Εχει πει σε συνέντευξή του γι’ αυτόν ο Ιονέσκο: «Είδα τον Σάμιουελ Μπέκετ παρέα με τον ζωγράφο Μπραμ βαν Φέλντε στην Coupole, στο Παρίσι. Πέρασαν ώρες μαζί, ακίνητοι, δίχως να ανταλλάσσουν ούτε λέξη. Οταν χώρισαν, ο Μπέκετ είπε: “Ωραία ήταν! Να το ξανακάνουμε”». Στην ίδια περιοχή, σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα και κριτικό Φιλίπ Σολέρ που εξέδιδε το avant garde περιοδικό «Tel Quel» (Οπως Είναι) και πέθανε πρόσφατα (2023), ο Μπέκετ ακόμη κι όταν έπινε, ακόμα κι όταν έπινε πάρα πολύ, απλώς τριγυρνούσε στους δρόμους του Μονπαρνάς έως τα ξημερώματα μαζί με φίλους του ζωγράφους και διανοούμενους και όλοι μαζί απήγγελναν ποίηση, με τον ίδιο να θυμάται ακόμη και ολόκληρα βιβλία απέξω, παρά τη σούρα του: η ποίηση ποίηση και τα οχτάρια οχτάρια… Ηταν επιβλητικός άντρας ο κύριος Μπέκετ –έτσι δεν είναι, κύριε Μπέκετ; Δουβλινέζος, του άρεσε να φαίνεται μουντός και απόμακρος σαν τα ιρλανδέζικα τοπία, ενώ στ’ αλήθεια μόνο αυτό δεν ήταν. Τον θυμόμαστε πάντα μεγάλο, με γκρίζα μαλλιά, σκαμμένο πρόσωπο και σμιχτά φρύδια –ωσάν κάτι να σκέφτεται όλη την ώρα, ασταμάτητα. Τι σκεφτόσασταν ασταμάτητα, κύριε Μπέκετ;
Παρ’ όλη τη φαινομενική (και κυριολεκτική πολλές φορές) απομάκρυνση από κάθε τι γύρω του και τη μνημειώδη βουβαμάρα του (αν τον έπιανε, δεν τον διέκοπτε κανείς από το να μη μιλάει), ο Σάμιουελ ήταν τρομερά γενναιόδωρος, αγαπούσε ακόμα και τα παιδιά (για όνομα!), τα σπορ (έπαιζε από ράγκμπι έως κρίκετ, έκανε κολύμβηση και μεγάλες πεζοπορίες), αλλά έπαιζε και άλλα: μπιλιάρδο, σκάκι και πιάνο. Ω ναι, του άρεσε πολύ η μουσική του Μπέκετ. Ο Μότσαρτ και ο Σούμπερτ όμως, και όχι ο Βάγκνερ και ο Μάλερ, παρά την προτεσταντική καταγωγή του –έτσι δεν είναι, κύριε Μπέκετ;
Τελικά δεν είναι πολύ δύσκολο να συνομιλήσεις μαζί με τον απίστευτο αυτό λογοτέχνη και νομπελίστα, ακόμα και τώρα, 36 χρόνια μετά τον θάνατό του. Ή και να είναι, το θέμα είναι να βρεις τον κατάλληλο τόνο φωνής και να μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα του. Κάτι που κάνουν τρεις βασικοί καλλιτέχνες την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (βασικά τρεις καλλιτέχνες με τις ομάδες στις οποίες συμμετέχουν, όχι μοναχοί τους):
♦ Ο Θωμάς Μοσχόπουλος ανεβάζει (για λίγες παραστάσεις ακόμα) το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σ. Μπέκετ στο θέατρο Πόρτα σε μια παράσταση που είναι πραγματικό ποίημα. Είναι απίστευτος ο Θωμάς, έτσι δεν είναι κύριε Μπέκετ μου; (έως 16/3 οι παραστάσεις, οπότε κλείστε θέση στο 210-7711333 ή μέσω του more.com).
– Η Σοφία Φιλιππίδου θα έπρεπε να τον είχε γνωρίσει τον Σάμιουελ –θα κάνανε κολλητή παρέα (εκτός κι αν τον έχει γνωρίσει, που σημαίνει ότι σίγουρα έχουν κάνει κολλητή παρέα). Η ίδια φέτος θα κάνει δύο μπεκετικά έργα: οι «Ευτυχισμένες Μέρες» ανεβαίνουν ως περφόρμανς στο «Μαγαζάκι της Τ3χνης» (Ν. Νοταρά 60, Αθήνα), 23 και 24 Φεβρουαρίου στις 21.00 (είσοδος με ελεύθερη συνδρομή –απαραίτητη η κράτηση θέσεων στο [email protected]) και λίγο μετά θα ανέβει ένα δικό της έργο με τίτλο «Pardon mr. Beckett» στον ίδιο χώρο: το έχουμε διαβάσει –μην το χάσετε. Και μόνο η εμπειρία να υπάρξεις στο «Μαγαζάκι της Τ3χνης» της Φιλιππίδου είναι μοναδική.
♦ Η ομάδα Loxodox όχι μόνο έφτιαξε έναν δικό της θεατρικό χώρο, όχι μόνο τον ονόμασε «Σκηνή ΜΠΕΚΕΤ» (Ζαΐμη 38, Εξάρχεια), αλλά μόλις ξεκίνησε και παραστάσεις πάνω σε «Πέντε μικρά έργα του Σ. Μπέκετ» (από τα οποία τα «Play» και «Act Without Words II» παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα). Οι Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, Γιάννης Μπάτσης και Κατερίνα Ρουσιάκη είναι τρεις νέοι ηθοποιοί, με εμπειρία, και είναι εξαιρετικοί, ενώ όλοι λειτουργούν υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Αλκίνοου Δωρή. Εδώ και χρόνια έχουμε ξεχωρίσει τη Μαρίζα για το ταλέντο της και της ζητήσαμε να συνομιλήσει με μας για τον κύριο Μπέκετ μας: «Ο Μπέκετ έχει τεράστια αγάπη και κατανόηση για τον άνθρωπο. Τα μικρά έργα του ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν διαφορετικό κόσμο, το καθένα εκφράζοντας αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Το βαθύ συναίσθημα της ύπαρξης. Στο “Footfalls” παρακολουθούμε τη σχέση της μητέρας, της κόρης και του απόντα πατέρα, που υπάρχει ακόμα στο σπίτι σαν βουβό πρόσωπο. Εδώ ο ποιητικός λόγος στην αφήγηση των προσώπων και οι σιωπές δημιουργούν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα. Η μόνη ερώτηση που έκανε η ηθοποιός Μπίλι Γουάιτλοου στον Μπέκετ όταν τη σκηνοθέτησε στον ρόλο της κόρης το 1976 ήταν: ‘‘Είμαι νεκρή;’’ και εκείνος της απάντησε: ‘‘Ας πούμε ότι δεν είσαι εκεί ακόμα’’. Ακολουθεί το “Play”, στο οποίο τα πρόσωπα είναι νεκρά μέσα σε τεφροδόχους, αλλά συνεχίζουν να σκέφτονται και να ζουν μέσα στο ερωτικό τρίγωνο του άντρα, της γυναίκας και της ερωμένης. Εδώ ο Μπέκετ φωτίζει με έναν πολύ παιχνιδιάρικο τρόπο τη δύναμη της συνήθειας. Ούτε ο ίδιος ο θάνατος δεν μπορεί να τη νικήσει. Την ίδια στιγμή το “Play” είναι από τα πιο αντιπολεμικά έργα του συγγραφέα. Επειτα έρχεται το “Act Without Words II”, όπου βλέπουμε δύο ανθρώπους να αντιμετωπίζουν με διαφορετική στάση το πρωινό ξύπνημα. Στην πορεία συμβαίνουν πράγματα που είναι έκπληξη. Εμπνευσμένο από την Commedia dell’arte, με το μοναδικό χιούμορ του Μπέκετ και των ηθοποιών, της Κατερίνας Ρουσιάκη και του Γιάννη Μπάτση. Ακολουθεί το “Rockaby”: μια γυναίκα σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με μοναδική συντροφιά τη φωνή της, προετοιμάζεται για το τέλος. Τελευταίο έρχεται το “Come and Go”, ένα πολύ λιτό και αστείο έργο. Η ιστορία τριών γηραιών κυριών που γνωρίζονται από το Νηπιαγωγείο».
Εχουμε να λέμε για σας, έτσι δεν είναι, κύριε Μπέκετ;
