Το ότι δεν υπήρχαν διαγνώσεις ΔΕΠΥ στα χρόνια των γονιών μας δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν πάντοτε μικρά ή μεγάλα παιδιά που χρειάζονταν πολύ περισσότερο χρόνο για να συνδεθούν με το αντικείμενο μελέτης, να αποστηθίσουν ονόματα, να αφοσιωθούν σε κάτι δίχως να νικηθούν από την ονειροπόληση ή την υπερκινητικότητα. Αυτά τα υπερκινητικά, δύσκολα παιδιά με υψηλά επίπεδα ενέργειας και συχνά με αυξημένη δημιουργικότητα έπρεπε να ανταποκριθούν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βασιζόταν στην παπαγαλία. Οπως συμβαίνει και τώρα.
Κατά πόσο μπορεί το σύγχρονο ελληνικό δημόσιο σχολείο, που υπακούει στην αρχή της μετρήσιμης αριστείας, να διαχειριστεί τα άτομα που δεν είναι νευροτυπικά;
Ας επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει στην πραγματικότητα ΔΕΠΥ, ένα αρκτικόλεξο που οριακά έχει γίνει της μόδας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στα ινστιτούτα ψυχικής υγείας. Τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν συχνά δυσκολίες απομνημόνευσης αλλά πρωτοποριακές ιδέες, έλλειμμα οργάνωσης αλλά έντονη παραγωγικότητα κυρίως εκτός πλαισίου, αδυναμία συγκέντρωσης στην καθημερινότητα αλλά με υπερσυγκέντρωση σε πρότζεκτ όπου εμπλέκεται η επιθυμία.
Τι σημαίνει αυτό; Οι παραλλαγές του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι απολύτως φυσιολογικές και κατ’ επέκταση τα παιδιά με ΔΕΠΥ δεν έχουν ελαττωματικό νευρικό σύστημα. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται καν για διαταραχή αλλά για παραλλαγή δεδομένου πως διαθέτουν σχεδόν πάντα υψηλό δείκτη νοημοσύνης, την οποία και χρησιμοποιούν με τον δικό τους τρόπο που συνήθως απέχει από εκείνον της κυρίαρχης εκπαιδευτικής κουλτούρας.
Η ψυχανάλυση ερμηνεύει την υπερκινητικότητα και την έλλειψη συγκέντρωσης ως μια προσπάθεια του παιδικού να ελέγξει το εσωτερικό αντικείμενο πάνω στο οποίο έχει προβάλει αρχικά επιθετικότητα και εν συνεχεία ενοχή και να αποφύγει την οδύνη που του προκαλεί η εσωτερική πραγματικότητα. Η ψυχαναλυτική θεραπεία μπορεί να φωτίσει τις ασυνείδητες διεργασίες του παιδιού με απροσεξία και υπερκινητικότητα και να συνδέσει τα συμπτώματα της διαταραχής με τον εσωτερικό κόσμο και συγκεκριμένα με το εσωτερικό του αντικείμενο και να συμβάλλει στην επίλυση των ενδοψυχικών συγκρούσεων. Δεν αρκεί ωστόσο εάν το εκπαιδευτικό σύστημα περιορίζεται στην τυπική μάθηση και εγκλωβίζει το μαθητικό υποκείμενο στη συσσώρευση πληροφοριών και στη βαθμοθηρία.
Οσο βλέπουμε μικρά ή μεγάλα παιδιά να αποσύρονται στην πιο σκοτεινή «ζώνη της ΔΕΠΥ» σημαίνει πως το σχολείο έχει αποτύχει δεδομένου πως παιδιά ή έφηβοι με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής έχουν την τάση να αντιδρούν όταν βρίσκονται σε ένα ανταγωνιστικό, άκαμπτο και μη συμπεριληπτικό σχολικό περιβάλλον που υποκλίνεται στη βαθμοθηρία, ενθαρρύνοντας τα παιδιά να «συλλέγουν μόρια» και να «καταναλώνουν» πτυχία και πιστοποιητικά, αδιαφορώντας για την καλλιέργεια της εφευρετικής σκέψης και των ιδιαίτερων ταλέντων τους. Ολοι γνωρίζουμε πως το εκπαιδευτικό σύστημα, ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, διαιωνίζει την κυρίαρχη κουλτούρα, ενώ ταυτόχρονα δεν προετοιμάζει τους μαθητές να σκέφτονται κριτικά, να διαβάζουν ελεύθερα και να υποδέχονται τις αλλαγές. Δεν ενθαρρύνει δηλαδή τα παιδιά να εξερευνήσουν τις εκφραστικές και τις αναστοχαστικές τους ικανότητες, όπως δεν τα ωθεί ούτε στην καλλιτεχνική δημιουργία παρόλο που είναι αποδεδειγμένη η εγγενώς θεραπευτική δύναμή της μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Συνεπώς συχνά παιδιά και έφηβοι με την όποια νευροδιαφορετικότητα που κουράζονται πιο εύκολα και αφοσιώνονται πιο δύσκολα όσο κάτι δεν τους κινεί το ενδιαφέρον, δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις κλασικές μεθόδους αξιολόγησης και ωθούνται συχνά στην σχολική αποτυχία.
Πριν από μερικά χρόνια ο δρ Μάρκο Κατάνι του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης του Βασιλικού Κολεγίου του Λονδίνου, παρουσίασε σε ένα άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό Brain πως η ΔΕΠΥ μπορεί να εξηγήσει τόσο τη διάσπαση της προσοχής του Λεονάρντο Ντα Βίντσι όσο και την εντυπωσιακή δημιουργικότητά του και την επιτυχή ενασχόλησή του με τόσα διαφορετικά αντικείμενα από τα πεδία της τέχνης και της επιστήμης. Στην εποχή μας ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι διεθνούς βεληνεκούς με δημόσιο βήμα μιλούν ανοιχτά για το πώς η ΔΕΠΥ έχει συνεισφέρει στην επιτυχία τους, ίσως γιατί είχαν την τύχη να μεγαλώσουν μέσα σε ένα ευνοϊκό σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον. Στην Ελλάδα, μια χώρα εθισμένη στην απόκτηση τίτλων, αφήνουμε τους εφήβους με ΔΕΠΥ να εξαντλούνται μεταξύ δημόσιων σχολείων και φροντιστηρίων χωρίς να τους βοηθάμε να ανακαλύψουν τον άγνωστο εφηβικό εαυτό τους και τα χαρίσματά τους, με αποτέλεσμα να στρέφουν την πλάτη στη mainstream εκπαίδευση.
Η αδυναμία απόκρισης του ελληνικού σχολείου στις διαφορετικές ανάγκες των υποκειμένων της μάθησης δεν μπορεί παρά να σημαίνει αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος, που αδυνατεί να αποτελέσει όχημα μετασχηματισμού των ανθρώπινων ζωών, μη επιτρέποντας σε όλα τα παιδιά να έχουν ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση χωρίς τον φόβο του στιγματισμού ή δίχως το ρίσκο του αυτοαποκλεισμού. Αν δεν υιοθετήσουμε μια νέα εκπαιδευτική ματιά που δεν θα «κοιτάζει» τα παιδιά μόνο ως «μέσους όρους βαθμολογίας» αλλά ως δημιουργικά υποκείμενα σκέψης με συναισθήματα, δεν θα δούμε ποτέ πέρα από τα στερεότυπα τη μοναδικότητα του κάθε παιδιού, δεν θα αναδειχτούν ποτέ τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, με αποτέλεσμα να μη μεταβολιστεί η όποια παιδική διαφορετικότητα σε πλεονέκτημα.
