Το Θέατρο αντιπαλεύει την πατριαρχική τάξη πραγμάτων, όπως δεν έχουν καταφέρει να κάνουν ούτε οι θεσμοί ούτε τα μίντια. Ο «Τρόμος του Κροκόδειλου» γίνεται ευκαιρία επαναστοχασμού της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ οι «Σπυριδούλες» φέρνουν στο προσκήνιο τη φτωχή γυναίκα ως κατώτερο είδος.
Η πατριαρχία απασχολεί ολοένα και περισσότερο το ελληνικό θέατρο σε μια εποχή που πλέον γνωρίζουμε καλά πως η πατριαρχία είναι παγίδα και για τους άνδρες, που εγκλωβίζονται σε ένα πρότυπο του ανδρισμού, το οποίο βασίζεται στην ισχύ και στην ετεροφυλοφιλία, χωρίς το δικαίωμα να εκφράσουν συναισθήματα ή ευαλωτότητα.
Το θέατρο μιλά για πλάσματα που έχουν έρθει αντιμέτωπα με τον υποταγμένο τους εαυτό με μεγαλύτερη ευστοχία απ’ όσο η ίδια η ψυχανάλυση και η πολιτική, που έχουν μέσα στον χρόνο και στον χώρο τη δική τους ευθύνη για τη διατήρηση της πατριαρχικής τάξης. Συγκεκριμένα, η ψυχανάλυση έχει κατηγορηθεί για συνενοχή στη διατήρηση της πατριαρχικής τάξης, καθώς θέτει τον πατέρα στο επίκεντρο της «ανθρώπινης υποκειμενικότητας». Η κλασική φροϊδική θεωρία αποδίδει στον πατέρα μια λειτουργία ορίου απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη απόλαυση.
Στο επίκεντρο του έργου «Τρόμος του κροκόδειλου», της Μέγκαν Τάιλερ, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (Θέατρο του Νέου Κόσμου), είναι η πατριαρχία, η ενδοοικογενειακή βία αλλά και οι ισχυροί γυναικείοι δεσμοί. Το έργο φέρνει στη σκηνή δύο αδερφές: την Αλάννα και τη Φιάννα, που συναντιούνται και πάλι έπειτα από χρόνια, όταν η Φιάννα μαθαίνει ότι έχει πεθάνει ο κακοποιητικός πατέρας τους. Στην πραγματικότητα έχουμε δύο διαφορετικές αντιδράσεις στη διαχείριση του τραύματος, δύο διαφορετικούς μηχανισμούς επιβίωσης απέναντι στην κακοποίηση.
Η Μέγκαν Τάιλερ μιλά για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του τραύματος και τους τρόπους με τους οποίους διαχειρίζονται οι άνθρωποι όλους όσοι τους έχουν βλάψει, χρησιμοποιώντας στο κείμενό της το χιούμορ ως μέσο κάθαρσης. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μας συστήνει αυτό το σύγχρονο κείμενο, ρίχνοντας φως στη σχέση μεταξύ πατριαρχίας και νοσηρής επικαιρότητας, τη σχέση μεταξύ θεάτρου και κοινωνικών συμπτωμάτων και επαναφέροντας στο προσκήνιο το ερώτημα: πώς μπορούμε να επανακτήσουμε τον έλεγχο της ζωής μας; Η παρουσία της λέξης «κροκόδειλος» στο έργο λειτουργεί συμβολικά: Οπως και η παρουσία του ίδιου του κροκόδειλου μέσα στο δωμάτιο συμβολίζει από τη μια τα πρωτόγονα ένστικτα και από την άλλη τις μεταστάσεις της πατριαρχίας.
Οι «Σπυριδούλες» της Νεφέλης Μαϊστράλη (Θέατρο Τζένη Καρέζη), αξιοποιώντας ιστορικά ντοκουμέντα και αφηγήσεις εποχής, επαναφέρουν τις φωνές των γυναικών που υπήρξαν ψυχοκόρες το 1950, εστιάζοντας στην ιστορία ενός δωδεκάχρονου άπορου κοριτσιού από την ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’50, που υπέστη ασύλληπτη κακοποίηση από την αθηναϊκή αστική τάξη.
Ταυτόχρονα, το έργο μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια άλλη μετάσταση της πατριαρχίας, μιλώντας για όλες τις μετανάστριες που ζουν εσώκλειστες στα αθηναϊκά σπίτια δουλεύοντας δίχως ένσημα, δικαιώματα και σεβασμό.
Συγκεκριμένα, βάζει τις ψυχοκόρες της δεκαετίας 1950 – 1960 να έρχονται στο σήμερα, να μεταμορφώνονται σε σύγχρονες γυναίκες, σε σύγχρονες δούλες, καταδεικνύοντας πως δεν έχει αλλάξει τίποτα στην εργασιακή εμπειρία του αδύναμου γυναικείου φύλου. Φιλιππινέζες, Βουλγάρες, Αλβανίδες και, φυσικά, οι Ελληνίδες από την επαρχία του μεταπολέμου θίγουν την παιδική εργασία, την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη γυναίκα ως κατώτερο είδος.
Η οφειλή της ψυχανάλυσης και των κοινωνικών επιστημών στο δράμα είναι τεράστια. Ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης, προσπαθούσε να ανιχνεύσει τις ψυχικές καταβολές των έργων και μέσα από λογοτεχνικά παραδείγματα στοιχειοθετούσε τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του. Σε αυτή τη σουρεαλιστική μαύρη κωμωδία εκδίκησης, φτιαγμένη με τα υλικά ενός δράματος, αποκαλύπτεται το βαρύ φορτίο του γυναικείου φύλου και τα κακοποιητικά αντισώματα. Το θέατρο για τις κοινωνικές επιστήμες είναι ακόμα ένα σημειωτικό σύστημα, που συνιστά δείκτη του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Αντανακλά, δηλαδή, τις κοινωνικές δομές και σχέσεις που επικρατούν τη στιγμή της δημιουργίας. Η ψυχανάλυση, ο φεμινισμός και η πολιτική έχουν προσπαθήσει επανειλημμένως να αρθρώσουν έναν λόγο που θα «μιλούσε» σε όλα τα πλάσματα τα οποία έχουν έρθει αντιμέτωπα με τον υποταγμένο τους εαυτό. Η κατάργηση των θεμελίων της πατριαρχικής κουλτούρας μοιάζει να είναι, περισσότερο από οτιδήποτε, θεατρική υπόθεση. Το θέατρο δείχνει να τα καταφέρνει εκεί που η πολιτική αποτυγχάνει. Ποιος φοβάται τον κροκόδειλο μέσα στο δωμάτιο; Προφανώς, κάθε ανθρώπινο ον που αδυνατεί να υπηρετήσει την πατριαρχία, ως στρατηγική.
Ευτυχώς που υπάρχει το θέατρο για να αρθρώσει έναν λόγο ενάντια στο κληροδότημα της πατριαρχίας και στις παρενέργειές του, μήπως και συντελεστούν αλλαγές στο συμβολικό πεδίο, μήπως και προλάβουμε κάποια από τα νέα αυτοάνοσα της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Μήπως αναταραχθούν οι βεβαιότητες γύρω από τις ταυτότητές μας, μήπως και πάψουμε να εγκαταλείπουμε τον πραγματικό μας εαυτό στο όνομα των πατριαρχικών ιδεωδών
