυνομική λογοτεχνία έχει μια εγγενή ιδιομορφία. Εστιαζόμενη πρωτίστως στα εγκλήματα των ισχυρών, εκτός από τη ρεαλιστική αναπαράσταση της πρώτης ύλης (της αντικειμενικής πραγματικότητας που γεννά το έγκλημα και τα κίνητρα αυτών που το διαπράττουν, ενσυνείδητα και προσχεδιασμένα), οφείλει να διαπραγματευτεί με την εξής αντίφαση: ότι την εξιχνίασή τους αναλαμβάνουν διαβρωμένοι κρατικοί μηχανισμοί επιβολής του Νόμου και της (καθεστηκυίας) Τάξης –Αστυνομία, Δικαιοσύνη κ.ά.– οι οποίοι, εκτός του ότι είναι εκτεθειμένοι στο “παζάρι της διαφθοράς [που] είναι συνέχεια ανοιχτό” (αραβική παροιμία), έχουν ως πρωταρχικό, συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο τους να προασπίζουν το ισχύον κοινωνικό καθεστώς, τις καταπιεστικές και ανελεύθερες δημοκρατίες των πλουσίων, μέσα στον βούρκο των οποίων ανθεί το έγκλημα, το κατοπτρικό είδωλό του, ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη διαιώνισή τους. Από ένα τέτοιο καθεστώς (έτσι είναι και τα σημερινά καθεστώτα σε Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως, με ελάχιστες εξαιρέσεις), η ανυπακοή και η κοινωνική εξέγερση στην καταπίεση, στην αδικία, στη φτώχεια, στην εξαθλίωση και στις κάθε είδους ταπεινώσεις και εξευτελισμούς αντιμετωπίζονται ως εγκλήματα καθοσιώσεως, χειρότερα από τα πάντα ανεκτά και εντέλει ανεξιχνίαστα εγκλήματα των ισχυρών – το βλέπουμε και με τη Γάζα και την αντιμετώπιση του Ισραήλ αλλά και πολλών Ισραηλινών που έρχονται στην Ελλάδα, κουνώντας σημαίες της χώρας τους, αλλά αν κάποιος εδώ κρατήσει μια παλαιστινιακή σημαία συλλαμβάνεται ως τι αλήθεια; Αυτά τα εγκλήματα καθοσιώσεως (σ.σ. η ανυπακοή και η αντίδραση στην αδικία) πρέπει να παταχθούν στη γέννησή τους, με την επίδειξη αδιαπραγμάτευτης μηδενικής ανοχής και με ανηλεή, ισοπεδωτικό βομβαρδισμό από όλη την κρατική δύναμη πυρός, νομοθετική και ένοπλη. Αυτό συμβαίνει!

»Επιστρέφοντας (και) στην αστυνομική λογοτεχνία, η παραπάνω αντίφαση γεννά, δυνητικά, ενδιαφέροντες χαρακτήρες κρατικών διωκτών του εγκλήματος, των οποίων η προσωπικότητα και η ψυχοσύνθεση συντίθεται από τον βαθμό συνειδητοποίησης της ταξικής τους προέλευσης, του εντεταλμένου υπηρεσιακού ρόλου τους ως οργάνων ποινικής καταστολής, από τον όποιο βαθμό ευφυΐας και μόρφωσής τους, που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται, τουλάχιστον, την εκάστοτε αντικειμενική αλήθεια (ανεξαρτήτως του πώς θα τη χειριστούν), από τις προκαταλήψεις τους, τα δίκαια ή ιδιοτελή κίνητρά τους και τα προσωπικά προβλήματα (ατομικά, οικογενειακά κ.ά.) που αντιμετωπίζουν στον δεδομένο χρόνο κατά τον οποίο αναλαμβάνουν μια υπόθεση. Η ίδια αντίφαση καθορίζει, επίσης, και τα πεπερασμένα όρια της εξιχνίασης των εγκλημάτων των ισχυρών, ιδιωτών και γραφειοκρατών (διαχειριστών του κρατικού προϋπολογισμού και της δημόσιας περιουσίας), αλλά και των επίορκων που υπηρετούν στους μηχανισμούς επιβολής του νόμου, με βάση το εκάστοτε ισχύον νομικό πλέγμα: “Εναν ιστό αράχνης που παγιδεύει τις μικρές και αφήνει τις μεγάλες μύγες να περνάνε”, όπως είχε γράψει ο Σκύθης ηγεμόνας και σοφός του 6ου αιώνα π.Χ., Ανάχαρσις. Είτε η ωρίμανση του πιθανού κολασμού αυτών των εγκλημάτων κινείται στο όριο της παραγραφής, είτε η προανάκριση δεν καταφέρνει να προσωποποιήσει τις ποινικές ευθύνες των ηθικών και φυσικών αυτουργών και η υπόθεση καταχωνιάζεται στο αρχείο, είτε –σπανίως– μια καταδίκη σε πρώτο βαθμό ανατρέπεται σε δεύτερο “λόγω αμφιβολιών”. Οταν δε εμπλέκονται πολιτικοί, οι κατηγορίες αντιμετωπίζονται πάντα ως χαλκευμένες από τη συμπολίτευση ή την αντιπολίτευση, και παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες μέσω των αναβλητικών δικαστικών πρακτικών και των συνήθως αναποτελεσματικών κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών… Αυτό κι αν το έχουμε δει με τα σκάνδαλα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έως πάρα πολύ πρόσφατα…» καταλήγει.

Με βάση και τα όσα μας είπε ο ίδιος, αλλά και τα βιβλία του, είναι πλέον σίγουρο: Η «αστυνομία» στους κόσμους του Λύκαρη είναι θεσμός αποσάθρωσης. Οι ερευνητές του κινούνται στα όρια της παραίτησης ή της οριακής συνείδησης, μακριά από τον ηρωισμό. Οσο για την έννοια της δικαιοσύνης, αυτή είναι συχνά άπιαστη: η τιμωρία δεν λύνει τίποτα και το έγκλημα συχνά φανερώνει κάτι που ήδη ήταν σάπιο, απλώς δεν δηλωνόταν ως «έγκλημα». Ούτε είναι τυχαίο πως ο ίδιος δεν ακολουθεί αυστηρά γραμμικές αφηγήσεις. Η πολυδιάστατη σκέψη του τον οδηγεί σε μια πλοκή κυκλική, η οποία διακόπτεται από εσωτερικούς μονολόγους ή μεταβατικές σκηνές που εστιάζουν όχι στη δράση, αλλά στην ψυχολογία ή στο βλέμμα του ήρωα. Ουσιαστικά τα βιβλία του μοιάζουν περισσότερο με ψυχογράφημα ή δοκίμιο σε μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, παρά με απλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Οπως πολύ σωστά έχει γραφεί για τον ίδιο: «Ο Λύκαρης δεν γράφει αστυνομικά. Γράφει για το πώς πεθαίνουν οι ιδέες και πώς το έγκλημα δεν είναι παρά η πιο τίμια γλώσσα της εποχής».

«Απληστε κόσμε, κάλπικε»

Ολα τα παραπάνω τα συναντούμε και στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Απληστε κόσμε, κάλπικε» (2015). Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία, όπου κινητήρια δύναμη και καταλύτης των ανθρώπινων πράξεων είναι το θανάσιμο αμάρτημα της απληστίας (ας κρατήσουμε πως, πέραν των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, εμπλέκεται και ένας συνεργάτης αρχιβασανιστής της χούντας, μετέπειτα μεγαλέμπορος όπλων και ερεβώδης άρχων της διαπλοκής, που οργάνωσε τη μούφα κηδεία του για να αποφύγει το ξέσπασμα σκανδάλου, καθώς και ο Γιάγκος Κασίδας ή Βοϊδόπουτσας, βασανιστής στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, μακρινός συγγενής του Κροταλία, και ο Ταρζάν, ένα θηριώδες ροτβάιλερ που απαρηγόρητο πενθεί το αφεντικό του!).

Το βιβλίο ξεκινά από μια υπόθεση ανθρωποκτονίας που συμβαίνει φαινομενικά τυχαία και μέσα σε ένα πλαίσιο μικροαστικής αδιαφορίας. Ο αφηγητής είναι ένας εσωστρεφής, μορφωμένος, σχεδόν παραιτημένος αστυνομικός, που βιώνει το έγκλημα όχι ως επαγγελματική υπόθεση, αλλά ως χτύπημα στην προσωπική του κοσμοαντίληψη. Καθώς η έρευνα προχωρά, αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι τόσο ο δολοφόνος, όσο μια τεράστια σήψη κοινωνική και ηθική: από τις διαλυμένες οικογενειακές σχέσεις μέχρι την καπιταλιστική απληστία, την υποκρισία της εξουσίας και τη ρηχότητα της σύγχρονης ζωής.

Ο τίτλος δεν είναι ηθικολογικός. Ο Λύκαρης προσεγγίζει την απληστία ως βαθύ, δομικό γνώρισμα του σύγχρονου ανθρώπου – όχι μόνο στο χρήμα, αλλά και στην κατανάλωση εμπειριών, στην εξουσία, στη βία, στην επιθυμία για απόλυτο έλεγχο. Οσο για την αστυνομία, είναι παρούσα, αλλά ανίσχυρη. Οι θεσμοί λειτουργούν τυφλά ή γραφειοκρατικά, χωρίς καμία ουσιαστική ηθική ικανότητα. Το έγκλημα δεν λύνεται, διαλύεται μέσα στο κοινωνικό σύστημα που το παρήγαγε. Και αυτό το βιβλίο, «Απληστε κόσμε, κάλπικε», θα συντροφέψει την έκδοση της «Εφ.Συν.» το επόμενο Σαββατοκύριακο, 9/8.

Ολα τα βιβλία του Ιερώνυμου Λύκαρη κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Πρόκειται για τα αστυνομικά:

Ιερώνυνος Λύκαρης- βιβλία

◾️ Το ρομάντζο των καθαρμάτων – 2011
Tο πρώτο του μυθιστόρημα, όπου δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος, πολιτικής και ΜΜΕ συγκρούονται μέσα σε μαύρη κωμωδία και τραγωδία

◾️ Μαύρα κουφέτα – 2013
Πολιτικό νουάρ, ένα ρέκβιεμ για την ηττημένη ουτοπία του 20ού αιώνα, με έντονο κοινωνικό στρες

◾️ Η ζήλια είναι μαχαιριά – 2014
Πρώτο μέρος σε μια σειρά μαύρων κωμωδιών βασισμένων σε θανάσιμα αμαρτήματα (η ζήλια)

◾️ Απληστε κόσμε, κάλπικε – 2015
Δεύτερο βιβλίο της σειράς, εμβαθύνει στο θέμα της απληστίας ως στοιχείο παρακμής που διαπερνά την ελληνική κοινωνία (απληστία)

◾️ Ακου, πτώμα, να μαθαίνεις – 2017
Μαύρη κωμωδία-ντοκουμέντο που απεικονίζει τη νεοελληνική συγκρουσιακή πραγματικότητα, με διαφθορά μέχρι την κορυφή της αστυνομίας και της Δικαιοσύνης

◾️ Η εκδίκηση του Ναζωραίου – 2018
Κατασκοπευτική παράδοξη παρωδία, που ξεφεύγει από τα όρια του αστυνομικού και φλερτάρει με πολυπλοκότητα σε αφήγηση τύπου Πίντσον

◾️ Ω, τι μέρες κι αυτές! – 2023
Από τα πιο γνωστά του μυθιστορήματα, όπου έχουμε δύο συνδεόμενες ιστορίες δολοφονιών το 2012 και το 2014, με φόντο τις επισκέψεις της Ανγκελα Μέρκελ και μαζικές διαδηλώσεις