Δύο παραστάσεις παίζονται αυτό το διάστημα στην Αθήνα, που έχουν ένα κοινό, τα εξής δύο: η μία είναι αφιερωμένη (ως μετάφραση του έργου) στη μνήμη του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και η άλλη είναι ένα έργο του οποίου ο συγγραφέας Βαγγέλης Ρωμνιός έχει γράψει την προσωπική του εμπειρία με την παχυσαρκία, εξαιτίας και της οποίας «έφυγε» από τη ζωή μόλις στα 36 του χρόνια. Και τα δύο θεατρικά παρουσιάζονται πρώτη φορά στην Ελλάδα. Και τα δύο έχουν να κάνουν με το σώμα, μεταφορικά και κυριολεκτικά, κάτι που το εμπεριέχουν και στον τίτλο τους: Από τη μια έχουμε «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» (Θέατρο Θησείο, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου με τον Αργύρη Ξάφη) και «Το Κήτος» (Θέατρο Τέχνης-Υπόγειο, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Ευάγγελου Βογιατζή).
Ο Ζουζέπ Μαρία Μιρό έγραψε «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος», έργο για το οποίο βραβεύτηκε το 2020 με το Βραβείο Born και έγινε τότε ο μοναδικός συγγραφέας που τιμήθηκε με το πολύτιμο αυτό βραβείο, από τα πιο πολυπόθητα στην Ευρώπη, με πάνω από μισό αιώνα ιστορίας. Δύο χρόνια μετά, βραβεύτηκε και με το Κρατικό Βραβείο Θεάτρου. Ο Μιρό το συνηθίζει αυτό στα έργα του: πραγματικότητα και επινόηση μπερδεύονται το ένα μέσα στο άλλο, εκθέτοντας ταυτόχρονα το ένα το άλλο με έναν τρόπο που συγκλονίζει τον αναγνώστη ή τον θεατή (αξίζει να αγοράσετε το πρόγραμμα της παράστασης, όπου είναι όλο το έργο, με εισαγωγικό σημείωμα, σε μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, από τις εκδόσεις «Ιων»). Πρόκειται για το πρώτο μέρος μιας τριλογίας μονολόγων και το θέμα του είναι η δολοφονία ενός νέου άνδρα. Ενός παιδιού 16 ετών. Ενός πανέμορφου παιδιού, με το πιο όμορφο σώμα που είχε βρεθεί ποτέ σε εκείνο το μέρος… Ποιο ήταν εκείνο το μέρος; Είναι τόσο μακριά από τα δικά μας «μέρη»; Από το σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Ζακ/Zackie πόσο απέχει; Υπήρχαν και σε εκείνο το μέρος νοικοκυραίοι; Με οικογένειες και σπίτια με καθαρές μπουγάδες, που πήγαιναν την Κυριακή στην εκκλησία με σύζυγο και τα παιδιά τους, που είχαν τη δουλειά τους, που κοίταζαν τη δουλειά τους. Τι πείραζε αν βίαζαν και ανήλικα αγόρια κάποια πρωινά; Ειδικά αν ένα από αυτά είχε το πιο όμορφο σώμα που είχε βρεθεί ποτέ σε εκείνο το μέρος; Τι κι αν αυτοί οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι βιαστές ήταν οι πρώτοι που στέκονταν απέναντι στην όποια διαφορετικότητα; Μα είναι δυνατόν άνδρας να πηγαίνει με άνδρα ή να φορά φουστάνια;
Η Ζωή Ξανθοπούλου έκανε ένα σκηνοθετικό κατόρθωμα: χρησιμοποίησε τον φωτισμό ως συμπρωταγωνιστή και έβαλε τον Αργύρη να κάνει ελάχιστες κινήσεις, καθηλώνοντας το κείμενο στο ταλέντο του. Δεν ήταν εύκολο το έργο της. Ούτε του Αργύρη. Ο οποίος μετουσιώνεται (δεν παίζει – μετουσιώνεται) σε πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες, όλοι σε σχέση με το νεκρό, πανέμορφο αγόρι. Προσωπικά, πρώτη φορά είδα σε ηθοποιό να παίζουν τα κλειστά του μάτια. Χρειάζεται να πω πολλά περισσότερα; Επί χρόνια προσπαθούσε ο Αργύρης να πείσει παραγωγούς να ανέβει αυτό το έργο, έστω και ως μεταμεσονύκτια παράσταση και κανείς δεν ήθελε. Τώρα, δεν βρίσκεις θέση στο θέατρο (ευτυχώς η παράσταση θα ανέβει πάλι από Οκτώβρη) και κάποιοι μάλλον δαγκώνονται…
…Οπως κάναμε κι εμείς, αλλά όχι με την καλή έννοια, βλέποντας την παράσταση «Κήτος» στο Υπόγειο του Τέχνης. Ο Ευάγγελος Βογιατζής επέλεξε και να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει. Στο δεύτερο τα κατάφερε καλύτερα από ό,τι στην αυτοσκηνοθεσία του, ωστόσο το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το ίδιο το έργο. Δίχως φυσικά να στραφούμε ενάντια σε κανέναν άνθρωπο που δεν υπάρχει πλέον στη ζωή (το «Κήτος» είναι ένας ανέκδοτος μονόλογος του Βαγγέλη Ρωμνιού), δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την αλήθεια: το συναίσθημα δεν εκβιάζεται. Κανένα σώμα, όσο όμορφο ή άσχημο κι αν χαρακτηριστεί με βάση τα στρεβλά (εντελώς όμως) κοινωνικά στερεότυπα, δεν ομορφαίνει περισσότερο στα μάτια του θεατή, επειδή είναι χοντρό ή αδύνατο ή πολύ χοντρό ή εξαιρετικά γραμμωμένο. Το σώμα είναι το όχημά μας: στη ζωή και τη δραματουργία. Αλλά, κυρίως, στη δημιουργία. Με αυτό το ίδιο σώμα (του Αργύρη Ξάφη) που μπήκε σε τόσα άλλα στην πρώτη παράσταση και με αυτό το ίδιο (του Ευάγγελου Βογιατζή) που δεν χώραγε ούτε καν στο δικό του, στη δεύτερη, καταδεικνύεται πως δεν είμαστε μόνο σάρκα και κόκαλα. Αλλά αυτή η σάρκα και αυτά τα κόκαλα είναι που μας εμφανίζουν και μας τοποθετούν μέσα και έξω μας. Μα, ακόμα κι έτσι, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν την ύπαρξή μας, είτε πάνω στη σκηνή είτε ως οι χειροκροτητές των πάνω στη σκηνή. Ικανά είναι. Αρκετά όμως όχι.
