Τι συμβαίνει σήμερα και οι έφηβοι σαγηνεύονται περισσότερο από ποτέ από την άνομη βία και πώς μπορούμε να αποδομήσουμε αυτή τη νοσηρή σαγήνη; Η βία στον κόσμο των σημερινών εφήβων, με προεκβολές και στον κόσμο των παιδιών -γράφει ο Νίκος Σιδέρης στον πρόλογο του βιβλίου του «Δύναμη και βία στην εφηβεία» (Εκδόσεις Μεταίχμιο)-, κατέχει περίοπτη πλέον θέση στο προσκήνιο του κοινωνικού βίου.
Ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου ΓΑΛΗΝΟΣ, «ο οποίος ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με το ζήτημα της βίας των ανηλίκων, ιδίως με τη μορφή του bullying», επικεντρώνεται στους λόγους για τους οποίους οι έφηβοι σαγηνεύονται από τη δύναμη και μαγεύονται από την άνομη βία και παράλληλα διερευνά τρόπους μέσα από τους οποίους θα μπορούσαμε να αποδομήσουμε αυτό το μοιραίο δίπολο που τρέφει και τρέφεται από την απόλαυση του κακού.
Στο κεφάλαιο «Ροόγραμμα της βίας» παρουσιάζει ένα διάγραμμα της αλληλουχίας των αιτιών και των αποτελεσμάτων που θα συνέβαλλε στη στρατηγική κατανόηση και προσέγγιση της εφηβικής βίας. Συγκεκριμένα διακρίνει τρία στάδια της δυναμικής της βίας στο ενδοψυχικό και σχεσιακό επίπεδο και το πλαίσιο των συνθηκών, βοηθώντας μας μέσα από αυτό το μοντέλο ροής της βίας να έχουμε μια εποπτική αναπαράσταση του φαινομένου εφηβική βία.
Ολοι γνωρίζουμε πως η εφηβεία είναι η περίοδος με τις πιο έντονες βιοσωματικές και ψυχοσυναισθηματικές εναλλαγές στη ζωή του ανθρώπου, καθώς το να μεγαλώνει κανείς -όπως σημείωνε ο Αγγλος παιδίατρος και ψυχαναλυτής Ντόναλντ Ουίνικοτ- είναι σε κάθε περίπτωση μια επιθετική πράξη. Η διαδικασία υποκειμενοποίησης του εφήβου είναι άλλωστε εξ ορισμού ατελής, δεδομένου πως ο έφηβος δεν είναι ούτε παιδί ούτε ενήλικας. Η εφηβική οδύνη που τροφοδοτεί την αυτοεπιθετικότητα και την ετεροεπιθετικότητα διαιωνίζεται όταν αφήνουμε τον έφηβο να εγκλωβίζεται σε έναν κόσμο μέσα στον οποίο η παραβατικότητα γίνεται η βασική γλώσσα επικοινωνίας. Τότε αντί για απαντήσεις και λύσεις στην εφηβική βία έχουμε την απογοήτευση από την ανεπάρκεια των μέχρι τώρα παρεμβάσεων. Η παραβατικότητα μοιάζει να έχει γίνει η κυρίαρχη γλώσσα επικοινωνίας σε μια εποχή που ο κόσμος προβάλλεται ως ρευστός και ακατάληπτος, όπου κυριαρχούν υπερτροφία του Εγώ και ατροφία του Εμείς – φράση δανεική από τον Νίκο Σιδέρη.
Για τον πολύπειρο στο θέμα ψυχίατρο, ο οποίος διερευνά αδιάκοπα αυτό που έχει μεταβληθεί στον ψυχισμό των σύγχρονων εφήβων, η πεμπτουσία της γονεϊκής λειτουργίας είναι το δίπτυχο «αγάπη και κανόνες». Οπως είχε εξηγήσει σε παλαιότερα βιβλία του, ο έφηβος αναρωτιέται σε σχέση με την ταυτότητά του, σε σχέση με την αγάπη του Αλλου για εκείνον, σε σχέση με τη θέση του στον κόσμο. Αυτά τα ερωτήματα αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις και αλλάζουν μορφή κάθε δεύτερη μέρα, καθώς διαπλέκονται με καθρεφτίσματα, ταυτίσεις, προσωρινές εκδοχές Ιδεώδους Εγώ και ρευστές έως και διαφεύγουσες εκδοχές Ιδεώδους του Εγώ. Ο ψυχίατρος και ψυχαναλυτής επιμένει πως τόσο οι θεραπευτές όσο οι παιδαγωγοί και οι γονείς οφείλουν να αξιοποιήσουν το πρότυπο υπερήρωες ως καθολικό διαθέσιμο ψυχολογικό και ιδεολογικό-πολιτισμικό αντίδοτο στην άνομη και αθέμιτη βία, καθώς αντιλαμβάνεται πως η διαδικασία υποκειμενικοποίησης των εφήβων έχει πια αλλάξει και γίνεται μέσα από οθόνες.
Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως πλέον το διαδίκτυο επενδύεται ψυχικά με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τους έφηβους χρήστες, σε σημείο που συχνά υιοθετούν ταυτότητες με χαρακτηριστικά διαφορετικά από εκείνα που εκφράζουν στην πραγματική ζωή. Παιδιά και έφηβοι αναγνωρίζουν και εσωτερικεύουν από μόνα τους, χωρίς καμία παρέμβαση των μεγάλων, τον κόσμο των υπερηρώων ως πρότυπο Ιδεώδες του Εγώ.
Οπως εξηγεί ο συγγραφέας, ο ιδεατός αυτός κόσμος περιέχει όλα όσα χρειάζονται ώστε η δύναμη και η βία να προσεγγίζονται και να αναπαριστώνται και να βιώνονται με τρόπο ταυτόχρονα ρεαλιστικό και πολιτισμένο, καθώς η εφηβική ψυχή είναι πιο επιρρεπής στην απόλαυση που γεννά η ίδια η άσκηση της βίας.
Αν λάβουμε υπόψη πως η ερωτοτροπία με τον θάνατο των εφήβων συνδέεται με έναν «συμβολικό φόνο», τον φόνο των γονεϊκών μορφοειδώλων, δηλαδή των γονεϊκών αναπαραστάσεων που έχουν δημιουργηθεί ήδη από την παιδική ηλικία και στη συνέχεια έχουν εσωτερικευτεί, με αποτέλεσμα ο έφηβος να χάνει μέρος της ταυτότητάς του καθώς μετατοπίζει τη λίμπιντό του σε εκ διαμέτρου από τους γονείς πρότυπα, τότε καταλαβαίνουμε πόσο πολύτιμος μπορεί να είναι ο ιπποτισμός που ενσαρκώνουν οι υπερήρωες και πόσο σημαντικές η σύνδεση και η ταύτιση των εφήβων μαζί τους.
Ας ενθαρρύνουμε τα στοιχεία του ιπποτισμού να λειτουργήσουν ως πυρήνας ενός νέου φαντασιακού παιδιών και εφήβων. Ενα ισχυρό αντίδοτο απέναντι στο ιδεολογικά κυρίαρχο σήμερα «κατά διαβόλου ευαγγέλιο». Ας ενθαρρύνουμε μια δημιουργική διαχείριση των ρήξεων της εφηβείας και της μετεφηβείας.
