Οι νέοι που προσπαθούν να ακουστούν σε έναν κόσμο που δεν τους ακούει, φτιάχνουν μια δική τους πραγματικότητα. Για το τώρα και για το μετά. Για να γιατρέψουν αυτά που τους πονάνε. Και ψάχνουν να βρουν έναν κοινό κώδικα. Σε έναν κόσμο που τρέχει γρήγορα. Που κρίνει εύκολα. Που βάζει ταμπέλες με ελαφριά καρδιά. Που ζει μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αν ρωτήσουμε όμως και κάποιους άλλους πώς νιώθουν σήμερα στην Ελλάδα, νομίζω ότι όλοι θα δώσουν την ίδια απάντηση: «Φυλακισμένοι, όπως όλος ο κόσμος. Οπως νιώθαμε και στα χρόνια της πανδημίας. Αλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο. Και με τους ίδιους ανθρώπινους χαρακτήρες. Που άλλοτε περισσεύει η ευαισθησία τους κι άλλοτε η αναισθησία τους».
Νομίζω ότι είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί, που το τελευταίο διάστημα νιώθουμε έτσι. Ευτυχώς, όμως, αυτές οι εξαιρέσεις, σιγά σιγά, πολλαπλασιάζονται. Είναι ένα ποσοστό πολιτών, ιδιαίτερα από τη νέα γενιά, που μένει όρθιο και αγωνίζεται, σκέφτεται και προσπαθεί να αντιδράσει. Θέλοντας να ζήσει σε μια καλύτερη πατρίδα και σε έναν καλύτερο κόσμο. Γράφουν, μιλούν, φωνάζουν και διαμαρτύρονται, όσο μπορούν, μέσα στο πλαίσιο αυτής της αστικής, τηλεκατευθυνόμενης, δημοκρατίας. Κινδυνεύοντας να γίνουν γραφικοί ή να εξαφανιστούν.
Οσες ευθύνες κι αν, πολλές φορές, ρίχνουν οι «μεγάλοι» στους «μικρούς», όσες ζημιές κι αν έγιναν από τη φυσιολογική, «ανήσυχη», αντιμετώπιση της ζωής, από ένα μεγάλο ποσοστό νεολαίας, όσο κι αν η βιασύνη πολλών παιδιών τα οδηγεί σε παράλογες πράξεις, κύριοι υπεύθυνοι, πάντα, παραμένουν και θα παραμένουν η πολιτεία και η οικογένεια.
Κόντρα σ’ αυτή την πικρή εποχή που ζούμε και πολλοί κλαίνε τη μοίρα τους, αυτοί σκέφτονται, ονειρεύονται, σχεδιάζουν την αυριανή Ελλάδα που έρχεται. Και που κανένας πια δεν ξέρει αν, πώς και πότε θα ξανάρθει… Μια Ελλάδα που θέλουμε και αξίζουμε να ζήσουμε. Και να γίνουμε καλύτεροι, όχι μόνο με μια αυστηρή αυτοκριτική αλλά και με μια απόφαση ζωής. Αυτό που λέμε και ξαναλέμε. Το ΕΜΕΙΣ να αντικαταστήσει για πάντα το ΕΓΩ. Εκτός κι αν οι νόμοι της φύσης μάς φέρουν αντιμέτωπους με άλλες κοσμογονικές εξελίξεις. Ενα νέο παγκόσμιο και αδίστακτο κεφάλαιο και έναν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μακάρι ο καλύτερος τρόπος για να αλλάξει ο κόσμος να είναι πιο ομαλός. Αργά και σταθερά. Και πρώτα από όλα, να έχουμε μια σφαιρική ενημέρωση και μια συνειδητή συμμετοχή του απλού πολίτη, σε όλους τους τομείς. Εκτός και αν τα μεγάλα, παντοδύναμα συγκροτήματα εξακολουθήσουν να κυβερνάνε τον τόπο μας. Ο κόσμος αλλάζει μόνο με μεγάλες επαναστάσεις, λέει η Ιστορία. Αλλάζει, όμως, όπως λένε κάποιοι άλλοι, αν εκμεταλλευτούμε τις λίγες ρωγμές ελευθερίας που ίσως υπάρξουν και καταφέρουμε να γκρεμίσουμε έστω και λίγα «τείχη».
. Ας αφουγκραστούμε, λοιπόν, τις ανησυχίες της νεολαίας μας, τους προβληματισμούς της, τους φόβους της και τα ερωτήματά της. Χωρίς να ψάχνουμε να βρούμε σε αυτήν όλα όσα ΕΜΕΙΣ αποτύχαμε. Χωρίς να βλέπουμε σε αυτήν και όλα όσα φοβόμαστε πως θα έρθουν. Η φωνή του φίλου μας του Αγγελου τους αντιπροσωπεύει:
«Η γενιά μας γεννήθηκε σε μια μάχη που δεν επέλεξε. Οταν ξέσπασε η οικονομική κρίση του 2008, μας είπαν πως ήταν ένα “μοναδικό γεγονός»” κάτι που “συμβαίνει μία φορά στη ζωή”. Κι όμως, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, ζήσαμε αλλεπάλληλες κρίσεις, πολλοί από εμάς πριν καν κλείσουμε τα 25.
»Ακολουθήσαμε τις συμβουλές που μας δόθηκαν: να διαβάσουμε, να δουλέψουμε σκληρά, με την υπόσχεση πως θα χτίσουμε μια καλύτερη ζωή. Κι όμως, ακόμη και όσοι τα έκαναν όλα “σωστά”, συνεχίζουν να δυσκολεύονται, καθώς η χώρα μας έχει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας νέων στην Ευρώπη. Μεγαλώσαμε βλέποντας την απειλή της κλιματικής καταστροφής να παίρνει σάρκα και οστά. Κάθε καλοκαίρι βλέπουμε τη φύση και την ομορφιά της Ελλάδας στις φλόγες.
»Παρακολουθούμε πολέμους να επιστρέφουν ξανά στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή και μια γενοκτονία να βαφτίζεται “αυτοάμυνα”. Ολα αυτά, σε συνεχή ροή, μέσα από τις οθόνες μας. Παρ’ όλα αυτά, η γενιά μας αντιμετώπισε όλες αυτές τις προκλήσεις κατάματα. Δεν επιλέξαμε την παθητικότητα, αλλά αγωνιστήκαμε να ακουστεί η φωνή μας. Συμμετέχουμε σε κινήματα και διαδηλώσεις, παλεύοντας για όσα πιστεύουμε, για ένα αύριο λιγότερο σκοτεινό από το σήμερα.
»Και όταν πια πολλοί ρωτούσαν: “Αξίζει; Εχει κανένα νόημα;”, ήλθε το δυστύχημα στα Τέμπη και κάτι μέσα μας γύρισε. Ξύπνησε ακόμη και όσους είχαν παραιτηθεί. Ηταν μια στιγμή που σημάδεψε τη γενιά μας και μας υπενθύμισε πως, ακόμη κι αν όλα είναι εναντίον μας, η φωνή μας μπορεί να ακουστεί».
Και ακούστηκε. Και ακούγεται πια κάθε μέρα σε αμέτρητες εκδηλώσεις… Μόνο που η δική μας γενιά που την έζησε, δεν μπορεί πια να προσφέρει πολλά. Ο,τι έκανε, έκανε. Αλλοτε μεγάλα έργα κι άλλοτε μεγάλα λάθη. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας έχουν τώρα τον πρώτο λόγο. Αρκεί να συνειδητοποιήσουν κι αυτά ότι μ ί α είναι η Ελλάδα: Η Ελλάδα των Ιδεών και όχι των απολαβών. Η Ελλάδα του Μέτρου και όχι του καταναλωτικού αμοραλισμού… Η Ελλάδα της Ανεξαρτησίας και όχι της υποταγής.
Αρκεί να ακούσουμε αυτές τις νέες φωνές και εμείς, οι παλιές γενιές. Που τολμούν να φωνάξουν, να απαιτήσουν, να διεκδικήσουν. Αυτά που δικαιούνται. Και να παραδώσουμε στις νέες γενιές τη σκυτάλη. Με συμβουλές, ναι. Με εντολές, όχι. Για να μην γκρεμίσουμε κι αυτά τα λίγα που χτίσαμε, με ιδρώτα και αίμα, έναν ολόκληρο αιώνα. Μένοντας δίπλα τους ζωντανοί και δημιουργικοί, όπου μας χρειάζονται. Κι όσο αντέξουμε.
Αρκεί (όπως λέει ένας σοφός): «Να περπατάμε, περισσότερο, για το καλό μας και να μιλάμε, λιγότερο, για το καλό των άλλων».
i] Αρκεί να ακούσουμε αυτές τις νέες φωνές και εμείς, οι παλιές γενιές. Που τολμούν να φωνάξουν, να απαιτήσουν, να διεκδικήσουν. Αυτά που δικαιούνται. Και να παραδώσουμε στις νέες γενιές τη σκυτάλη. Με συμβουλές, ναι. Με εντολές, όχι
