Οι ιστορικές διαδηλώσεις της 28ης Φεβρουαρίου για την κρατική δολοφονια των Τεμπών συνοδεύτηκαν από έναν, δυστυχώς, ανιστόρητο όσο και εκκωφαντικό μονόλογο σχετικά με τον χώρο που αναλογεί στη διαδηλωτική αντι-βία — αυτή, δηλαδή, που επιστρέφουν οι «από τα κάτω» στη θεσμική βία. Τον αποκαλώ μονόλογο, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος των διαδηλωτών-τριών, είτε όψιμοι είτε όχι, φάνηκε να απορρίπτει συλλήβδην οποιαδήποτε μορφή διαδηλωτικής αντι-βίας, ενστερνιζόμενο μάλιστα άκριτα τη μιντιακά διαδεδομένη πεποίθηση ότι «όσοι/ες τα σπάνε είναι ασφαλίτες».
Στη μετατροπή αυτού του μονολόγου σε συζήτηση ίσως θα μπορούσε να μας βοηθήσει ένα καθόλου νέο, αλλά απολύτως ζωντανό, κείμενο του μαρξιστή κριτικού τέχνης, πεζογράφου, ζωγράφου και ποιητή John Berger, με τίτλο «Η φύση των μαζικών διαδηλώσεων» (The Nature of Mass Demonstrations, 1968, μετάφραση δική μου) (1). Ας ξεκινήσουμε με το, κατά τον Berger, εγγενές παράδοξο των (ειρηνικών) διαδηλώσεων:
«Θεωρητικά, οι διαδηλώσεις αποσκοπούν στο να καταδείξουν τη δημοφιλία μιας άποψης ή ενός συναισθήματος· θεωρητικά, αποτελούν μια επίκληση στη δημοκρατική συνείδηση του κράτους. Μα αυτό προϋποθέτει μια συνείδηση που είναι απίθανο να υπάρχει. Αν η κρατική εξουσία είναι δεκτική στη δημοκρατική της επιρροή, μια διαδήλωση ουσιαστικά δεν χρειάζεται. Αν δεν είναι, τότε είναι απίθανο να επηρεαστεί από μια επίδειξη δύναμης κενή περιεχομένου, που δεν εμπεριέχει κανένα πραγματικό κίνδυνο».
Πρόθεση, λοιπόν, αυτού του κειμένου δεν είναι να εξετάσει το κατά πόσο η ιστορικά επίμονη «ασφαλιτολογία» έχει βάση — αν, δηλαδή, τα άτομα που εκτονώνουν την οργή τους για το έγκλημα των Τεμπών με φλεγόμενα μπουκάλια, ενίοτε βρίζοντας τηλεοπτικούς δημοσιογράφους με σπάνια επώνυμα, μπορεί πράγματι να βρίσκονται στο ίδιο payroll με αυτούς τους τελευταίους. Αντίθετα, το κείμενο επιχειρεί να ανοίξει έναν διάλογο· πρώτον, για τους πιθανούς λόγους που ο ασφαλιτολογικός αυτός μονόλογος επιμένει, παρά το σταθερό του χάσμα από την πραγματικότητα, και δεύτερον, για το πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε αν τον ξεπερνούσαμε.
Γιατί, λοιπόν, επιμένει η ασφαλιτολογία; Μια πρώτη εξήγηση είναι αρκετά απλή: Η ασφαλιτολογία ξεκινά ακριβώς εκεί που τελειώνει η αντίληψή μας για την ειρηνική αντιπαράθεση. Με άλλα λόγια, αν κάποιος/κάποια θεωρεί πως μια αποκλειστικά ειρηνική διαδήλωση έχει πράγματι τη δυνατότητα να επηρεάσει δημοκρατικά την κρατική εξουσία, τότε θα του/της φαινόταν λογικό να υποθέσει πως η ίδια η κρατική εξουσία θα είχε συμφέρον να τη σαμποτάρει, ώστε να αποτρέψει μια τέτοια επιρροή. Εδώ, όμως, τα λόγια του Berger φωτίζουν ένα τρομερό παράδοξο: υπάρχουν ανάμεσά μας —και μάλιστα όχι λίγοι— άνθρωποι που ταυτόχρονα πιστεύουν πως το κράτος απέναντί τους είναι ένα κράτος-μαφία, απολύτως ικανό και αποφασισμένο να προκαλέσει και να συγκαλύψει δεκάδες δολοφονίες, και πως, παρ’ όλα αυτά, μια αποκλειστικά ειρηνική διαδήλωση θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική στην αναδιαμόρφωσή του.
Ας κάνουμε, όμως, ένα βήμα πίσω. H δια-δήλωση πάντα δηλώνει κάτι — από διαφωνία μέχρι οργή. Η «δήλωσή» της αυτή ενέχει, με τη σειρά της, ένα κάλεσμα αλληλεπίδρασης, ακόμα και υπό τη μορφή καταγγελίας. Η διαδήλωση, λοιπόν, ορίζει συνομιλητή. Εν προκειμένω, επιχειρεί να συνομιλήσει με μια οντότητα που δεν παίρνει από λόγια, ακόμα κι αν αυτό ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο καλείται εξ αρχής. Ακόμα χειρότερα, ορίζοντας τον συνομιλητή της, η διαδήλωση τον νομιμοποιεί: η έκκλησή της προς την κρατική εξουσία, έστω και ως αμφισβήτηση, δεν μπορεί παρά να την αναγνωρίζει. Η δήλωση της διαδήλωσης, λοιπόν, είναι κατ’ αρχάς μια δήλωση αναγνώρισης — καθώς, για να αμφισβητήσει την κρατική εξουσία, θα πρέπει πρώτα να την αναγνωρίσει.
Θα μπορούσε, έτσι, η διαδήλωση να ιδωθεί ως μια αντιστροφή της περίφημης έγκλησης, κατά τον Αλτουσέρ (2), μέσω της οποίας η ιδεολογία καλεί το άτομο να γίνει υποκείμενο. Στο διάσημο παράδειγμά του, τη στιγμή που το εγκαλούμενο άτομο αντιδρά στην έγκληση του αστυνομικού («Ε, εσύ εκεί!»), ταυτόχρονα αποδέχεται τον εαυτό του ως υποκείμενο της κρατικής εξουσίας. Αντίστροφα, λοιπόν, το σύνολο ατόμων (η δια-δήλωση) εγκαλεί την κρατική εξουσία — και, καθώς την εγκαλεί, την αναγνωρίζει ταυτόχρονα ως τέτοια. Ετσι, μια ειρηνική διαδήλωση απέναντι σε ένα κράτος-δολοφόνο είναι εγγενώς αντιφατική. Ισχύει, όμως, το ίδιο και για το κομμάτι των διαδηλωτών-τριών που δεν εκδηλώνουν ακριβώς τόσο ειρηνικές προθέσεις; Για να απαντήσουμε, ας επιστρέψουμε προς στιγμήν στον Berger. Με άλλα λόγια, αφού η διαδηλωτική αντι-βία δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένη και συμβολική, ποια μπορεί να είναι η λειτουργία της;
«Κατά πώς φαίνεται, η πραγματική λειτουργία των διαδηλώσεων δεν έγκειται στο να πείσουν την κρατική εξουσία σε κάποιον ιδιαίτερο βαθμό. […] Η αλήθεια είναι πως οι διαδηλώσεις είναι επαναστατικές πρόβες — όχι πρόβες στρατηγικής ή τακτικής, αλλά πρόβες επαναστατικής συνείδησης. Το χρονικό διάστημα μεταξύ αυτών των προβών και της κυρίως παράστασης μπορεί να είναι μεγάλο. Ομως, οποιαδήποτε διαδήλωση που δεν εμπεριέχει αυτό το στοιχείο της πρόβας θα έπρεπε καλύτερα να περιγράφεται ως ένα θέαμα κατευθυνόμενο από τις αρχές».
Είναι μάλλον απίθανο το σώμα των διαδηλωτών-τριών που εστίαζε στον γνωστό τηλεπαρουσιαστή με το ασυνήθιστο επώνυμο να απαιτούσε την επιτακτική σύγκλιση των υπεύθυνων δυνάμεων του «δημοκρατικού τόξου» μπροστά στην αυταρχική διολίσθηση της Δεξιάς. Χλομό… Η παρουσία του, όμως, και η —έστω και ταραχώδης— συνύπαρξή του με ένα ετερογενές πλήθος, μέρος του οποίου μπορεί πράγματι να βλέπει στο πρόσωπο του εκάστοτε αρχηγού τής εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης μια αξιόπιστη κυβερνητική επιλογή, καταδεικνύουν κάτι σημαντικό για τις, κατά τον Berger, επαναστατικές πρόβες. Η διαδηλωτική αντι-βία ακυρώνει την αναγνώριση της κρατικής εξουσίας και, έτσι, μετατοπίζει το κέντρο βάρους ολόκληρης της διαδήλωσης: τη μετατοπίζει, δηλαδή, μακριά από επικλήσεις σε μια άκαμπτη εξουσία. Δεν ζητά τίποτα από το κράτος• δε του απευθύνεται μέσω του δημοκρατικού τόξου εντός της Βουλής, αλλά μέσω των τόξων φωτιάς έξω από αυτή.

Αυτά τα τελευταία «τόξα» ήταν, βέβαια, μια κατ’ εξοχήν συμβολική έκφραση. Κι όμως, οι αντιδράσεις που προκάλεσαν θα μπορούσαν άνετα να συγκριθούν, για παράδειγμα, με την υποθετική ύπαρξη οπλισμένων διαδηλωτών-τριών που θα εξαπέλυαν ριπές κατά των αστυνομικών δυνάμεων. Προς τι αυτή η υπερβολή; Μια εξήγηση για αυτό το κενό μεταξύ πραγματικού και φαντασιακού εδράζεται ακριβώς στο ολοένα και αυξανόμενο χάσμα μεταξύ της υλικότητας της συνύπαρξής μας σε μια διαδήλωση και της απεικόνισής της: παρότι όλες και όλοι βρεθήκαμε στον δρόμο, πολλά άτομα ανάμεσά μας ήρθαν φορώντας μια οθόνη και επέλεξαν να ερμηνεύσουν όσα βίωσαν και είδαν μέσα από ένα άκαμπτο μιντιακό φίλτρο. Αλλωστε, σε αυτούς τους θερμούς υπέρμαχους των ειρηνικών διαδηλώσεων έχει ήδη απαντήσει ο πρωθυπουργός, ο οποίος κατάφερε να μεταφράσει το «Παραιτήσου» —το σύνθημα της μεγαλύτερης ίσως κινητοποίησης από τη σύσταση του ελληνικού κράτους— σε αίτημα για πιο αποτελεσματικές κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις. Κι εγώ που ανησυχώ για την πιστότητα της μετάφρασης των εδαφίων του Berger γι’ αυτό εδώ το κείμενο…
Αντί, λοιπόν, να ψάχνουμε ασφαλίτικα φαντάσματα εκεί που δεν υπάρχουν, θα ήταν ίσως πιο δημιουργικό να αναρωτηθούμε τι είδους συνεννόηση, επικοινωνία και, εν τέλει, πραγματικότητα μπορούμε να συν-δημιουργήσουμε στη διαδήλωση. Για παράδειγμα, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που αντιπαρήλθαν οι θιασώτες της προβοκατορολογίας είναι ότι το πλήθος που σχημάτισε τα δικά του «τόξα» έξω από τη Βουλή είχε προσεγγίσει το Σύνταγμα αρκετά πριν αναλάβει δράση. Περίμενε, όμως, όπως και ολόκληρο το σώμα της διαδήλωσης, να ολοκληρωθεί η τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού. Μπορεί το παραπάνω να φαίνεται ως μια μικρή λεπτομέρεια, ωστόσο δείχνει την αυτοαντίληψη αυτού του κομματιού ως μέρος ενός μεγαλύτερου και πολυτασικού διαδηλωτικού όλου.
Και τέλος, στο επιχείρημα σχετικά με τη βία που προκαλεί εναντίον της μια μη ειρηνική διαδήλωση, απαντά και πάλι ο Berger, μιλώντας —ας προσέξουμε— για τη διαδήλωση στο σύνολό της, ανεξαρτήτως προθέσεων, ειρηνικών ή μη:
«Είναι στη φύση της διαδήλωσης να προκαλεί την εναντίον της βία. Η πρόκληση αυτή μπορεί επίσης να είναι βίαιη. Ομως, εν τέλει, νομοτελειακά η διαδήλωση θα δεχθεί περισσότερη βία από αυτήν που θα ασκήσει. Αυτή η αλήθεια είναι τόσο ιστορική όσο και τακτική. […] Οι διαδηλώσεις είναι επικλήσεις αθωότητας. Ομως αυτή η αθωότητα είναι δύο ειδών, που μόνο σε συμβολικό επίπεδο μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία. Στο επίπεδο της πολιτικής ανάλυσης και της χάραξης επαναστατικής στρατηγικής, οι δύο αυτές αθωότητες οφείλουν να διαχωριστούν. Υπάρχει η αθωότητα που αξίζει την υπεράσπισή μας και η αθωότητα που πρέπει να φτάσει στο τέλος της: μια αθωότητα που πηγάζει από τη δικαιοσύνη και μια άλλη — αθωότητα-αποτέλεσμα έλλειψης εμπειρίας».
Στα μάτια τής ολοένα και πιο απονομιμοποιημένης κρατικής εξουσίας, όσοι και όσες κατεβαίνουμε στον δρόμο έχουμε το τεκμήριο της ενοχής. Απόδειξη αυτού είναι οι βίαιες επιθέσεις της αστυνομίας σε σημεία της διαδήλωσης (όπως και στις διαδηλώσεις των επόμενων ημερών που ακολούθησαν), τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με βίαια περιστατικά. Αντί, λοιπόν, να αναλωνόμαστε σε μια αβάσιμη προβοκατορολογία, θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο να αφήσουμε κατά μέρος αυτή τη δεύτερη αθωότητα και να επικεντρωθούμε στην αθωότητα που πηγάζει από τη δικαιοσύνη — μια αθωότητα που μπορεί όχι μόνο να αμυνθεί απέναντι στη βία που ασκείται εναντίον της, αλλά και να δημιουργήσει χώρους συνύπαρξης, χώρους πρόβας επαναστατικών συνειδήσεων. Ακούγεται ουτοπικό; Σίγουρα λιγότερο ουτοπικό από το να περιμένει κανείς να ανακάμψει η καθόλα απονομιμοποιημένη κοινοβουλευτική δημοκρατία…
*Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Γεωγραφίας, Πανεπιστήμιο St Andrews, Σκοτία. Με θερμές ευχαριστίες στην Αννα, τον Βασίλη, την Ξένη και τον Χρήστο για τα πολύτιμα σχόλιά τους.
