ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρεις οσκαρικές υποψηφιότητες και τελικά το Οσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας πήρε το «Είμαι ακόμα εδώ» του Βάλτερ Σάλες, ταινία που παίζεται ακόμα στις ελληνικές αίθουσες. Βασισμένη στο αυτοβιογραφικό χρονικό του Μαρσέλο Πάιβα και έχοντας συνάφειες με τον «Αγνοούμενο» του Γαβρά, ειδικά στο μέρος που αφορά τη συνήθη πρακτική των αμερικανόπνευστων δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής (και όχι μόνον), να «εξαφανίζουν» όσους θεωρούσαν εχθρούς του καθεστώτος, και στον αγώνα μιας οικογένειας για την αποκατάσταση της αλήθειας, η ταινία πραγματεύεται την αληθινή ιστορία της οικογένειας Πάιβα, του Ρούμπενς και της Γιούνις Πάιβα και των πέντε παιδιών τους δηλαδή (ένα εκ των οποίων είναι ο Μαρσέλο).

Στην οθόνη, τους συναντάμε στο σπίτι τους στο Ρίο ντε Ζανέιρο, λίγες ημέρες προτού ο 40χρονος Ρούμπενς, πρώην βουλευτής του Εργατικού Κόμματος και πλέον απλός πολιτικός μηχανικός (που διατηρεί κρυφά σχέσεις με την αντίσταση ενάντια στη Δικτατορία του Βραζιλιάνικου Στρατού), συλληφθεί ένα βράδυ και εξαφανιστεί έκτοτε από προσώπου γης. Ο Σάλες παρακολουθεί τον αγώνα της οικογένειας και δη της Γιούνις για την αναγνώριση της δολοφονίας του συζύγου της –για τον οποίο τα πρώτα χρόνια το καθεστώς ισχυριζόταν ότι διέφυγε με τη βοήθεια ανταρτών. Υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή στην ταινία και είναι αυτή που, μία 20ετία αργότερα, η οικογένεια συγκεντρώνεται για να γιορτάσει το γεγονός ότι οι Αρχές της αποκατεστημένης δημοκρατίας, επιτέλους, τους έχουν προσκομίσει το πιστοποιητικό θανάτου του ανθρώπου τους -αν και θα περνούσαν ακόμα περισσότερα χρόνια για να επιβεβαιωθεί, το 2014, χάρη στην Εθνική Επιτροπή Αλήθειας, ότι ο Πάιβα ήταν ένας από τους 434 πολίτες που δολοφονήθηκαν από το στρατιωτικό καθεστώς.

Το πιστοποιητικό θανάτου, λοιπόν, στην κινηματογραφική εκδοχή του Σάλες είναι, επιτέλους, μια οριστική απάντηση, ένα σημαντικό βήμα ηθικής αποκατάστασης κι αυτό τους προκαλεί ανακούφιση και αίσθημα χαράς -παρότι παραμένουν στιγματισμένοι ανεπιστρεπτί από την εφιαλτική εμπειρία τους. Η Τέχνη βοηθά, μεταξύ πολλών άλλων, να αναλογιστούμε, με αφορμή μία άλλη εμπειρία, βαθύτερα τον εαυτό μας, την προέλευσή μας, τις ιστορικές συνάφειες, τις επίκαιρες συμπτώσεις. Κι αυτό σκεφτόμουν διαβάζοντας το ρεπορτάζ του Απόστολου Λυκεσά («Εφ.Συν.» 15/3) για τους συγγενείς αγωνιστών που εκτελέστηκαν επί Εμφυλίου, οι οποίοι ξεκινούν τη διαδικασία ταυτοποίησης DNA, ώστε να βρουν, έστω 70 χρόνια μετά, τα οστά των δικών τους στους ομαδικούς τάφους πίσω από το Γεντί Κουλέ. Ισως έτσι, όμως, να καταλαβαίνει κάποιος και το τόσο «δαιμονοποιημένο» χαμόγελο της Μαρίας Καρυστιανού, κάθε φορά που υπάρχει μια θετική εξέλιξη στον αγώνα για την πλήρη διαλεύκανση αυτού που συνέβη στα Τέμπη.