Οι «Νησίδες» μάς ταξιδεύουν σήμερα σε ένα διαφορετικό νησί, χαμένο κάπου στον Ειρηνικό ωκεανό· ένα νησί με έναν και μοναδικό κάτοικο, τον Ροβήρο Ανθρωπο, ο οποίος, αφού επέζησε από ένα μυστηριώδες ναυάγιο, ζώντας πλέον στην απόλυτη μοναξιά του, παίρνει μια «σουρεαλιστική» απόφαση, να ανοίξει εκεί ένα σούπερ μάρκετ.
Εχοντας για συντροφιά του ένα μάτσο αγριογούρουνα και ερωμένη μια «θαλάσσια αρκούδα», ατενίζει το μέλλον του με αισιοδοξία και όνειρα.
Ολα αυτά συμβαίνουν στο καινούργιο μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη «Η ιστορία ενός Σούπερ Μάρκετ», το οποίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κέδρος.
Δεν ήθελα όμως να εξαφανιστώ από τον κόσμο, να εξατμιστώ όπως εξατμίστηκαν γενιές ολόκληρες πίσω μου, να πίνω την μπίρα μου, να βλέπω λίγο τηλεόραση πριν με πάρει ο ύπνος, να γράφω ένα ωραίο άρθρο και να νιώθω ευτυχισμένος, μέχρι το σώμα μου να αρχίσει να αποσυντίθεται κάτω από το βάρος του χρόνου – ένας αθλητής που ξέμεινε από δύναμη και κάθε κίνησή του προκαλεί θλίψη και καταφρόνια.
Και για να μιλήσω ξεκάθαρα, το Χάμιλτον δεν είχε ούτε ένα κομμωτήριο της προκοπής – δεν μπορώ να καταλάβω, από ολόκληρη τη Νέα Ζηλανδία ο πατέρας μου βρήκε αυτή την πόλη να μετακομίσει;
Το πρόβλημα με τους κομμωτές ήταν περισσότερο από κραυγαλέο, οι πιο πολλοί κάτοικοι κυκλοφορούσαν με ντροπιαστικά μαλλιά, μαλλιά που θα αφαιρούσαν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας ακόμα και από όσους είχαν κοπιάσει να την αποκτήσουν. Επρεπε να φύγω. Και το ναυάγιο ήταν μια ευκαιρία, μια προειδοποιητική έκρηξη της μοίρας.
Το αίμα μου πάγωσε. Κόλλησα την πλάτη μου σε έναν μακρύ κορμό μιας φτελιάς και δεν έβγαλα κιχ. Μπροστά μου ανοιγόταν ένα πλατύ ξέφωτο, σαν όαση μέσα στην πνιγηρότητα των δέντρων.
Ομως εκεί, ακριβώς απέναντί μου, βρισκόταν ένα κοπάδι ζώων· δεν κατάλαβα αμέσως από το ξαφνικό σοκ, αλλά ναι, ήταν αγριόχοιροι και παραδίπλα αγριοκάτσικα, πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά, ίσως και παραπάνω, ολόκληρο κοπάδι, δεν πίστευα στα μάτια μου.
Δεν με είχαν αντιληφθεί, αυτό αισθανόμουν, κι αν ακόμα έκανα λάθος· δεν έμοιαζαν πάντως τρομαγμένα, εγώ αντίθετα έτρεμα από το φόβο μου· δεν είχα ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να συμπεριφερθούν τα ζώα κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι αγριόχοιροι φαίνονταν πιο επικίνδυνοι, ανησύχησα μήπως κάποιος απ’ αυτούς τρέξει καταπάνω μου και τρυπήσει με δύναμη το δεξί μου γόνατο.
Υποχώρησα με προσοχή και με το βλέμμα μου ακόμη στραμμένο στα ζώα φρόντισα αυτή τη φορά το βάδισμά μου να είναι αργό και προσεχτικό, για να μην τα εκνευρίσω και μου επιτεθούν· απομακρυνόμουν με τρόπο και ευτυχώς δεν έβλεπα κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά τους, και έτσι γρήγορα έφτασα πάλι στο σημείο της πυκνής βλάστησης για να επιστρέψω στην παραλία.
Ηταν απίστευτο. Ζώα στο νησί. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Κάποιος τα έφερε, δεν φύτρωσαν μόνα τους. Τέλος πάντων, θα έπρεπε να σκεφτώ με σοβαρότητα τις επόμενες κινήσεις μου, το νησί ήταν δικό μου, αυτό δεν θα άλλαζε σε καμία περίπτωση.
Επέστρεψα στην αμμουδιά και έβγαλα την ξύλινη πανοπλία μου. Αμέσως γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να βουτήξω στο νερό, τόσο προκλητικά όμορφο, ένας ωκεανός αποκλειστικά για μένα, δεν υπήρχε λόγος να διστάζω.
Τα νερά ήταν κρυσταλλένια, η θερμοκρασία λίγο χαμηλή, αλλά δίχως άλλο ευχάριστη. Κολυμπούσα αργά, χωρίς να απομακρύνομαι από την ακτή, έβαλα το κεφάλι μου μέσα, το βάθος ήταν σχετικά μικρό, διέκρινα στο βυθό μερικά κοράλλια και μικροσκοπικά κόκκινα ψαράκια, το σώμα μου βυθιζόταν ηδονικά στα φιλόξενα νερά, έχοντας βέβαια στο μυαλό μου ότι θα δεν θα έπρεπε να ρισκάρω και να απομακρυνθώ πολύ από την ακτή, μιας και στα νερά βρίσκονταν σίγουρα καρχαρίες.
Επειτα από μισή ώρα πλατσουρίσματος και μικρών καταδύσεων, βγήκα και πάλι στην αμμουδιά. Κάθισα και αγνάντευα την υγρή όαση που απλωνόταν μπροστά μου.
Τίποτα δεν έσπαγε τη μαγευτική μονοτονία του Ειρηνικού, ούτε ίχνος γης, έστω μια φανταστική σκιά που θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο από εκείνη τη θαλάσσια γιγάντια σφαίρα που με περικύκλωνε. Ισως βρισκόμουν ακόμα μακρύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. Εκείνες τις πρώτες ώρες στο νησί φάνηκε η μικρή αξία της ζωής μου στη Νέα Ζηλανδία.
Δεν μου έλειπε τίποτα, δεν λαχταρούσα τίποτα απ’ όσα άφησα πίσω μου. Αντιθέτως, είχε έρθει η ώρα να οργανώσω τη ζωή μου στο νησί. Μπορεί η ασύγκριτη αίσθηση της ελευθερίας να είχε ήδη διαπεράσει τα κύτταρά μου, να είχε μεθύσει τις αισθήσεις μου, ωστόσο εγώ δεν ήμουν άνθρωπος της αδράνειας.
Ηξερα ενδόμυχα ότι αν συνέχιζα να ζω απλώς απολαμβάνοντας τις χαρές του τροπικού εκείνου παραδείσου, σύντομα θα έπληττα. Κι αυτό το διαπίστωσα τις επόμενες μέρες, τις οποίες πέρασα μόνο στο κομμάτι της παραλίας, μην τολμώντας μια δεύτερη επίσκεψη στο δάσος και στα ζώα.
Ηταν ευχάριστες μέρες, δεν λέω, σκέφτηκα, κολύμπησα, έφαγα κάνα δυο κορμούς, μάλιστα κάποια στιγμή χόρεψα ρυθμικά γύρω από ένα Μαμάκου, όμως αισθάνθηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Επρεπε να δράσω, να εκμεταλλευτώ τις νέες συνθήκες. Κι αυτός ο δημιουργικός προβληματισμός δεν άργησε να φέρει καρπούς. Το νησί είχε πολλές ελλείψεις.
Εργα του ιδίου
✏ «Η πράσινη πόρτα», 2002, Μεταίχμιο
✏ «Εντεκα ερωτικοί θάνατοι», 2004, Μεταίχμιο
✏ «Η παραφωνία, 2005», Κέδρος
✏ «Ο Ανθρωπος Καλαμπόκι», 2007, Κέδρος
✏ «Το θαύμα της Αναπνοής», 2009, Κέδρος
✏ «Ο θάνατος των Ανθρώπων», 2012, Κέδρος
✏ «Η Ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον», 2014, Κέδρος
✏ «Το θαύμα της Αναπνοής» κατέκτησε το Athens Prize for Literature και έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, ιταλικά, κινεζικά, σρβικά και τουρκικά.
