ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα, είναι το πρώτο ελληνικό διήγημα με ψυχογραφικό χαρακτήρα μεν, που καταφέρνει να ξεπεράσει ωστόσο τα στενά όρια της ηθογραφίας, εισδύοντας στα ψυχικά κίνητρα των πρωταγωνιστών του δε. Ποιοι είναι αυτοί; Ο εξής ένας: ο γιος της μάνας, που οι ενοχές από το νεανικό της «αμάρτημα» καθορίζουν όχι μόνο τη δική της ζωή, αλλά και των γιων της.

«“Το αμάρτημα της μητρός μου” είναι καινοτόμο γιατί με αυτό ο Γεώργιος Βιζυηνός εισάγει για πρώτη φορά στην ελληνική διηγηματογραφία τον κόσμο της ψυχής», μας λέει ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, που ερμηνεύει και σκηνοθετεί το «Αμάρτημα της μητρός μου» στο θέατρο «Εν Αθήναις». Η σκηνοθεσία του φέρει εικαστικά στοιχεία, ακριβώς για να μπορέσει ο θεατής «αφ’ ενός να μη χάσει την επαφή του με το κείμενο, ενώ παράλληλα μέσα από αυτές τις επιλεγμένες εικαστικές εικόνες να εμβαθύνει σε πράγματα μη λεκτικά, αλλά αισθητηριακά. Γι’ αυτό και επέλεξα αυτό το τελετουργικό κομμάτι να αποτελείται από φυσικά υλικά. Υλικά που δεν έχουν χρόνο και εποχή. Το νερό, η φωτιά, το ξύλο, το κερί, η πέτρα ήταν μερικά από αυτά», μας λέει.

Η αλήθεια είναι πως έχουμε συνδέσει βαθιά αυτό το έργο με το ανέβασμα που έκανε επί χρόνια ο Ηλίας Λογοθέτης, που «έφυγε» πρόσφατα από κοντά μας, με τη Μαρία Ζαχαρή. Συγκλονιστικές παραστάσεις που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στη μνήμη μας. Τώρα, ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος κάνει τη δική του ανάγνωση στο έργο, βασισμένος στη βαθιά μελέτη του πάνω στον ίδιο τον συγγραφέα: «Ο Βιζυηνός είχε τη μεγάλη τύχη να σπουδάσει, χρηματοδοτούμενος από τον Ζαρίφη, φιλοσοφία και ψυχολογία στα καλύτερα κέντρα της Ευρώπης, έχοντας δασκάλους τους φιλοσόφους Λότσε, Βουντ, Ζέλερ. Είναι φυσικό να επηρεαστεί απ’ αυτούς και να αποτυπώσει στο πρώτο διήγημά του κάποιες από τις θεωρίες τους, προσαρμοσμένες στην ελληνική πραγματικότητα. Ευτυχώς για τα ελληνικά γράμματα! Το αυτοβιογραφικό στοιχείο του διηγήματος δε, προσδίδει ιδιαίτερη αξία στο εγχείρημα, αφού μέσα από τηνδιαδικασία ψυχογράφησης της μητέρας του, μοιραία ψυχογραφείται και ο ίδιος. Ουσιαστικά, αυτοψυχαναλύεται. Κάτι το οποίο υπήρξε για μένα μεγάλη πρόκληση στο σκηνοθετικό κομμάτι. Γιατί άλλο πράγμα είναι να διαβάζεις μια προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου, χωρίς να τον βλέπεις και να τον ακούς και τελείως διαφορετικό αυτό να γίνεται μπροστά σου, πάνω στη σκηνή εν προκειμένω.

»Η ιστορία του έργου είναι απλή και λαϊκή, θα έλεγα. Ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του Γιωργή, του συγγραφέα δηλαδή, στη Βιζύη της ανατολικής Θράκης. Μας μιλάει για την πολυμελή οικογένειά του, τη μητέρα του, τον πατέρα του που πρόσφατα είχε φύγει από τη ζωή, τα άλλα δύο αδέλφια του και κυρίως για την ασθενική μοναδική αδερφή του, Αννιώ. Παρακολουθούμε τις απέλπιδες προσπάθειες της μητέρας του να τη σώσει από τον θάνατο. Καθώς και τη μεροληπτική στάση της απέναντι στα άλλα παιδιά της, τις δοξασίες και τις δεισιδαιμονίες της εποχής, τις στοιχειώδεις γνώσεις ιατρικής και το τελετουργικό της εκκλησίας για ανθρώπους με ανίατες ασθένειες. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, μας κάνει κοινωνούς του παιδικού τραύματός του, όπως και της συγκλονιστικής στιγμής που η αδερφή του ξεψυχά μπροστά στα μάτια του.

Στο δεύτερο μισό του έργου, που πια η Αννιώ δεν είναι στη ζωή, μας προσφέρει όλη τη δυσκολία που ακολούθησε μετά το βαρύ πένθος της μητέρας, τις οικονομικές δυσκολίες και κυρίως την ακατανόητη και εμμονική της στάση, με τις αλλεπάλληλες υιοθεσίες κοριτσιών εις βάρος της φροντίδας των υπόλοιπων παιδιών. Ετσι περνούν τα χρόνια, ο Βιζυηνός ξενιτεύεται και όταν επιστρέφει έπειτα από μακριά απουσία στο σπίτι του, έρχεται σε ρήξη με τη μητέρα του για το δεύτερο κορίτσι που έχει υιοθετήσει και την αναγκάζει επί της ουσίας να του αποκαλύψει το φοβερό μυστικό της. Ενα μυστικό που κρατούσε, όπως λέει και ο ίδιος, για είκοσι οκτώ χρόνια..

»Η δική μου οπτική φανερώνει έναν Βιζυηνό που επιστρέφει σ’ έναν τόπο τραύματος, μέσα από τη μνήμη και τη φαντασία του. Και δεν το κάνει χωρίς λόγο. Ο λόγος είναι βαθύτατα προσωπικός του: σε αυτό το ψυχικό ταξίδι, νιώθει σίγουρα ασφαλής ώς ένα σημείο. Ως ένα άλλο όμως, δεν ξέρει ούτε ο ίδιος τι ακριβώς μπορεί να αντιμετωπίσει. Αυτό βέβαια είναι ανθρώπινο. Δεν μπορεί να το κουμαντάρει εντελώς – διηγείται μέχρι εκεί που μπορεί. Γιατί ένα τραύμα μπορεί να επουλωθεί, δεν φεύγει όμως ποτέ εντελώς… Μπορείς όμως να μάθεις να ζεις μ’ αυτό. Και αυτό είναι το θαύμα: να θυμάσαι χωρίς φόβο και να ξεχνάς χωρίς ενοχή».

«Πώς γίνεται ένας λόγος σε καθαρεύουσα, με θεματική μη σύγχρονη, με αναφορές σε πολύ παλαιότερες εποχές με άλλα δεδομένα, να έρχεται τόσο καινούργιο και φρέσκο στο σήμερα;», τον ρωτάμε. Ο κ. Γιαννακόπουλος είναι σαφής: «Επειδή ο πυρήνας του διηγήματος έχει να κάνει με ανθρώπινες σχέσεις. Δεν έχουν άλλωστε ηλικία, ούτε εποχή οι πόνοι των ανθρώπων και τα λάθη τους. Πάντα μια κοινωνία επιβάλλει στα μέλη της έναν τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Αυτόν όμως δεν τον ακολουθούν όλοι. Αυτό που κάνει τον άνθρωπο να υπερβαίνει τα όρια δεν μπορεί να αναχθεί μόνο σε μια εποχή. Είναι περισσότερο ορμέμφυτο, παρά αποτέλεσμα κοινωνικών δομών μόνο. Ασυνείδητο, παρά συνειδητό. Εν τέλει είναι κάτι πνευματικό και λιγότερο κοινωνικό. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να παίζονται πια τα έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Διότι μας χωρίζουν δυόμισι χιλιάδες χρόνια από την εποχή τους και δεν υπάρχει καμία σύνδεση μ’ αυτήν.

»Ο Γιωργής της ιστορίας μας (ο κεντρικός χαρακτήρας επί σκηνής) ακούει σε ηλικία έξι χρόνων τη μητέρα του να προσεύχεται στον Θεό και να του ζητάει να πάρει ως αντάλλαγμα ένα από τα αγόρια της, μεταξύ των οποίων βέβαια ήταν και ο ίδιος, αντί της ασθενικής της κόρης. Αυτό το τραύμα που ανοίγεται διάπλατα στην ψυχή του συγγραφέα δεν έχει να κάνει με εποχή. Ούτε και η πιθανή επούλωσή του έχει κοινωνικό αποτύπωμα – πνευματικό αποτύπωμα φέρει… Θέλετε να το πάμε ένα βήμα παραπέρα; Η μητέρα, δεκαέξι χρόνια αργότερα, στην εξομολόγησή της στον πολύ μεγαλύτερο πλέον Γιωργή, αποκαλύπτει επί λέξει: “Ο πατέρας σου σε έλεγε το αδικημένο του, γιατί σ’ απόκοψα πολύ νωρίς και γιατί σε παραμελούσα”. Ξέρετε τι φοβερό πράγμα είναι αυτό το “απόκοψα” που ομολογείται σε αυτή τη μικρή φράση; Επειδή ο Γιωργής ήταν μόνο έναν χρόνο μεγαλύτερος από την Αννιώ, μόλις η μητέρα συνειδητοποίησε ότι η κόρη της είναι ασθενική, έκοψε το μητρικό γάλα από εκείνον και το έδινε αποκλειστικά στην κόρη της.

Σκηνή από την παράσταση «Το αμάρτημα της μητρός μου»

»Ενα παιδί ενός έτους δεν μπορεί να αντιληφθεί συνειδητά τον κόσμο ούτε και τις συμπεριφορές των γονιών του. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές δεν εγγράφονται βαθιά μέσα του. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να τις εξηγήσει με τη λογική. Εγγράφονται, λοιπόν, στο ασυνείδητο, όπως όλα αυτά που θέλουμε να απωθήσουμε, και προβάλλονται μέσα από παραδρομές ή ολισθήματα της γλώσσας, αναδεικνύοντας τις αληθινές μας προθέσεις. Αυτές μπορεί να είναι αρκετά απρεπείς ώστε να έχουν περάσει στο Ασυνείδητο ή προβάλλονται μέσω των ονείρων, σύμφωνα με τη φροϊδική θεωρία. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα εποχής εδώ… Οσο για τη γλώσσα, αν τηνχειριστεί κανείς σωστά, και εδώ αν θέλετε είναι η δουλειά η δική μας, τότε το κοινό προσλαμβάνει τα πάντα. Αυτό θέλω να ξέρετε ότι ήταν ένας από τους βασικούς μου στόχους».

Πρόκειται για ένα έργο που θεμελιώνεται και θεμελιώνει τον κόσμο της συνείδησης και του εσωτερικού προβληματισμού. Θυμόμαστε, άραγε, αυτές τις λέξεις σήμερα; «Θέλοντας και μη τις θυμόμαστε! Οσο κι αν κάποιοι θα ήθελαν να τις ξεχάσουμε. Αλλωστε τα γεγονότα που ανακαλεί η μνήμη όλων μας ως σημαντικά στη ζωή δεν είναι οι καθημερινές μας στιγμές, αλλά εκείνες που προβληματιστήκαμε έντονα, αδικηθήκαμε, αδικήσαμε, αγαπήσαμε, αγαπηθήκαμε και εν γένει αλλάξαμε τη θεωρία της ζωής μας και τις προτεραιότητές μας μέσα σ’ αυτήν», μας απαντά.

Τελικά, υπάρχουν αμαρτήματα; Ή είναι κατασκευές; «Δύσκολη ερώτηση πραγματικά», μας λέει ο κ. Γιαννακόπουλος. «Αν λάβουμε υπόψη μας την αρχαία ετυμολογία της λέξης, πάντα θα υπάρχουν. Γιατί αμαρτία σημαίνει αποτυχία να πράξει κανείς το σωστό. Αμαρτία είναι μια αστοχία του νου. Πολλές φορές το άτομο δεν αντιλαμβάνεται την αρνητική σημασία της πράξης του, καθώς συνηγορούν άλλες δυνάμεις που δεν του επιτρέπουν να “δει” καθαρά. Εφόσον θεωρούμε τους εαυτούς μας θνητούς, είναι φυσικό να υποπίπτουμε σε λάθη. Μικρά ή μεγαλύτερα. Τραγικά ή όχι. Πολλές φορές, ανεπανόρθωτα.

»Βέβαια, και στη θρησκευτική μας παράδοση, η έννοια της αμαρτίας δεν απέχει πολύ από την αρχαία: είναι η αποτυχία του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό. Να γίνει ένα. Να πράξει με βάση την αγάπη. Και ο δρόμος για τη λύτρωση περνάει μέσα από τη συγχώρεση, τη μετάνοια η οποία οδηγεί στην αγάπη. Αλήθεια, ποιος μπορεί να το κάνει αυτό, χωρίς να παρεκκλίνει χιλιοστό στη ζωή του; Τι θα γίνει λοιπόν; Θα μείνουμε απαρηγόρητοι και αλύτρωτοι για πάντα μέσα στα σφάλματα και τις αστοχίες μας; Ποιος θέλει κάτι τέτοιο; Εμείς, οι απόφοιτοι Λυκείου, όπως μας κατέταξε πρόσφατα η πολιτική μας ηγεσία, αλλά και όπως πολύ καλά προετοίμασαν και οι προηγούμενες, ασχολούμαστε με μια εφήμερη τέχνη όπως είναι το θέατρο, προσπαθώντας να είμαστε καλοί μεταφορείς μεγάλων ιδεών, μεγάλων συγγραφέων και σπουδαίων έργων. Δεν έχουμε απαντήσεις για όλα. Θέτουμε κυρίως ερωτήματα. Γι’ αυτό και ως απάντηση ουσιαστικά παραθέτω τα λόγια ενός τυφλού μάντη: του Τειρεσία, που συμβουλεύει τον άρχοντα Κρέοντα, στην “Αντιγόνη” του Σοφοκλή. Εκεί, όπου του υποδεικνύει την επερχόμενη αμαρτία του: “Σκέψου και κρίνε λοιπόν, παιδί μου. Τα σφάλματα είναι ανθρώπινα. Ο άνθρωπος σφάλλει. Δεν είναι όμως ούτε απερίσκεφτος ούτε άτυχος, όταν επανορθώσει και δεν μείνει αμετακίνητος στο λάθος του. Το πείσμα, ξέρεις, κάπου πιάνεται για ανοησία”», καταλήγει, τόσο μα τόσο καίρια.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού

Κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00 στο θέατρο «Εν Αθήναις» (Ιάκχου 19, Γκάζι – απέναντι από τη στάση Μετρό Κεραμεικός).

Σκηνοθεσία-ερμηνεία: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνικά/Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Προπώληση: more.com