ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ myrtomitraina
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τις διασταυρούμενες τροχιές των ισραηλινών και των ιρανικών πυραύλων να υφαίνουν ένα σάβανο από φωτιά στους νυχτερινούς ουρανούς της Μέσης Ανατολής, επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία η λέξη «μπαράζ». Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως μπαράζ είναι ο καταιγισμός από κάτι, τα συνεχόμενα, αλλεπάλληλα κρούσματα, με χαρακτηριστικό την ένταση κατά την εκδήλωσή τους.

Μιλάμε για μπαράζ διαμαρτυριών, δηλώσεων, φορολογικών μέτρων ή ακόμα και μπαράζ επιθέσεων κατά σερβικών στόχων, όπως αναφέρει το Λεξικό ως παράδειγμα, κι εμείς σκεφτόμαστε πως από τότε, από το 1999, όταν ξέσπασε το μπαράζ των ΝΑΤΟϊκών επιθέσεων κατά της Σερβίας, πολλά άλλα μπαράζ πυραύλων ή αεροπορικών βομβαρδισμών έχουν καταυγάσει –άσχημα– τους ουρανούς, μετατρέποντας σε ερειπιώνες ολόκληρες περιοχές, τη Γάζα, ας πούμε. Η λέξη «μπαράζ» όμως σημαίνει και τον αθλητικό αγώνα (αγώνας μπαράζ) που γίνεται μεταξύ δύο ομάδων που ισοβαθμούν, συνήθως σε ουδέτερο γήπεδο, για να κριθεί ο νικητής.

Το μπαράζ προέρχεται από το γαλλικό ουσιαστικό «barrage», που σημαίνει «φράγμα», του ρήματος «barrer», από το «barre», που είναι ο «σύρτης», η «περίφραξη», με κοινή προέλευση τη λέξη της δημώδους λατινικής «barra», «μπάρα» στα ελληνικά, δηλαδή η γνωστή μας (α)μπάρα, το ξύλινο ή μεταλλικό ραβδί που κλείνει και ασφαλίζει μια πόρτα. Μπάρα είναι επίσης το γνωστό όργανο για την εκτέλεση ορισμένων ασκήσεων της ενόργανης γυμναστικής, αλλά και η μεταλλική ράβδος για την άρση βαρών: θα θυμάστε την ιστορική παραίνεση του προπονητή Ιακώβου, στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα το 1996, προς τον Πύρρο Δήμα: «Κάτσε κάτω απ’ την μπάρα!». Ο αρσιβαρίστας τον άκουσε, έκατσε, κι έτσι πήρε το χρυσό μετάλλιο, σηκώνοντας 180 κιλά στο αρασέ, 212,5 στο ζετέ και 392,5 στο σύνολο. Μπάρα είναι και η κατακόρυφη διπλή γραμμή που χωρίζει λέξεις, αριθμούς ή μουσικούς φθόγγους, η «διαστολή» στη μουσική ορολογία. Μπάρα όμως λέμε και τη μακριά ξύλινη τάβλα όπου ακουμπούν οι πελάτες τα ποτά τους στο μπαρ, το οποίο μπαρ, το μαγαζί που σερβίρει αλκοόλ, ή το ειδικά διαμορφωμένο έπιπλο στο σπίτι με τα μπουκάλια των ποτών, κι αυτό προέρχεται από αυτή τη λατινική barra, το ραβδί.

Είναι τόσο πολύ μέσα στη ζωή μας όλα τα παράγωγα αυτής της λατινικής λέξης «barra», που, αν και άγνωστης ετυμολογίας, μας είναι τόσο οικεία. Στεκόμαστε, ας πούμε, στην μπάρα ενός μπαρ, σιγοπίνουμε το ποτό μας και χαζεύουμε στην τηλεόραση τον αγώνα μπαράζ της αγαπημένης μας ομάδας ή τις ειδήσεις, όπου οι ομιλούσες κεφαλές του μιντιακού και πολιτικού αφρού εκτοξεύουν μπαράζ δηλώσεων, ανακοινώνοντας έναν νέο καταιγισμό, ένα καινούργιο μπαράζ φορολογικών μέτρων ή αυξήσεων στα βασικά είδη διατροφής και στα καύσιμα, και παρ’ όλα αυτά είμαστε ευχαριστημένοι, ή θα έπρεπε να είμαστε, γιατί θα μπορούσαμε να ήμασταν αλλού.

Θα μπορούσαμε, ας πούμε, να ήμασταν κλειδαμπαρωμένοι το σπίτι μας ή στο καταφύγιο της γειτονιάς μας, έχοντας λουφάξει εκεί μέσα μέχρι να περάσει το μπαράζ του βομβαρδισμού που διέταξε κάποιος εξουσιοφρενής σφαγέας, να τελειώσει αυτή η πυραυλική θύελλα που έχει ξεσπάσει επί της κεφαλής μας, ξηλώνοντας τον αστικό και κοινωνικό ιστό του βίου μας.

Δυστυχώς, ποτέ δεν βρισκόμαστε αρκετά μακριά από ένα μπαράζ – απλώς, κάποιοι είναι πιο άτυχοι από μας κι έχουν γεννηθεί στην Τεχεράνη, στο Τελ Αβίβ, στη Γάζα, στο Κίεβο ή στο Βελιγράδι.