Με το «Διάσημο ποίημα», η πολύ διακριτή τέχνη του Ντίνου Σιώτη αγγίζει μια κορυφή. Κι αυτό, χάρη κατ’ αρχάς στο επικό εύρος του ενός και μοναδικού ποιήματος, του οποίου οι ενότητες των τριών στίχων απλώνονται σε ολόκληρο το βιβλίο. Η ίδια τεχνική εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στο προηγούμενο ποιητικό βιβλίο του, με τον τίτλο «Σχεδόν αύριο». Ομως εδώ παρατηρούνται ένα καταστάλαγμα των μέσων και μια καθαρότερη συνειδητοποίηση των στόχων, που χρησιμοποιούνται και που ενέχονται, αντίστοιχα, σε ένα τόσο εκτεταμένο ποίημα. Δύο καταστατικά στοιχεία της ποιητικής του Σιώτη, η επικαιρικότητα και η προσεγγισιμότητα, διατηρούνται ακόμη. Σε σύγκριση ωστόσο με αυτά, έχουν πλέον αναβαθμιστεί και πριμοδοτηθεί δύο άλλα στοιχεία. Πρώτον, η αναζήτηση μιας οντολογίας των πραγμάτων. Αναζήτηση, η οποία συνεπάγεται την κριτική όσων συγκροτούν την επιφάνεια της πραγματικότητας. Δεύτερον, το ύφος το οποίο πατά σε μια υπερρεαλιστική, υπερ-μεταφορική βάση.
Η εστίαση σε ορισμένες φράσεις, μέσα σε αυτό το πληθωρικά μεταφορικό ρεύμα, και η απομόνωσή τους δημιουργούν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, όπου, υποτίθεται, βρίσκεται το μήνυμα. Ομως ο Σιώτης κάνει ποίηση, δεν γράφει διακήρυξη (όπως, λανθασμένα, πολλοί ομότεχνοί του). Αφήνει το ανταγωνιστικό παιχνίδι των δύο επιπέδων να παίζεται χωρίς νικητή. Εκεί που –καθηλώνοντας κάποιες λέξεις και φράσεις, μεταβαίνοντας άρα στη δεύτερη ανάγνωση– νομίζεις πως το νόημα γίνεται ξεκάθαρο και πως καταλαβαίνεις πού το πάει ο ποιητής, εκεί παρασύρεσαι ξανά μέσα στην ασταμάτητη ροή του πρώτου επιπέδου, τη γεμάτη αντιθέσεις, παλινωδίες, αντιφάσεις, ώστε το υποτιθέμενο μήνυμα θολώνει. Σίγουρα, η πρόθεση ενσωματώνεται εδώ με έναν αρκετά προφανή τρόπο και εύκολα την αντιλαμβανόμαστε. Μόνο που την αντιλαμβανόμαστε, εν τέλει, ασυνεχή, διασπασμένη, πολυφωνική, ακόμη και αμφιλεγόμενη, με συνέπεια να μπορούμε να μιλάμε όχι για πρόθεση αλλά για προθέσεις. Γιατί ο Σιώτης αρχίζει και τελειώνει με το διηνεκές ξετύλιγμα των λέξεων, με την αέναη κίνηση της γλώσσας, όχι με τη σκέψη.
[…] δεδομένου πως τίποτα δεν είναι αυτονόητο σ’ αυτή την / Ελλάδα, ούτε οι ανόητοι, ούτε ο σατανάς, που δεν φοβάται / το λιβάνι ή της μοίρας το σιντριβάνι ή ενός ψυχίατρου το // ντιβάνι, οπότε εγώ, το διάσημο και φανταστικό ποίημα, / σκύβω ταπεινά μπροστά σας ομολογώντας πως είμαι / καταδικασμένο να ζω χωριστά απ’ το πραγματικό
Στο συγκεκριμένο βιβλίο παρακολουθούμε τον διάλογο δύο ποιημάτων, του πραγματικού και του διάσημου. Το πρώτο αντιπροσωπεύει την πρόσληψη του σημερινού κόσμου μέσα από την ποιητική συνείδηση, με συνέπεια να παρελαύνει, με την ορμή και τον ρυθμό ενός απρόσκοπτου υδάτινου ρεύματος, μια σειρά από προσωπικά στιγμιότυπα, αναμνήσεις, εικόνες των ειδήσεων, κοινές εμπειρίες, επιθυμίες και όνειρα –εδώ φαίνεται η επίδραση του John Ashbery, αλλά αφομοιωμένη σε βαθμό που να προκύπτει ένα διαφορετικό μορφικό αποτέλεσμα. Το δεύτερο αντιπροσωπεύει μια παγκόσμια ευτοπία, σχεδιασμένη και εγκαθιδρυμένη από ακτιβιστές ποιητές. Εάν, λοιπόν, το πραγματικό ποίημα ταυτίζεται με το είδωλο του σύγχρονου κόσμου στον καθρέφτη της γλώσσας, το διάσημο αντιστοιχεί σε ένα ανάλογο είδωλο μιας φανταστικής καλύτερης πραγματικότητας. Ομως, όπως σημειώθηκε και παραπάνω, σε αυτό το βιβλίο οι ξεκάθαρες δηλώσεις και αποφάνσεις υπονομεύονται, ώστε ο επαμφοτερισμός ανάμεσα στο πραγματικό και το διάσημο ποίημα συνεχίζεται χωρίς διακοπή, μέχρι τουλάχιστον την καταληκτική τρίστιχη ενότητα, η οποία παρατίθεται πιο πάνω.
Φυσικά, ένας τέτοιος διαχωρισμός της πραγματικότητας η οποία υφίσταται από μια καλύτερη εκδοχή της δρομολογεί την κριτική. Την κριτική που αφορά μια κοινωνία εξοικειωμένη –εξαιτίας της δράσης κάθε λογής εξουσίας, πρωτοστατούντων των ΜΜΕ– με την παραδοχή πως «αυτό είναι αυτό». Πεπεισμένη, δηλαδή, πως ο κόσμος όπου ζούμε και ο οποίος χειροτερεύει εξακολουθητικά είναι ο μόνος δυνατός. Πρόκειται για την ταυτολογία της ηττοπάθειας, για την άποψη πως, εφόσον οι καταστάσεις επιδεινώνονται αναπότρεπτα, πρέπει να αρκούμαστε σε αυτά τα λίγα τα οποία μας επιτρέπουν και πρέπει, επιπλέον, να προσπερνάμε τα συλλογικά αιτήματα για αξιοπρέπεια, για αμοιβαία μέριμνα, για οικολογική ενσυναίσθηση, για δημοκρατία, για τόσα άλλα. Να επωμιστούμε, επομένως, αποκλειστικά την ατομικιστική ευθύνη για το σαρκίο μας, ζώντας μια ολοένα πιο γυμνή ζωή.
Ο Ντίνος Σιώτης την Ιστορία την αντιλαμβάνεται, όπως ακριβώς την ποίησή του, ως διαρκή και ατελεύτητη ροή. Μια ροή όμως της οποίας η κατεύθυνση θα μπορούσε να αλλάξει. Μας προτείνει, μάλιστα, και τον τρόπο για να επιτευχθεί αυτό: στο «Διάσημο ποίημά» του, το παρόν δεν είναι παρά η φαινομενική ακινησία που προκαλείται από την εστίαση και την επιμονή στα μικρά και εφήμερα πράγματα τα οποία παρασύρονται στο ρεύμα της Ιστορίας. Αυτά τα μικρά και εφήμερα αποτελούν, παράλληλα, σταυροδρόμια που μπορούν να μας κατευθύνουν αλλού. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι νοιαζόμαστε για την οντολογία του κόσμου, ότι προσέχουμε την αληθινή πραγματικότητα. Τούτο ισοδυναμεί με μια κατεξοχήν αίσθηση της συλλογικότητας και της οικουμενικότητας, εν γένει.
*Ομηριστής, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
