ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Βοϊκλής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανάμεσα στα εκατοντάδες βιβλία που κατακλύζουν καθημερινά τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και τις λογοτεχνικές σελίδες έντυπων και ηλεκτρονικών εφημερίδων και περιοδικών, ξεχωρίζουν κάποια που φωτίζουν σαν πυγολαμπίδες το σκοτεινό τοπίο του καιρού μας. Ενα από αυτά είναι το ιστορικό μυθιστόρημα της Πίτσας Σωτηράκου με τίτλο «Μανιές γιαγιές» (εκδόσεις PrintPack).

Θέμα του η κρίση και τα μνημόνια της προηγούμενης δεκαετίας. Οσο για την ιστορική του διάσταση, προκύπτει από τις εκτενείς αναφορές σε ένα εν πολλοίς άγνωστο έγκλημα εις βάρος της χώρας μας: τη μεταφορά από τους Γερμανούς, το 1916, του Δ’ Σώματος Στρατού από τη Θεσσαλονίκη σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην πόλη Γκέρλιτς της Γερμανίας όπου, οι Ελληνες αξιωματικοί και στρατιώτες που υπηρετούσαν σ’ αυτό κρατήθηκαν επί τρία χρόνια.

Του «Μανιές γιαγιές» έχουν προηγηθεί κι άλλα μυθιστορήματα της Πίστας Σωτηράκου με κοινωνικό περιεχόμενο που καταγράφουν, προφανώς, εμπειρίες και βιώματα από την υπηρεσία της συγγραφέως ως παιδιάτρου σε δημόσιες δομές υγείας.

Στο νέο της μυθιστόρημα, το κείμενο ρέει σαν ορμητικός χείμαρρος, σχεδόν χωρίς σημεία στίξης και χωρίς παραγράφους στο μεγαλύτερο μέρος του, καταγράφοντας όχι μόνο την ομιλία και τους διαλόγους της αφηγήτριας, αλλά και τη σκέψη της, με τις ταχύτατες εναλλαγές και τους συνειρμούς της.

Αυτά τα πέρα από τους γραμματικούς κανόνες αποσπάσματα του κειμένου της δεν έχουν καμιά σχέση με το σκοτεινό – μεταφυσικό περιεχόμενο αντίστοιχων κειμένων άλλων συγγραφέων. Από αυτά αναδύεται ένας ζωντανός ρεαλισμός που αναδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη σύνθετη και ρευστή διάσταση της κοινωνικής πραγματικότητας και της ζωής μας.

Συνδετικός ιστός ανάμεσα στο ιστορικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος και στα γεγονότα των δύο πρώτων δεκαετιών του 21ου αι. στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας είναι τα κοσμήματα – οικογενειακά κειμήλια που αναγκάζεται να εκποιήσει λόγω της κρίσης η λογοτεχνική ηρωίδα της. Η διαδικασία της εκποίησής τους από την ηλικιωμένη κυρία Χίλντα, που αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία αλλά και ευαισθησία τις οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, δίνει την ευκαιρία στη συγγραφέα να καταγγείλει στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου της τα παραμάγαζα αγοράς χρυσού, «τη μόνη ανθούσα επιχείρηση στην Ελλάδα αυτήν την εποχή». Τους «μαυραγορίτες της εποχής», όπως τους χαρακτηρίζει.

Η περιδιάβαση της Χίλντας στους δρόμους της Αθήνας δίνει την ευκαιρία στη συγγραφέα να αναφερθεί στις συγκεντρώσεις της πλατείας Συντάγματος: «εμπρός, πίσω τους, παντού πηγαδάκια, ομαδούλες: γηγενείς, μετανάστες, παρεπίδημοι, ιερωμένοι, εκπαιδευτικοί, εργάτες, φοιτητές, συνταξιούχοι. Ολα τα επαγγέλματα, όλες οι ηλικίες, άπαντα πλην των εξουσιαστικών τα κοινωνικά στρώματα και ρεύματα, ενταγμένα σε κόμματα ή ανένταχτοι, τα επίπεδα άπαντα ακρίτως. Με τα λάβαρα, τις σημαίες τους, άλλες κόκκινες, άλλες ροζ, άλλες γαλανόλευκες, σε κάποιους ανάμεικτες, με τα αιτήματά του ο καθείς. Ενας ιερέας φωνάζει με την ντουντούκα του: Σπάστε τα δεσμά της εξουσίας!».

Ακόμη ένας περίπατος της Χίλντας στο κέντρο της Αθήνας δίνει την ευκαιρία στη συγγραφέα να καταγράψει τη συμπεριφορά της αστυνομίας απέναντι στους διαδηλωτές: «Καθώς βρίσκονταν κοντά στην είσοδο του Μετρό, […] σαν να μην έφτανε το σκοτάδι και ο λιγοστός αέρας των διαδρόμων, τους έριξαν τόνους δακρυγόνων, χειροβομβίδων κρότου-λάμψης».

Αυτά για να μην ξεχνάμε από ποιο σκοτεινό τούνελ περάσαμε πριν από μια δεκαετία. Αρκετά ακόμη συμπτώματα από τις συνέπειες της κρίσης είναι διάσπαρτα στις σελίδες του βιβλίου.

Ο κεντρικός άξονας που το διατρέχει, ωστόσο, είναι η διαδρομή της οικογένειας της αφηγήτριας, που ξεκινάει το 1916 με τον έρωτα και τον γάμο του πατέρα της –νεαρού αξιωματικού τότε του Δ’ Σ.Σ. που τον αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί– και της Γερμανίδας μητέρας της, προεκτείνοντάς την όμως σε βάθος τεσσάρων γενιών, δηλαδή σχεδόν δύο αιώνων, με τις εκτενείς αναφορές στη Γερμανίδα μητέρα της, στη μητέρα της μητέρας της και στη γιαγιά της, καθώς και αντίστοιχα στη μητέρα και τη γιαγιά του πατέρα της. Δηλαδή στις γιαγιάδες και τις προγιαγιάδες της και από τους δύο κλάδους του γενεαλογικού της δέντρου. Απ’ αυτές τις αναφορές, προφανώς, πήρε τον τίτλο του το μυθιστόρημα.

Δεν μπορώ να γράψω περισσότερα για την ιστορική διάσταση του μυθιστορήματος. Είμαι βέβαιος πως όταν ξεκινήσετε να το διαβάζετε θα σας παρασύρει, όπως εμένα, ο χειμαρρώδης λόγος του και δεν θα πάρετε ανάσα μέχρι να φτάσετε στην τελευταία σελίδα του.

*Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]