Από τα νεανικά χρόνια του ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου αγάπησε τις λέξεις και τα βιβλία. Και από διαφορετικά μετερίζια υπηρέτησε και τα δύο με συνέπεια και επιτυχία. Ως σύμβουλος διδασκαλίας ασχολήθηκε ενεργά με την εκπαίδευση, ενώ με τη συγγραφή καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους. Πολυγραφότατος, έχει εκδώσει οχτώ μυθιστορήματα, δύο νουβέλες και δέκα συλλογές διηγημάτων. Είναι από τους αγαπημένους συγγραφείς του αναγνωστικού κοινού και πολυβραβευμένος (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου», Κρατικό Βραβείο Διηγήματος «Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια», Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (Ουράνη) για τη συλλογή διηγημάτων «Σφήκες», Βραβείο Αναγνωστών (ΕΚΕΒΙ-ΕΡΤ) «Ο κύριος Επισκοπάκης», που διασκευάστηκε από τον συγγραφέα και ανέβηκε στο θέατρο από τον Στέλιο Μάινα, κ.ά.).
«Μια καταβύθιση εντός μου επιχειρώ, τη συνάντηση του αυθεντικού, λεγόμενου, εαυτού» λέει στις «Νησίδες» για την ενασχόλησή του με τη συγγραφή. «Αγνωστες πτυχές και εκφάνσεις του εαυτού μου ανακαλύπτω απροσδόκητα κάθε φορά και αυτό είναι κατ’ εμέ η γραφή. Μια οδυνηρή πορεία προς εαυτόν».
● Ασχοληθήκατε ενεργά με την εκπαίδευση. Ποια είναι η γνώμη σας για το δημόσιο σχολείο; Ενθαρρύνεται η γνώση και η εξωσχολική αναζήτηση των μαθητών;
Καμιά αναζήτηση δεν ενθαρρύνεται, γιατί αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο δημιουργίας ανατρεπτικών συνειδήσεων, αντισυμβατικής σκέψης. Η φαντασία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του σχολείου. Οι «γνώσεις» του είναι εμπρόθετα στερεότυπες, όσο και αφερέγγυες, ωφελιμιστικές πληροφορίες αποκλειστικά προς χρήσιν για την επαγγελματική επιβίωση – ένταξη των σπουδαστών. Ο βαθύς άνθρωπος είναι τρυφερός, είναι συμπονετικός και αλληλέγγυος, σκέφτεται και δρα, αναζητά επίμονα, στάση η οποία αντίκειται στις ανάγκες του συστήματος.
● Πολυαγαπημένος, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος συγγραφέας. Τι περιμένετε από την ενασχόληση με τη συγγραφή; Και τελικά αυτό που αναζητούσατε το ανακαλύψατε;
Μια καταβύθιση εντός μου επιχειρώ, τη συνάντηση του αυθεντικού, λεγόμενου, εαυτού. «Γράφω διαρκώς ιστορίες για να θυμηθώ», έτσι τελειώνει το πρώτο διήγημα της περσινής (2023) συλλογής διηγημάτων μου «Ο καουμπόης του Αλίμου» με τίτλο «Ο Δισθανής». Ενόσω πάντως γράφω μια ιστορία, συνήθως πετυχαίνω αυτή τη συνάντηση, τακτοποιώ παλιές εκκρεμότητες, κλείνω ανοιχτούς λογαριασμούς και απαλείφω «αμαρτίες», έτσι θέλω να πιστεύω. Συλλαμβάνω, δηλαδή, τον δραπέτη εαυτό μου και συμφιλιώνομαι, κάνω ειρήνη μαζί του. Ολα αυτά βέβαια προσωρινά, μέχρι ν’ αρχίσει μια παλιά ενοχή να αφυπνίζεται και να με κατακαίει ξανά. Αγνωστες πτυχές και εκφάνσεις του εαυτού μου ανακαλύπτω απροσδόκητα κάθε φορά και αυτό είναι κατ’ εμέ η γραφή. Μια οδυνηρή πορεία προς εαυτόν.
● Η συγγραφή είναι «Παγίδα», όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου σας (εκδόσεις Καστανιώτη), ή μια πράξη αυτογνωσίας και λύτρωσης του συγγραφέα;
«Παγίδα» σίγουρα, γιατί πρέπει να πληρώσεις σκληρό τίμημα για την εξόρυξη μιας ιστορίας και την αποκάλυψη μύχιων καημών που είχαν επιμελώς επιχωματωθεί. Η λύτρωση επομένως είναι πάντα προσωρινή, μια ψευδαίσθηση, μια ματαιοπονία. Ωστόσο την επιχειρούμε. «Κάνω κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές», όπως λέει ο Απολινέρ.
● Στη νουβέλα σας «Γκαλίνα Η σκοτεινή οικιακή βοηθός» (εκδόσεις Καστανιώτη 2017), που θα κυκλοφορήσει με την «Εφημερίδα των Συντακτών» το Σαββατοκύριακο 31/8, στο επίκεντρο βρίσκεται ο (στιβαρός) έρωτας δύο -φαινομενικά- αταίριαστων γυναικών και ένας ταλαντούχος ντετέκτιβ που «πιάνεται» κι αυτός στα δίχτυα του έρωτα. Συναρπαστική πλοκή, ίντριγκα, ανατροπές, οριακές ανθρώπινες καταστάσεις διέπουν την ιστορία όπως και το έργο σας. Ποιο ήταν το ερέθισμα για να γράψετε τη νουβέλα;
Η γνωριμία μου μ’ έναν ιδιόμορφο ανθυπασπιστή της Χωροφυλακής, ο οποίος προσδοκούσε να συλλάβει τον πιο στυγερό εγκληματία για να δικαιωθεί έτσι η ζωή του, ενώ ο εγκληματίας ήταν αυτός ο ίδιος. Στο τέλος της ιστορίας μάς ανακοινώνει πως ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει αυτός έναν φρικτό φόνο, τον φόνο που όλοι σχεδιάζουμε για να απαλλαγούμε από το κακό που μας κατατρέχει. Εάν όντως πραγμάτωσε τον σκοπό του στην Γκαλίνα, ο επαρκής αναγνώστης της θα το καταλάβει. Πρόφαση της αφήγησης είναι το story και η πλοκή του, για να αποκρυβεί το βαθύτερο νόημα, το άδηλο και κεκρυμμένο. Αυτό διαχειρίζεται η λογοτεχνία, ό,τι δεν πρέπει να αποκαλυφθεί απόλυτα. Το ανείπωτο περιτριγυρίζει ο συγγραφέας και αυτό διακριτικά το υπαινίσσεται.
● Τι αντιπροσωπεύουν οι δύο ηρωίδες σας; Η μια κούκλα, νέα, γιατρίνα, δυναμική, αγέρωχη και η άλλη μεσήλικας, μετανάστρια, άσχημη, μοχθηρή, μια «διαβολογυναίκα».
Είναι ο φόβος της αντρικής σεξουαλικότητας, η συνείδηση της ανεπάρκειας απέναντι στον γυναικείο ερωτισμό. Σχηματικές οι φιγούρες των γυναικών όπως πλάθονται από την τυπική αντρική φαντασίωση. Μια επίφοβη ερμηνεία δίνω, αφού ο συγγραφέας είναι ίσως ο πλέον ακατάλληλος ερμηνευτής του έργου του. Γιατί το έργο δεν λέει, είναι. Η ερμηνεία του συγγραφέα αποτελεί μια ύστερη, υστερόβουλη πιθανώς, επανεμπλοκή του με στην ιστορία.
● Το εύρημα του βιβλίου μέσα στο βιβλίο πώς σας προέκυψε; Μαθαίνουμε την εξέλιξη σε μικρές δόσεις, καθώς ο ήρωας δεν αφηγείται, αλλά διαβάζει την ιστορία του στον φίλο-συνομιλητή του. Ετσι ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη μιας διπλής πλοκής.
Συνάντησα μετά από πολλά χρόνια, γέρο πλέον, εκείνον τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μου, ο οποίος μου εξομολογείται έναν τραγικό έρωτα που τον σφράγισε, τον εξόντωσε. Στην ουσία ο συγγραφέας αφηγητής ταυτίζεται μαζί του, με τη δική του ιστορία, και έμμεσα εκθέτει τη δική του ζωή. Την αναδημιουργεί, την αναπλάθει και την αποκαθαίρει. Οι δικές του φοβίες συμπλέκονται και συγκροτούν μια πειστική ελπίζω αφήγηση. Ο αναγνώστης, εάν αποπλανηθεί και γητευτεί, τότε ταυτίζεται και αποδέχεται την ιστορία, αντιλαμβάνεται ότι θα μπορούσε να τον αφορά, ότι αφορά, καλύτερα, τη δική του ζωή. Ολα μια ίντριγκα, μια «αστυνομική ιστορία» που εξελίσσεται ερήμην, εν αγνοία μας. Σ’ αυτήν είμαστε περιπεπλεγμένοι κι ας μην το ξέρουμε. Αυτήν προσπαθούμε να εξιχνιάσουμε.
