Στο βιβλίο «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα, Η επίκαιρη πολιτική πρόταση του Κορνήλιου Καστοριάδη» του Γιώργου Οικονόμου που σήμερα δημοσιεύουμε απόσπασμά του, αναλύονται, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο, «οι γενικές συνθήκες του πολιτικού ζητήματος όπως τίθενται από τον Καστοριάδη, οι όροι και οι αρχές της αυτονομίας, η σχέση της με την άμεση δημοκρατία, καθώς επίσης τι σημαίνει ετερονομία, αυτοθέσμιση, αυτόνομη κοινωνία και πρόταγμα της αυτονομίας. Χωρίς αυτές τις διευκρινίσεις δεν μπορούν να γίνουν σαφείς η ουσία της πολιτικής σκέψης του Καστοριάδη και η πολιτική του πρόταση, ούτε μπορούν να υπάρξουν δημοκρατική πολιτική σκέψη και πράξη. Αυτά είναι απαραίτητα για προσανατολισμό στη σημερινή εποχή στην οποία έχουν αποτύχει η σοσιαλδημοκρατία και κάθε είδους Αριστερά, ενώ ο κοινοβουλευτισμός πνέει τα λοίσθια και οι κίνδυνοι εκτροχιασμού δεν είναι πλέον υποθετικοί».
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Κριτική στην Αντιπροσώπευση
Βασική προσφορά του Καστοριάδη είναι η διευκρίνιση για τον πολιτειακό χαρακτήρα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, τα οποία με αυταρέσκεια και αυτοϊκανοποίηση οι υποστηρικτές τους Δεξιοί, Κεντρώοι, αλλά και οι επικριτές τους Αριστεροί και Αναρχικοί αποκαλούν «δημοκρατίες» ή «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες». Η βάση των αντιλήψεων αυτών είναι το γεγονός ότι σε αυτά υπάρχουν γενικές εκλογές, ελευθερία σχηματισμού κομμάτων, ατομικές ελευθερίες, καθώς επίσης ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος δικαίου και ένα σύνολο κοινοβουλευτικών διαδικασιών.
Ομως, αυτά τα στοιχεία, που αποκρυσταλλώθηκαν τον 20ό αιώνα, είναι σημαντικά και καινοφανή, αλλά δεν καθιστούν το κοινοβουλευτικό πολίτευμα δημοκρατικό. Απουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας και οι αρχές της που είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Η κυριότερη απουσία είναι της πολιτικής ελευθερίας, διότι από την αρχαιότητα το κύριο και πολιτικό νόημα της ελευθερίας είναι η συμμετοχή των ατόμων στην άσκηση της εξουσίας. Η συμμετοχή αυτή καθιστά τα άτομα πολίτες. Πολίτης δεν γίνεσαι δι’ αντιπροσώπων και μένοντας εκτός εξουσίας, αλλά συμμετέχοντας άμεσα αυτοπροσώπως στην εξουσία. Η συμμετοχή αυτή, δηλαδή η πολιτική ελευθερία, δεν υπάρχει στον σημερινό κοινοβουλευτισμό που την περιστέλλει στην ελευθερία της αγοράς, στις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα.
Ο Bergson έγραφε πως «το πρόβλημα της ελευθερίας στους μοντέρνους ήταν όπως τα παράδοξα των Ελεατών στους αρχαίους». Σήμερα, δηλαδή, δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά ψηφοφόροι, οπαδοί και υπήκοοι.
Αυτό που έχει συγκαλυφθεί επισταμένως είναι ότι από την αυγή της νεωτερικότητας, από τον 17ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα ιδρύθηκαν με αντίθεση στη δημοκρατία και οι διανοούμενοί τους εξέφρασαν σαφώς αυτή την αντίθεση. Σε αυτά τα πολιτεύματα ο Καστοριάδης ασκεί καταλυτική κριτική και καταδεικνύει ότι στην ουσία είναι ολιγαρχίες, φιλελεύθερες ολιγαρχίες, διότι οι πολλοί, η συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας, δεν συμμετέχουν στην εξουσία, δεν συμμετέχουν στη θέσπιση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων, στη διαμόρφωση και την απονομή του δικαίου, στον έλεγχο της εξουσίας. Την εξουσία ασκούν λίγοι βουλευτές, τεχνοκράτες, γραφειοκράτες και κομματικά στελέχη που λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους, ασκούν τη δικαστική και κυβερνητική εξουσία. Η σφαίρα των αποφάσεων δεν είναι δημοσία, δεν ανήκει στους πολλούς, αλλά στους λίγους.
«Οσον με αφορά ως άνθρωπο ελεύθερο, δέχομαι ευχαρίστως να υπακούω στους άρχοντες που εξέλεξα και όσο αυτοί δρουν νομίμως και δεν ανακλήθηκαν. Aλλά η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να με αντιπροσωπεύει θα μου φαινόταν αφόρητα προσβλητική, εάν δεν ήταν πολύ κωμική», Κορνήλιος Καστοριάδης
Στον κοινοβουλευτισμό η πραγματική εξουσία δεν ανήκει στους εκλεγμένους 300 ή 400 βουλευτές, τους δήθεν αντιπροσώπους της λαϊκής βούλησης, αλλά στα κόμματα και κυρίως στο εκάστοτε πλειοψηφούν που γίνεται έτσι ο κύριος διαχειριστής της εξουσίας. Οπισθεν δε των κομμάτων ευρίσκονται οι πραγματικοί κάτοχοι της εξουσίας, τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα, τα «διαπλεκόμενα» σύμφωνα με την ορολογία του συρμού, οι κάτοχοι των ισχυροτάτων mass media και της ηλεκτρονικής πληροφορικής. Αυτά τα συμφέροντα επιβάλλονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στις κυβερνήσεις, οι οποίες τα προωθούν και τα εξυπηρετούν. Τουτέστιν, οι λεγόμενοι αντιπρόσωποι δεν εξυπηρετούν ούτε ενδιαφέρονται για τα «συμφέροντα του λαού» και το κοινό αγαθό.
Πράγματι, αν και οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις κόπτονται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, εν τούτοις στην περίπτωση αυτή υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα. Οι αντιπρόσωποι ήδη από τη γένεση του κοινοβουλευτισμού δεν μπορούν να εκφράσουν το κοινό συμφέρον, για τον απλούστατο λόγο ότι ένα σύνολο 300, 400 ή 500 εκλεγμένων αντιπροσώπων είναι αδύνατον να εκφράσει τα συμφέροντα ενός πληθυσμού 10, 40 ή 100 εκατ. ατόμων. Αυτό που μπορούν να εκφράσουν οι αντιπρόσωποι είναι μόνο το δικό τους συμφέρον, των οικείων τους, των κομμάτων τους και των ανώτερων οικονομικών, πολιτικών και μιντιακών ελίτ οι οποίες τους στηρίζουν και τους ενισχύουν ποικιλοτρόπως. Οπως επισημαίνει ο Zeev Sternhell: «Η καθολική ψηφοφορία δεν εξασφαλίζει ούτε την ουσιαστική συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι ούτε την ισότητα ούτε τη δικαιοσύνη. Η Republic από μόνη της δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτομάτως, όπως πίστευαν κατά το παρελθόν, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή τη σταθερότητα των βασικών φιλελεύθερων αξιών».
Ενα μόνο παράδειγμα αρκεί για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης: η περίπτωση της βουλευτικής και υπουργικής ασυλίας που καθιερώνει την ανισότητα και καταργεί την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου και της δικαστικής εξουσίας, καταργεί την έννοια της δικαιοσύνης. Αποτελεί δε φεουδαρχικό κατάλοιπο, όπως σημείωνε ο Hans Kelsen: «Το προνόμιο ότι ένας βουλευτής μπορεί να διωχθεί στα δικαστήρια για μια αξιόποινη πράξη, μόνον εάν συναινεί το κοινοβούλιο προέκυψε στην εποχή της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή στην εποχή της σφοδρότερης αντίθεσης ανάμεσα στο κοινοβούλιο και στη βασιλική κυβέρνηση».
Η εξουσία ασκείται εν τέλει προς όφελος των ολίγων οικονομικώς και κοινωνικώς ισχυρών. Αυτό το έδειξε η οικονομική κρίση από το 2008, αφού οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο ευνόησαν σκανδαλωδώς τα ανώτερα στρώματα, τις τράπεζες, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, το μεγάλο κεφάλαιο, τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα των ΜΜΕ. Ο κοινοβουλευτισμός γενικώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα και τις επιθυμίες που εκφράζουν οι αγορές, τα μεγάλα οικονομικά συγκροτήματα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα στις συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση και διατήρηση των τεραστίων οικονομικών ανισοτήτων με τη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων μεγιστάνων, η φτωχοποίηση ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και η έλλειψη οιασδήποτε μέριμνας για την προστασία του.
Ταυτοχρόνως, οι άρχουσες ελίτ των κοινοβουλευτικών συστημάτων παραμέλησαν τα μεσαία και κατώτερα στρώματα τα οποία περιέπεσαν σε δύσκολη κατάσταση, ανεργία, υπέστησαν αυξημένη φορολογία, περικοπή συντάξεων, μισθών και επιδομάτων, αύξηση του ωραρίου εργασίας, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, ανασφάλιστη, μαύρη, επισφαλή εργασία, υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Από την άλλη, κύρια αιτία της μεγάλης οικονομικής κρίσης ήταν ακριβώς η ακραία εξυπηρέτηση από τις άρχουσες ελίτ των ιδιωτικών συμφερόντων.
Η «αντιπροσώπευση» είναι, κατά τον Καστοριάδη, και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό την πολιτική έννοια του όρου: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους «αντιπροσωπευομένους» προς τους «αντιπροσώπους». H αντιπροσώπευση δημιουργεί μια «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, η οποία επιτυγχάνεται με κύριο όργανο τις εκλογές. Αυτό το ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι και γι’ αυτό θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας, ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας, πράγμα το οποίο επισημαίνει ο Αριστοτέλης. Αυτός ο πολιτικός καταμερισμός που επιβάλλει το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα επέτρεψε και επιτρέπει την αυτονόμηση των πολιτικών αποφάσεων προς όφελος των λίγων ισχυρών και πλουσίων.
Η αρχή της αντιπροσώπευσης είναι εντελώς ξένη με την ιδέα της δημοκρατίας και μεταξύ των δύο μορφών διακυβέρνησης δεν υπάρχει καμία συμπληρωματικότητα. Αντίθετα με όσα διακηρύσσει η φιλελεύθερη ιδεολογία, υπάρχει μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στην άμεση δημοκρατία και το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα. Η αντιπροσώπευση και τα κόμματα βρίσκονται στην αντίθετη πλευρά, αναιρούν τη δημοκρατία. Η λογική τους είναι ότι αυτά είναι ικανά να κυβερνούν, άρα πρέπει να ψηφισθούν και να έχουν εξουσία, ενώ οι υπόλοιποι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αυτοκυβερνηθούν και ο ρόλος τους μετά τις εκλογές είναι στον ιδιωτικό χώρο. Αρα το αντιπροσωπευτικό σύστημα ελάχιστη σχέση έχει με τη δημοκρατία, είναι άρνηση της δημοκρατίας και χαρακτηριστική περίπτωση ολιγαρχίας και ετερονομίας. Αλλά και άλλοι συγγραφείς, λ.χ. οι Pareto, Mosca, Michels, Schumpeter, στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν διαπιστώσει ότι το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα δεν είναι δημοκρατία. Οι αλήθειες αυτές συγκαλύπτονται επιμελώς από τους κρατούντες, από τα κόμματα, τις ιδεολογίες, την Αριστερά, τα ΜΜΕ, τους περισσότερους διανοουμένους και τα προνομιούχα στρώματα.
Κατά τον Καστοριάδη, η κυρίαρχη ιδέα της αντιπροσώπευσης ότι υπάρχουν «ειδικοί» της πολιτικής, δηλαδή «ειδικοί» του καθολικού και τεχνικοί της ολότητας, χλευάζει την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας. Ο Hegel έγραφε πως ο εαυτός εκπίπτει μέσω της αντιπροσώπευσης, ενώ ο G. Sartori πως όταν κάποιος ψηφίζει στις εκλογές έναν αντιπρόσωπο, αυτομάτως αναγνωρίζει ότι ο ίδιος είναι ανίκανος να ασκήσει πολιτική, να αποφασίσει και να σκεφθεί. Ο Καστοριάδης εκφράζει τη θέση του με χαρακτηριστικό προσωπικό τόνο: «Οσον με αφορά ως άνθρωπο ελεύθερο, δέχομαι ευχαρίστως να υπακούω στους άρχοντες που εξέλεξα και όσο αυτοί δρουν νομίμως και δεν ανακλήθηκαν. Aλλά η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να με αντιπροσωπεύει θα μου φαινόταν αφόρητα προσβλητική, εάν δεν ήταν πολύ κωμική».
