ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Κάθε γλώσσα που μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα εξυπηρετεί όλες τις ανθρώπινες ανάγκες, τη λογική όσο και το συναίσθημα, σημαίνει επικοινωνία και συζήτηση, σημαίνει εσωτερικό μονόλογο και προσευχή, παράκληση, κήρυγμα, διαταγή»

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα το βιβλίο «Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ – Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου», του Γερμανού φιλόσοφου και φιλόλογου Βίκτορ Κλέμπερερ, σε εξαιρετική μετάφραση από τα γερμανικά και σημειώσεις της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Ενα έργο που εκδόθηκε το 1947 και έκτοτε έγινε κείμενο αναφοράς, με σπουδαίες πηγές από την άνοδο του Χίτλερ και με σοβαρές αναγωγές στο σήμερα, όπου λαοί της Ευρώπης φαίνεται να έχουν ξεχάσει την καταστροφική επίδραση του εθνικοσοσιαλισμού ψηφίζοντας ακροδεξιά κόμματα.

«Ο Κλέμπερερ (1881-1960), βετεράνος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου πολέμησε στην πρώτη γραμμή, έγινε καθηγητής γαλλικής λογοτεχνίας, ειδικευμένος στον γαλλικό Διαφωτισμό, στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης, από το οποίο εκδιώχθηκε το 1935 επειδή ήταν Εβραίος. Επέζησε μόνο και μόνο χάρη στο ότι ήταν παντρεμένος με γυναίκα της “άριας φυλής”, η οποία τον στήριξε και τον ακολούθησε σε όλες τις ταλαιπωρίες και τους εξευτελισμούς που υπέστη από το ναζιστικό καθεστώς. Ακαταπόνητος μελετητής, δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός καθηγητής, έζησε τέσσερις διαδοχικές περιόδους της γερμανικής πολιτικής ιστορίας, από τη Γερμανική Αυτοκρατορία, τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και το Ναζιστικό κράτος έως τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας – και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς μάρτυρες του ταραχώδους 20ού αιώνα της ευρωπαϊκής ιστορίας», διαβάζουμε για τον συγγραφέα.

Κατόρθωσε να συγκεντρώσει υλικό από ομιλίες, συνεντεύξεις, άρθρα, μυθιστορήματα, μπροσούρες, ανακοινώσεις, του Χίτλερ και των συνεργατών του, από το 1933 ώς την ολοκληρωτική επικράτησή τους στη Γερμανία. «Παρακολούθησε» τη γερμανική κουλτούρα να καταστρέφεται από τη νεοναζιστική γλώσσα κρατώντας συνεχώς σημειώσεις στο ημερολόγιό του ως τη μόνη αντίσταση που θα μπορούσε να προσφέρει. «Από το 1933, αυτή η συνήθεια γίνεται στρατηγική διανοητικής επιβίωσης, ένα κοντάρι ισορροπίας, αυτό που τον κρατάει να μην πέσει, ένας τρόπος να διατηρεί την εσωτερική ελευθερία του και την αξιοπρέπειά του, να μην υποκύπτει στην αγωνία και στην απελπισία», γράφει στο εισαγωγικό της σημείωμα η Σόνια Κόμπε. «Είναι και πάλι ο φιλόλογος που αναλύει και ανατέμνει τη χρήση μιας γλώσσας και, έστω και αν η επιλογή της συγκεκριμένης γλώσσας του έχει επιβληθεί, επωφελείται από την κατάστασή του για να τη μελετήσει in vivo και αυτοστιγμεί, στο ίδιο του το πεδίο όπου διαποτίζει τις νοοτροπίες. Ο Κλέμπερερ αρπάζει την ευκαιρία ότι μπορεί ακόμα να έρχεται σε επαφή με την κοινωνία στον τόπο της καταναγκαστικής εργασίας του για να “δουλέψει στο πεδίο”. Μπορεί έτσι να προσπαθήσει να απαντήσει στο ουσιαστικό ερώτημα, όχι αν ο Χίτλερ είναι παράφρων, αλλά πως ασκεί την επίδρασή του».

Η γλώσσα είναι παραπάνω και από το αίμα. Με αυτή τη φράση του Franz Rosenzweig ανοίγει το βιβλίο του. Στις σημειώσεις του αναρωτιόταν πώς οι ναζί κατάφεραν να καταλάβουν την εξουσία σαγηνεύοντας τις μάζες. Τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία προπαγάνδας τους δεν ήταν οι ομιλίες του Αδόλφου Χίτλερ ή του Γιόζεφ Γκέμπελς, ούτε τα φυλλάδια, οι αφίσες ή οι παρελάσεις στολισμένες με σημαίες, δάδες και άλλα αρχαιοελληνικά σύμβολα. Οι αρχές του Εθνικοσοσιαλισμού, στην πραγματικότητα, δεν είχαν απορροφηθεί από τον πληθυσμό μέσω συνειδητών διαδικασιών σκέψης, αλλά μόνο με τη συνεχή επανάληψη μεμονωμένων λέξεων, φράσεων και προτάσεων στη νέα γλώσσα των ναζί. Και έτσι, οι ιδέες μπόρεσαν να ριζώσουν στο υποσυνείδητο του γερμανικού λαού. Με τα εκτεταμένα παιδαγωγικά του προγράμματα ο Χίτλερ καλλιεργεί νέες λέξεις όπως «φιλόμαχος», που περιγράφει πιο «ρομαντικά» την ιδέα της στρατιωτικής γενναιότητας και του ηρωισμού.

«Η μορφή του στρατιώτη-ήρωα συνδέεται με την εξύμνηση των Τευτόνων και την αναγωγή τους σε περιούσιο λαό. «Το Τρίτο Ράιχ μιλά με τρομακτική ομοιομορφία, τόσο με την τότε γλώσσα του όσο και με όλα εκείνα που κληροδότησε: με την άνευ ορίων επιδεκτικότητα των μεγαλόπρεπων κτιρίων του και των ερειπίων τους, μέσα από τον μοναδικό εκείνο τύπο στρατιώτη»… Ο συγγραφέας σημειώνει λεπτομερώς τις αλλαγές στην αγαπημένη του γλώσσα, τη βλέπει να μετασχηματίζεται σε εργαλείο καταπίεσης και παραπληροφόρησης. Παρατηρεί με ειρωνεία την κοινωνία να αλλάζει, τους συμπολίτες του να μετατρέπονται σε υπάκουα βοοειδή υπό τους ρυθμούς μιας γλώσσας μαζικού φανατισμού.

Δεν ήταν απλώς μια νέα λαϊκή γλώσσα. Στο νομικό σύστημα, για παράδειγμα, οι ναζί εξυμνούσαν το Rechtsempfinden (το αίσθημα δικαιοσύνης) και δυσφήμιζαν την παραδοσιακή χρήση του Rechtsdenken (την έννοια της δικαιοσύνης). Οι ναζί δεν μιλούσαν ποτέ για ένα αίσθημα δικαιοσύνης από μόνο του, αλλά πάντα για ένα «υγιές αίσθημα δικαιοσύνης». Και υγιές σήμαινε οτιδήποτε συμφωνούσε με τη βούληση και το συμφέρον του Κόμματος.

Στο εξαιρετικό και ιδιαίτερα κατατοπιστικό επίμετρό της η Βίκυ Ιωάννου σημειώνει: «Γραμμένο υπό την πίεση μιας αίσθησης κατεπείγοντος, το βιβλίο αποτελεί την πρώτη και μόνη προσπάθεια ανάλυσης του ναζισμού και της γλώσσας του, η οποία γίνεται εκ των ένδον και σε παρόντα χρόνο, από κάποιον που είναι θύμα του καθεστώτος. Σε αυτό έγκειται, μεταξύ άλλων, η ανεκτίμητη αξία του – γι’ αυτό και οι αναγνώστες και αναγνώστριες του 21ου αιώνα καλό είναι να μη σπεύσουμε, λόγω της εκ των υστέρων γνώσης που ενδεχομένως έχουμε, να κρίνουμε ορισμένες από τις παρατηρήσεις του ως προφανείς, δεδομένες ή ξεπερασμένες. Το βιβλίο επανεκδόθηκε πολλές φορές στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, ωστόσο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, που πολύ γρήγορα εξαντλούνταν. Μεταφράστηκε στα γαλλικά το 1996 και στα αγγλικά το 2000».

Σε όλο το βιβλίο είναι εμφανής μια άλλη μορφή συνέχειας της τακτικής των ναζί, σε μεταπολεμικές ομιλίες που μεταδόθηκαν από Ανατολικογερμανούς αντιφασίστες· και σε μια συνάντηση του Πολιτιστικού Συλλόγου της Δρέσδης το 1946, ο Κλέμπερερ παρατήρησε τη διαχρονική δύναμη της χιτλερικής γλώσσας μέσω της χρήσης διατυπώσεων όπως η έκκληση για ένα kämpferisch (επιθετικό) είδος δημοκρατίας στη μεταπολεμική Γερμανία προς υποστήριξη της Volkssolidarität (αλληλεγγύης του λαού).

Αυτό που καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο είναι πως ο Χίτλερ αντιλήφθηκε πολύ νωρίς ότι η γλώσσα θα γίνει το πιο ισχυρό όπλο του. Την υπονόμευσε σκόπιμα προκειμένου να αλλάξει τον τρόπο που οι Γερμανοί αντιλαμβάνονταν την πολιτική και τη ζωή. Γεγονός που παρατηρείται εντόνως και σήμερα στην επικοινωνία των σύγχρονων φασιστικών κομμάτων με τους εν δυνάμει ψηφοφόρους τους.