Μπορεί να μην είναι η πρώτη φορά που έρχεται στη χώρα μας για να σκηνοθετήσει και να διδάξει, ωστόσο είναι η πρώτη συνεργασία του κορυφαίου Ρώσου σκηνοθέτη Αντολφ Σαπίρο, ερευνητή του έργου του Τσέχοφ, με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά όπου παρουσιάζει μέχρι τις 28 Απριλίου το πρωτόλειο έργο του μεγάλου δραματουργού «Πλατόνοφ». Πρόκειται για το πρώτο έργο του Τσέχοφ που βρέθηκε μετά τον θάνατό του, πήρε τον τίτλο του από το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα και σε αυτό βρίσκονται εν σπέρματι όλα όσα απασχόλησαν τη δραματουργία του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα στη συνέχεια για τις σχέσεις των ανθρώπων, τις μύχιες σκέψεις και τα απωθημένα αισθήματα.
Μέσα από μια απλή φαινομενικά ιστορία, μια παρέα καλεσμένων στο εξοχικό σπίτι της χήρας Αννας Πετρόβνα βυθίζεται στη θερινή ραστώνη όταν εμφανίζεται ο χαρισματικός Πλατόνοφ που τους αναστατώνει, υποδαυλίζοντας απαγορευμένα πάθη, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τη ματαιότητα της ύπαρξης αλλά και τη ζωή που περνά και χάνεται όσο και αν οι ήρωες διψούν για κάτι άλλο…
Ο 84χρονος πολυβραβευμένος σκηνοθέτης και θεατρικός δάσκαλος Αντολφ Σαπίρο, που ως ειδήμων δάσκαλος (master teacher) έχει καθοδηγήσει γενιές σπουδαστών ακόμη και στο Χάρβαρντ, φημίζεται για τη σπουδή του πάνω στο έργο του Τσέχοφ, θεατρικά κείμενα του οποίου έχει ανεβάσει σε πολλές χώρες και γλώσσες, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στη Βόρεια και Νότια Αμερική, ενώ ανάμεσα στις πολλές του διακρίσεις περιλαμβάνεται και η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα στη Θεατρική Ακαδημία της Σανγκάης. Σκηνοθέτησε το πρώτο του έργο σε ηλικία 23 ετών, έχοντας διανύσει μια πορεία στο θέατρο που ξεπερνά τα 60 χρόνια, ενώ ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στο Εργαστήριο Θεατρικής Σκηνοθεσίας υπό την καθοδήγηση της θρυλικής δασκάλας και σκηνοθέτριας Μαρίας Κνέμπελ, μαθήτριας του Στανισλάφσκι, την οποία θεωρεί και πνευματικό του μέντορα. Κι ωστόσο καταπιάνεται για πρώτη φορά με το, χρονολογικά παλαιότερο, δείγμα του ταλέντου του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα σε μια παράσταση-αφιέρωμα στη θεματολογία του. Και ένα στοιχείο από τη «μαγεία» του μας αποκαλύπτει η διερμηνέας του Ντίνα Σαράντου, χωρίς τη βοήθεια της οποίας θα ήταν αδύνατη αυτή η συνέντευξη: «Είναι φοβερό το πώς καταλαβαίνει τι γίνεται, κι ας μη γνωρίζει τη γλώσσα, μόνο και μόνο από τον τρόπο που κάποιος ηθοποιός μιλάει, ξέροντας αν το αποδίδει όπως εκείνος επιθυμεί προτού ακόμη του το μεταφράσω», διαπιστώνει έχοντας άλλωστε συνδράμει εξ αρχής στην επικοινωνία σκηνοθέτη και ηθοποιών.
● Πού τοποθετείτε το μεγαλείο του Τσέχοφ ώστε να επιστρέφετε σε αυτόν;
Πράγματι, ο Τσέχοφ είναι μεγάλος δραματουργός, όχι μόνο επειδή τα έργα του είναι σπουδαία από μόνα τους, ούτε επειδή ανεβαίνουν για πάνω από έναν αιώνα σε όλα τα θέατρα του κόσμου, αλλά επειδή δημιούργησε μια νέα κατεύθυνση στη δραματουργία. Μαζί με τον Μέτερλινκ και τον Ιψεν δημιούργησε εκείνη την κατεύθυνση στη λογοτεχνία που ονομάστηκε νέο ευρωπαϊκό δράμα. Με την καινοτόμα δραματουργική γραφή του ο Τσέχοφ προανήγγειλε τις βασικές κατευθύνσεις του θεάτρου του 20ού αιώνα και άνοιξε τον δρόμο από το ψυχολογικό θέατρο στο θέατρο του παραλόγου. Εάν έπρεπε να απεικονίσω την ιστορία του θεάτρου του 20ού αιώνα, θα επέλεγα δύο εικόνες, στη μία οι Τρεις Αδερφές που θα στέκονται διπλά δίπλα και στη δεύτερη οι ήρωες του Μπέκετ, θαμμένοι ώς το κεφάλι στη γη.
Επιστρέφω συχνά στον Τσέχοφ γιατί η σχέση μου με τους ήρωές του και τις καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται με βοηθά να κατανοήσω τον χρόνο και τη θέση μου σε αυτόν.
● Θυμάστε πόσες φορές έχετε σκηνοθετήσει έργα του και ασχοληθεί με κείμενά του;
Δεν το έχω σκεφτεί παλαιότερα, αλλά τώρα που άκουσα την ερώτησή σας σκέφτομαι ότι έχω ανεβάσει εννιά φορές τα ίδια τα έργα και δύο φορές σύνθεση των έργων του. Στη Βραζιλία ανέβασα μια παράσταση που την ονόμασα «Ο χώρος του Τσέχοφ». Η παράσταση ήταν μια σύνθεση από τέσσερις πράξεις από τέσσερα από τα πιο γνωστά θεατρικά του έργα. Και στη Νέα Υόρκη ανέβασα μια παράσταση που λεγόταν «Τσέχοφ. Post Scriptum» και αποτελούνταν από σκηνές άφιξης και αποχωρισμού που υπάρχουν σε όλα τα έργα του Τσέχοφ. Επίσης, έχω δουλέψει πάνω στα έργα του σε πολυάριθμα εργαστήρια σε διάφορες χώρες παγκοσμίως, μεταξύ των οποίων και στην Αθήνα, αλλά και στους Δελφούς, στα Μετέωρα, στη Σύρο.

● Τι σημαίνει για σας ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι;
Τώρα γράφω ένα βιβλίο όπου μιλάω για αυτό το θέμα. Πάνω από όλα είναι ένας άνθρωπος στον οποίο χρωστάω το επάγγελμά μου. Θα μπορούσε να λέγεται πατέρας της σκηνοθεσίας, μια και η σκηνοθεσία είναι το επάγγελμα του 20ού αιώνα. Είναι μια νέα λέξη που εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα, όπως λόγου χάρη οι λέξεις πιλότος, κοσμοναύτης, προγραμματιστής. Εκτός αυτού, πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο σκηνοθέτη που δημιούργησε τη δική του μέθοδο δουλειάς με τον ηθοποιό, την ονομαζόμενη μέθοδο Στανισλάφσκι. Με βοηθάει να σκέφτομαι, με εντυπωσιάζουν όσα μας έχει κληροδοτήσει, αν και μερικές φορές διαφωνώ μαζί του, λογομαχώ. Καθηγήτριά μου ήταν η Μαρία Κνέμπελ, η οποία ήταν δίπλα στον Στανισλάφσκι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ήταν το δεξί του χέρι σε όλα τα μαθήματά του. Και νομίζω ότι αυτή η γυναίκα κατάφερε να μου μεταφέρει όχι μόνο κάποια μυστικά, αλλά και το σπουδαιότερο, την αίσθηση του ζωντανού Στανισλάφσκι. Και ποτέ δεν ξεχνώ ότι στο θέατρο δεν πρέπει να είναι κάποιος συνεχιστής. Ενα μεγάλο θέατρο δεν μπορεί να το συνεχίσει ένας άλλος άνθρωπος. Είναι σημαντικό να μην είσαι συνεχιστής, αλλά ακόλουθος.
● Τι σκέψεις σας γεννά το γεγονός ότι ο ήρωας του έργου ονομάζεται Πλατόνοφ, δηλαδή Πλάτωνας;
Γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι το όνομα του πρωταγωνιστή παραπέμπει στο όνομα του μεγάλου φιλόσοφου της αρχαιότητας. Στο έργο συνέχεια ακούγονται οι ατάκες «Εκεί κάθεται ο φιλόσοφός σας» ή «Πηγαίνετε στον φιλόσοφό σας» κ.λπ. Φυσικά πάντα με ειρωνικό τρόπο. Οταν ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στο έργο μπήκα στον πειρασμό να τονίσω αυτή την ομοιότητα στην παράσταση, αλλά τελικά δεν το έκανα. Και ο λόγος είναι ότι το θεατρικό αυτό έργο ο Τσέχοφ το έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία – ήταν 18 ετών. Προφανώς δεν ήταν τυχαία επιλογή του ονόματος Πλατόνοφ, παρά ταύτα αναπτύσσει ελάχιστα αυτό το γεγονός και δεν το ολοκληρώνει. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισα ότι δεν θα είναι σωστό να το κάνω εγώ.
