Στρέφοντας το βλέμμα προς τα πίσω και κοιτώντας την ιστορική πορεία της νεοελληνικής τέχνης από τις απαρχές της τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι τις μέρες μας ανακαλύπτουμε κάποιες φορές μικρούς κρυμμένους θησαυρούς. Μικρά πολύτιμα ξεχωριστά δείγματα μιας τέχνης που συνήθως βρισκόταν στην εποχή της εγκλωβισμένη σ’ έναν συμβατικό ακαδημαϊσμό, σε μια μιμητική δεξιοτεχνία ή ακόμη και σε έναν ήπιο εκσυγχρονισμό.
Μια τέχνη που αναζητούσε την ταυτότητά της στην ελληνική πνευματική παράδοση, αλλά και μέσα από τις ευρύτερες ευρωπαϊκές επιρροές και αναζητήσεις της στο Μόναχο, στο Παρίσι ή στη Ρώμη.
Μέσα στο συνολικό καλλιτεχνικό έργο εικαστικών δημιουργών -όχι απαραίτητα πρωτοπόρων ή ριζοσπαστών, όχι απαραίτητα καινοτόμων ή ανατροπέων της τρέχουσας καθιερωμένης αισθητικής, όχι απαραίτητα αμφισβητιών της παράδοσης ούτε σκαπανέων μιας νέας καλλιτεχνικής γλώσσας- μας φανερώνονται αιφνίδια κάποια μοναδικά καλλιτεχνικά έργα, ζωγραφικά έργα που ξεφεύγουν από τον συμβατικό κανόνα του ίδιου του δημιουργού τους και έχουμε την αίσθηση ότι με κάποιο τρόπο και τον υπερβαίνουν.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη στιγμή στην καλλιτεχνική διαδρομή ενός δημιουργού, που συμπυκνώνει και αποτυπώνει πλαστικά ένα συνολικότερο, βαθύτερο αίσθημα για τον άνθρωπο και τον κόσμο, αίσθημα αισθητικό και φιλοσοφικό, χωρίς όμως το ιδιαίτερο, μεμονωμένο αυτό έργο να χαρακτηρίζει απαραίτητα και την ευρύτερη καλλιτεχνική οντότητα του δημιουργού του.
Σαν αστήρ διάττων λάμπει συνοψίζοντας εικαστικά τη μοναδικότητά του, εκφράζοντας έτσι την ιδιαίτερη στιγμή που συγκλίνουν και ισορροπούν πλαστικά μορφή και περιεχόμενο, καλλιτεχνική φόρμα και θεματική αφήγηση σε μια βαθύτερη υπαρξιακή μαρτυρία.
Η περίπτωση της Μαρίας Ιγγλέση (1882-1942) μας δίνει την αφορμή να αναστοχαστούμε πάνω στη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τα όρια, τις αναστολές και τις υπερβάσεις της. Η Μαρία Ιγγλέση αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή εικαστικού δημιουργού, μιας καλλιτέχνιδας που με το έργο της αλλά και με τη ζωή της, διεκδίκησε τολμηρά αυτό που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο στον καιρό της, δηλαδή την ενεργή συμμετοχή της στην πνευματική ζωή μιας συμβατικής, συντηρητικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας όπου το αποτύπωμα της πατριαρχίας και οι αυστηροί κοινωνικοί ρόλοι κυριαρχούσαν και εγκλώβιζαν τη γυναικεία έκφραση στους προκαθορισμένους κοινωνικούς κανόνες του γυναικείου εαυτού της και της τέχνης της σ’ έναν κόσμο ανδροκρατούμενης επικυριαρχίας.
Η δημιουργική φυγή και η παραμονή της στην Ιταλία, η γνωριμία με τα νέα ευρωπαϊκά κινήματα, με την απελευθερωτική δύναμη του ιμπρεσιονισμού, η εξοικείωση με το πνεύμα των μεγάλων ανατροπών στην τέχνη και τις ιδέες και γενικότερα οι ριζοσπαστικές τομές στις αρχές του 20ού αιώνα σε όλα τα επίπεδα της πνευματικής και κοινωνικής έκφρασης, πλουτίζουν τον ψυχισμό και την καλλιτεχνική ιδιοσυστασία της νεαρής Μυκονιάτισσας δημιουργού. Ωριμάζουν την καλλιτεχνική της προσωπικότητα αλλά και την ίδια ως νέα, χειραφετημένη, ανεξάρτητη γυναίκα, αφιερωμένη με πάθος σ’ αυτό που θεωρούσε απόλυτο προορισμό της, δηλαδή την τέχνη της.
Εντάσσεται έτσι σ’ αυτήν την κατηγορία των γυναικών καλλιτεχνών, που μαζί με τη Σοφία Λασκαρίδου, τη Θάλεια Φλώρα Καραβία, την Ελένη Γεωργαντή, την Ελενα Προσαλέντη κ.ά. και με τους άνδρες συναδέλφους τους ορίζουν το πνεύμα μιας νέας αντίληψης για τη ζωή και την τέχνη στην τοπική ελληνική κλίμακα, έναν ελληνικό συγκρατημένο απόηχο ήπιας μορφής αυτού που ριζοσπαστικά και ακραία εκφράστηκε από την πρωτοπόρα ευρωπαϊκή τέχνη στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα.
Η ελληνική αισθητική εκδοχή, με φανερές επιρροές από το δυτικό πρότυπο, μπόρεσε να ανοίξει το βλέμμα της στο μεσογειακό φως, να παλέψει να ξεφύγει από τον ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου και να ανακαλύψει τη δύναμη του καθαρού χρώματος αναζητώντας τη μεσογειακή της ταυτότητα.
Η Μαρία Ιγγλέση καταγράφει με την τέχνη της τον ελληνικό χώρο και όχι μόνο, με ένα αίσθημα έμπλεο χρωματικής αισθαντικότητας, αίσθημα γήινης τρυφερότητας μέσα από την αδρή χειρονομία της καθαρής χρωματικής ύλης, της απλής και άμεσης καταγραφής των πλαστικών επεισοδίων και των πλούσιων χρωματικών συναρτήσεων που της προσφέρει το μεσογειακό τοπίο.
Κάποιες στιγμές μάλιστα ο πλαστικός χώρος αυτονομείται και αποκτά τη δική τη ζωή, το τοπίο μετασχηματίζεται σε μια πολύχρωμη παράθεση και εμπλοκή αφηρημένων κηλίδων, μορφών και σχημάτων, που τα σχεδιάζει, τα καθορίζει και τα αναδεικνύει το φως.
Ομως αλλού πάλι κυριαρχεί μια πιο συμβατική αντίληψη του χώρου, η ζωγραφική αφήγηση μένει εγκλωβισμένη σε μια περιγραφικότητα, που ενώ το χρώμα -σαν ηχηρό αίσθημα- πασχίζει να ξεφύγει από τον ακαδημαϊκό κανόνα το σχέδιο αδυνατεί να παρακολουθήσει τη χρωματική ορμή και καθηλώνει το έργο σε μια συντηρητική αναδίπλωση. Ισως αυτή η βιωμένη αντίφαση, η ανακολουθία ανάμεσα στη χρωματική απελευθέρωση απ’ τη μια και τη σχεδιαστική συντήρηση απ’ την άλλη, μας δηλώνει κάτι και για τις γενικότερες υπαρξιακές συγκρούσεις που βιώνει ένα δημιουργικό, ευαίσθητο καλλιτεχνικό πνεύμα, όπως το πνεύμα της Μαρίας Ιγγλέση. Ενα πνεύμα που ζώντας στο μεταίχμιο των μεγάλων αλλαγών του αιώνα, ανάμεσα σε πρόοδο και συντήρηση, ανατροπή και παλινόρθωση, ρήξη και αυταρχική παράδοση, εκφράζει ακριβώς αυτή την ανάγκη της υπέρβασης προς τα εμπρός, αλλά και την αδυναμία μέσα στη συντηρητική συνθήκη της εποχής να αμφισβητήσει ριζοσπαστικά τα δεδομένα και στερεότυπα του κυρίαρχου ιδεολογικού-αισθητικού πλαισίου.
Η καλλιτεχνική αντίληψη και το αισθαντικό βλέμμα της δημιουργού υπακούνε ακόμη στο αντιτιθέμενο δίπολο απελευθέρωση ενάντια στη χειραγώγηση, μη μπορώντας ακόμη να συγκροτήσει τη νέα πρόταση που θα συνδέσει και θα ενοποιήσει σε ένα νέο πλαστικό επίπεδο μορφολογικά και πνευματικά το αίσθημα μιας αναδυόμενης εποχής που είχε ήδη ανατείλει στον δυτικό κόσμο.
Το νεόκοπο ελληνικό κράτος δεν έζησε την ευρωπαϊκή Αναγέννηση, ούτε τις κοινωνικές ωδίνες της Βιομηχανικής Επανάστασης και η πορεία της νεοελληνικής αυτογνωσίας ακολούθησε τον ομιχλώδη δρόμο της ανισορροπίας ανάμεσα στη θολή παράδοση και την εκβιασμένη νεωτερικότητα.
Ομως, μέσα σ’ αυτές τις εγγενείς αδυναμίες, αντιφάσεις και ανακολουθίες μιας τέχνης συμβατικών απολήξεων και «μοντέρνου συντηρητισμού» της εποχής, ξεχωρίζει στην τέχνη της Μαρίας Ιγγλέση ένα δόκιμο, σημαντικό έργο, μοναδικής πλαστικής έκφρασης.
Το «πορτρέτο της Ειρήνης Ιγγλέση», αδελφής της Μαρίας, είναι αυτό που αναφέραμε πιο πάνω ως μικρό καλλιτεχνικό θησαύρισμα, ένα σημαντικό έργο που ξεφεύγει από τον πλαστικό κανόνα του συνολικού έργου της δημιουργού και μόνο του ορίζει μια στιγμή καλλιτεχνικής πληρότητας, έναν ολόκληρο και ολοκληρωμένο κόσμο.
Απαύγασμα ενός συνόλου καλλιτεχνικού μόχθου και ζώσας εμπειρίας, το έργο αυτό σαφώς αυτονομείται και ξεχωρίζει σαν μία από τις ουσιαστικά δόκιμες στιγμές στη δημιουργική πορεία της ζωγράφου, αλλά και στην ιστορία του νεοελληνικού πορτρέτου γενικότερα.
Εδώ ο ζωγραφικός κόσμος του έργου σαν να έχει υπερβεί τον δημιουργό του -ίσως και ερήμην του- και έχει ξεπεράσει τη σύμβαση της τυπικής εικονογραφίας και έχει αποτυπώσει και αποκαλύψει μέσα από μια μεστή πλαστική γλώσσα τα μύχια αισθήματα ενός σύνθετου, αισθαντικού, εσωτερικευμένου ψυχισμού.
Εργο μεγάλης εικαστικής συνέπειας, πυκνότητας και βάθους, η καθισμένη φιγούρα της Ειρήνης Ιγγλέση εκπέμπει την εικόνα μιας αναστοχαστικής ενδοστρέφειας. Το πορτρέτο αυτό είναι ένας στοχασμός πάνω στη γυναικεία κατάσταση, ένα εικαστικό δοκίμιο πάνω στα φυσικά, κοινωνικά, ψυχολογικά εμπόδια, τις κοινωνικές επιταγές και τους μοιραίους προκαθορισμούς στο ασφυκτικό περιβάλλον που καθόριζε τη ζωή και τον ρόλο της γυναίκας στην εποχή της.
Με εκφραστική μελαγχολία το σκεπτικό βλέμμα χάνεται μέσα από την εσωτερική ενατένιση σ’ έναν κόσμο νοητό και πραγματικό μαζί, κόσμο που αποτυπώνει στο πορτρέτο της νέας γυναίκας την καθολική εικόνα ενός υπαρξιακού αδιεξόδου.
Με τρυφερή εγκαρτέρηση, με ελεγχόμενη συγκίνηση, εκφράζεται εδώ μια υπόνοια αποδοχής ενός κλειστού κόσμου, μιας αντίξοης μοίρας που καλείται να αποδεχτεί.
Το πορτρέτο της Ειρήνης Ιγγλέση δηλώνει μια λανθάνουσα εσωτερικά φορτισμένη σχέση με την πραγματικότητα, σχέση που συνδέει τη βαθιά μελαγχολία με το κρυφό πάθος, τη λογική με το ένστικτο, τη σύγκρουση ανάμεσα στη ζωή που καλείται να ζήσει και σε μια σχεδόν απαγορευμένη ονειροπόληση.
Στην κλειστή κοινωνία των αστικών απαγορεύσεων η ζωγράφος Μαρία Ιγγλέση παρατηρεί την ακινησία του πραγματικού κόσμου γύρω της, αλλά και έχει συνείδηση της εσωτερικής περιπέτειας των μεταβολών του. Εισχωρεί στο πρόσωπο της αδελφής για να οικειοποιηθεί την ιστορία του καιρού της και μαζί την ιστορία μιας διαχρονικής γυναικείας υπόθεσης, που ζητά να αλλάξει τους κανόνες μιας παμπάλαιας αρχής και εξουσίας.
Μας μεταφέρει με το πορτρέτο της αδελφής της έναν καλλιτεχνικό αντικατοπτρισμό, μια ψυχολογική καταβύθιση στο κοινωνικό – ηθικό υπόβαθρο της εποχής της, αναδεικνύει τον σφιχτό εναγκαλισμό της τέχνης με τη ζωή και με ήπιο αλλά και οξύ βλέμμα φωτίζει στο πρόσωπο της Ειρήνης την καθολική εικόνα μιας τυπικής γυναικείας υπόστασης, δέσμιας αλλά και εσωτερικά δονούμενης.
Το εικαστικό βλέμμα της ζωγράφου, ανοιχτό στο φως, πλουτίζει και ωριμάζει όχι μόνο την κοινωνική της συνείδηση, αλλά και το μορφοπλαστικό της λεξιλόγιο. Με εκφραστικές πινελιές, με αδρές χειρονομίες, με καθαρές τονικότητες, οργανώνει πλαστικά τη ζωγραφική επιφάνεια σαν επιφάνεια αποκάλυψης του εσωτερικά βιωμένου χρόνου, αποκάλυψης μιας πνευματικής, ψυχικής περιπέτειας που διαρκεί πέρα από το στιγμιαίο.
Η έντονη χρωματική αντιπαράθεση θερμών και ψυχρών, τα κόκκινα, τα πράσινα και οι ώχρες εξωτερικεύουν δυναμικά την έσω φωνή ενός κόσμου γεμάτου αβεβαιότητες και διακυμάνσεις, μιας ανθρώπινης ύπαρξης εν κινήσει ακίνητης, που με αξιοπρέπεια αποδέχεται την υποταγή στη μοίρα, αλλά και με βουβό σθένος αναζητά την ελπίδα και τον σκοπό μακριά απ’ αυτή τη μοίρα. Ποια είναι η δυνατότητα φυγής από μια προδιαγεγραμμένη ζωή;
Εδώ όλα συντελούνται στη σκηνή ενός φανταστικού θεάτρου. Σαν μια θεατρική φιγούρα στο θέατρο της ζωής, σαν ένας χαρακτηριστικός ρόλος σε μια θεατρική μονοπρόσωπη σκηνή, στέκεται η Ειρήνη Ιγγλέση στο κέντρο ενός ουδέτερου χώρου χωρίς χαρακτηριστικά, όπου η μόνη ένδειξη κοινωνικής αναφοράς είναι το πολύτιμο χαλί που βρίσκεται στα πόδια της.
Η ανθρώπινη φιγούρα σε ψυχικό και κυριολεκτικό εγκιβωτισμό στα στενά όρια του πίνακα, σ’ έναν εγκλωβισμένο χώρο χωρίς βάθος και προοπτική υποβάλλει έμμεσα το διαχρονικό αίσθημα της μελαγχολικής δυσφορίας από τους κοινωνικούς ρόλους που υπηρετεί και από τα δεσμευτικά πλαίσια που την περιβάλλουν. Η εικόνα αυτή μας μιλά για τη ματαίωση των ονείρων. Και όμως.
Ενα μεγάλο κόκκινο καπέλο με φτερό στο κεφάλι, μια ριχτή κόκκινη μπέρτα και λευκά γάντια, ακριβώς δαντέλες, ένα πολύτιμο πράσινο φανταχτερό φόρεμα και ένα εμβληματικό μπαστούνι στο χέρι σε πόζα αριστοκρατική, γίνονται εδώ τα κραυγαλέα διαπιστευτήρια ενός εορταστικού γεγονότος, μιας εορταστικής -σχεδόν αποκριάτικης- μεταμφίεσης.
Η μορφή αυτή της λαμπερά ντυμένης νέας γυναίκας είναι φορέας ή παρωδία ενός τραγικού μύθου;
Τι υποδύεται άραγε;
Η φαντασμαγορία του ενδύματος, η εκθαμβωτική συσχέτιση της πράσινης και κόκκινης χρωματικής ύλης δημιουργεί μεγάλη ένταση αντιθέσεων, ένταση ασύμβατη με τη φαινομενική εσωτερική γαλήνη του προσώπου. Οι εντάσεις της χρωματικής κλίμακας γεννούν μια αρνητική αντίστιξη με την αναστοχαστική εσωτερική εικόνα της γυναικείας μορφής και ηχούν παράταιρα και αποξενωμένα σε σχέση με τη διακριτική ευαισθησία του προσώπου.
Παρά την εορταστική μεταμφίεση και την υπερβολή της ενδυμασίας -και ίσως εξαιτίας αυτής- η νιότη δεν μοιάζει εδώ να ανθίζει. Είναι μια νιότη ντυμένη στην αρχέγονη αίγλη της λαμπερής πρόκλησης, με το βλέμμα όμως μιας ανήμπορης γυναίκας που αδυνατεί να υπερβεί τις κοινωνικές νόρμες και μόνο μέσα από τη φανταχτερή εξωτερική φορεσιά ίσως μπορέσει να συγκαλύψει έστω για λίγο τον μελαγχολικό μέσα εαυτό. Τρυφερή, διεισδυτική και σεβαστική στην ιερότητα του συγγενικού προσώπου, η Μαρία Ιγγλέση απαθανατίζει την αδελφή της -τον άλλο της εαυτό- με αγαπητική οξυδέρκεια και συναισθηματικό πλούτο. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα μεγάλης υπαρξιακής εγγύτητας η Μαρία Ιγγλέση καταθέτει εικαστικά την αλήθεια της τέχνης της και του κόσμου της, μιας τέχνης με βαθιά συναισθηματική πληρότητα και δόκιμο πλαστικό λόγο, μιας τέχνης που φωτίζει τις αγωνίες και τους αγώνες, τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις ανασφάλειες αλλά και τη δύναμη μιας νέας γυναίκας σε καιρούς οριακούς όπου το παλιό ζει και κυριαρχεί ακόμη, και το νέο παλεύει να φανεί.
Η ιδιαίτερη αυτή στιγμή στο έργο της Μαρίας Ιγγλέση αφήνει ανοιχτά και αναπάντητα πολλά ερωτήματα.
Είναι μια πολύτιμη εικαστική μαρτυρία για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στον δύσκολο δρόμο της γυναικείας χειραφέτησης αλλά και της ανδρικής απελευθέρωσης.
*Ομότιμος καθηγητής Ζωγραφικής, ΑΣΚΤ Αθηνών
