ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ myrtomitraina
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο «Ονομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Εκο, ένας σκυθρωπός και αγέλαστος καλόγερος, υπεράνω πάσης υποψίας, διαπράττει μια σειρά φόνων, για να κρατήσει κρυμμένο στα άδυτα της βιβλιοθήκης του μεσαιωνικού μοναστηριού όπου μονάζει το μοναδικό σωζόμενο αντίτυπο ενός έργου του Αριστοτέλη όπου εξυμνείται το γέλιο, με τη δικαιολογία πως εάν διαδιδόταν αυτή η θέση του μεγάλου φιλοσόφου, τότε θα καταλυόταν η εξουσία της Εκκλησίας, που βασίζεται στον φόβο των πιστών.

Πράγματι, το γέλιο καταλύει όχι τη σοβαρότητα, αλλά τη σοβαροφάνεια των ισχυρών, με την οποία κυριαρχούν. Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζαμε μέχρι πρότινος. Ομως τα γεγονότα μάς διέψευσαν – πανηγυρικά.

Πιστεύαμε πως όταν όλοι καταλάβουν ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, κανείς δεν θα υποκλίνεται ενώπιόν του, δεν θα προσπέφτει στο κύρος του, που είναι μια απάτη, ένα ψέμα.

Κάναμε τραγικό λάθος. Κάπου την πάτησε ο Εκο. Φαίνεται πως ο κόσμος, αυτός που οι δημαγωγοί κολακεύουν ως «κυρίαρχο λαό», είναι τόσο εξανδραποδισμένος, τόσο υποταγμένος στα δεινά του, ώστε η γελοιότητα των ισχυρών όχι μόνο δεν τον ξενίζει πια, αλλά του δημιουργεί και μια οικειότητα, του γεννάει εμπιστοσύνη.

Ισως ο μέσος άνθρωπος όταν βλέπει στην τηλεόραση αυτούς τους ιλουστρασιόν γραβατωμένους καραγκιόζηδες, να λέει από μέσα του: «Για κοίτα, κι αυτός γελοίος είναι, σαν κι εμένα, και δες τον τώρα πόσο καλά τα κατάφερε! Είναι σαν να είμαι εγώ, μόνο που είναι πλούσιος, διάσημος και ισχυρός!».

Για παράδειγμα, ένας αυτόχρημα γελοίος άνθρωπος, μια επιθεωρησιακή φιγούρα που θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο σανίδι ή στο τσίρκο, ένα πορτοκαλί ρεντίκολο, που οι γκροτέσκες γκριμάτσες του ενισχύουν τις αρρωστημένες παπαριές που λέει για να γουστάρουν οι ευήθεις πελάτες του, ένας δαιμονικός παλιάτσος, κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος της ισχυρότερης χώρας του κόσμου, και μάλιστα για δεύτερη φορά…

…αποδεικνύοντας πως τελικά, δεν φτάνει το γέλιο για να καταλυθεί το κύρος της εξουσίας – χρειάζεται και η στοιχειώδης ευφυΐα. Χρειάζεται κι ένα μυαλό για να επεξεργαστεί τα εισερχόμενα αισθητηριακά δεδομένα, κι όχι μόνο για να ελέγχει τη σύσπαση των χειλικών και των παρειακών μυών σε έκφραση ευχαρίστησης, ευθυμίας, ειρωνείας, χλευασμού, καθώς και τις ηχηρές εκπνοές που τη συνοδεύουν – δηλαδή, με δυο λόγια, το γέλιο.

Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας ετυμολογεί το γέλιο από το αρχαίο ρήμα «γελώ», με ρίζα από το ινδοευρωπαϊκό *gele, που σημαίνει «λάμπω, γελώ». Στα αρχαία το γέλιο ήταν «γέλως», μάλιστα ο Γέλως ήταν μια δευτερεύουσα θεότητα, τιμώμενη ιδιαίτερα από τους Σπαρτιάτες. Από τον γέλωτα παράγεται το επίθετο «γελοίος», που, ως κακόσημος χαρακτηρισμός, σημαίνει αυτόν που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σοβαρότητας – συνώνυμα: «κωμικός, φαιδρός», και πιο λαϊκά, «σούργελο»! Επίσης, «γελοίος» είναι ο άξιος περιφρόνησης.

Ολα αυτά τα λεξιλογικά είναι πολύ ωραία, πολύ έγκυρα, πλην όμως η πραγματικότητα φοβάμαι ότι έχει αλλάξει πολύ από τότε που συντάχθηκε το λήμμα. Σήμερα, οι άνθρωποι, γενικώς, όχι μόνο δεν περιφρονούν τη γελοιότητα όταν αυτή είναι μια ιδιότητα των ισχυρών, παρά τη θεωρούν προσόν. Ο ήρωας του Εκο, ένας μοναχός-ντετέκτιβ, λέει τελικά στον σεβάσμιο δολοφόνο πως θα ήθελε να τον ξεγυμνώσει, να του βάλει παγονόφτερα στον κώλο και να τον γυρνάει στα πανηγύρια, για να γελάσει ο λαός και να πάψει να τον φοβάται.

Τότε, τον Μεσαίωνα, μπορεί και να συνέβαινε αυτό – σήμερα θα τον έβγαζαν πρόεδρο.