Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι να απορεί κανείς πώς η γενοκτονία των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής έχει ειπωθεί ελάχιστα στον κινηματογράφο. To «Dances with Wolves» του Κέβιν Κόστνερ και το «The New World» του Τέρενς Μάλικ υιοθετούν μια συμπαθητική άποψη των Ινδιάνων από τη μεριά… συμπαθητικών λευκών, και οι δύο ταινίες επενδύοντας στον συναισθηματισμό. Αντίθετα, το τελευταίο αριστούργημα του Μάρτιν Σκορσέζε, που αδράχνει την προσοχή του θεατή για τρεισήμισι ώρες, χωρίς να τον αφήνει να πάρει ανάσα, στρέφει τον καθρέφτη όχι προς τα θύματα αλλά στους θύτες. Το έργο του «Killers of the Flower Moon», θέλει να αποδείξει –τρανά και αμετάκλητα– την ενοχή των λευκών αποίκων δολοφόνων.

Βασισμένη στο βραβευμένο βιβλίο του Ντέιβιντ Γκραν, η ταινία πραγματεύεται τις αληθινές δολοφονίες των Οσέιτζ (Osage) Ινδιάνων στην Οκλαχόμα τη δεκαετία του 1920, όταν οι λευκοί άποικοι της Δυτικής Αμερικής, γνωρίζοντας το πλούσιο σε πετρέλαιο έδαφος της περιοχής, εμπλέκονταν σε μια συστηματική απόπειρα γενοκτονίας των Οσέιτζ στους οποίους ανήκε η γη. Πρόκειται μάλλον για την πιο γενναία και μεγαλόπνοη προσπάθεια ώς τώρα να παρουσιαστεί το θέμα της γενοκτονίας των αυτόχθονων φυλών των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο, όπως περιγράφει ο Ντέιβιντ Σμιθ σε άρθρο του στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, οι τωρινές κοινότητες των Ινδιάνων εξέφρασαν τον δισταγμό τους όσον αφορά την αμείλικτη βία στην ταινία από την αρχή ώς το τέλος καθώς και το γεγονός ότι η ταινία είναι δοσμένη από την προοπτική των λευκών. Η κριτική των κοινοτήτων, πάντως, ισοφαρίζεται από την εκτίμησή τους για τους αυτόχθονες ηθοποιούς αλλά και για την τεράστια σημασία του έργου σαν ένα πρώτο βήμα προς την αναγνώριση της ενοχής και την ανάγκη επανόρθωσης

Ο ογδοντάχρονος σκηνοθέτης βάζει τους αγαπημένους του ηθοποιούς στους βασικούς ρόλους. Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο παίζει τον αδηφάγο επιχειρηματία Μπιλ Χέιλ που ονομάζεται χαϊδευτικά «Κινγκ». Αν και ο θεατής αντιλαμβάνεται από την αρχή ότι, έχοντας εξαπλώσει τα πλοκάμια της διαφθοράς σε όλη την πόλη, ο βασικός υπαίτιος της βίας είναι αυτός, ο Κινγκ, καθηλώνεται από τις ταλαντεύσεις του ανιψιού του, Ερνεστ Μπέρκχαρτ, τον οποίο παίζει ιδιοφυώς ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Ο ρόλος του τελευταίου είναι πολύπλοκος αφού από τη μία δεν το κρύβει διόλου πως είναι φιλοχρήματος, από την άλλη δίνει την εντύπωση ότι αγαπά πραγματικά την πανέμορφη Ινδιάνα γυναίκα του, Μόλι Κάιλ, την οποία υποδύεται υπέροχα η επίσης Ινδιάνα Λίλι Γκλαντστόουν. Η ειλικρινής αγάπη των δύο πρωταγωνιστών βρίσκεται στην «καρδιά» του δράματος και είναι αυτό που επιτρέπει την ανάπτυξη της ιστορίας «από μέσα προς τα έξω», όπως είπε ο Σκορσέζε σε πρόσφατη διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου. «Πρωτίστως», επεσήμανε, «αφηγούμαστε την ιστορία, όσο είναι δυνατόν, από το χαμηλότερο σημείο πάνω στη γη (ground level), εκεί όπου συναντιούνται οι Οσέιτζ με τους Ευρωπαιο-Αμερικανούς».

Ενώ, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το βιβλίο του Γκραν είναι γραμμένο από την πλευρά των απεσταλμένων του FBI, o σκηνοθέτης, με παρότρυνση του Ντι Κάπριο, έθεσε τους δύο ήρωες, τον Ερνεστ και τη Μόλι, στο προσκήνιο. «Αυτή η μετατόπιση του βάρους της ιστορίας φανέρωσε μια ολόκληρη, άλλη πτυχή της αλήθειας για τους Οσέιτζ, και ειδικότερα για τον ηρωισμό της Μόλι […] Νιώθω ευγνώμων για την ευκαιρία να συμμετάσχω στην αφήγηση του ξεχασμένου αυτού μέρους της αμερικανικής Ιστορίας», είπε ο Ντι Κάπριο.

Εφαρμόζοντας ποιητική άδεια ώς έναν βαθμό, ο σκηνοθέτης και οι δύο πρωταγωνιστές συμφώνησαν πως η βάση της σχέσης του ζεύγους ήταν η αγάπη. «Υπήρξαν πολλοί λευκοί άνδρες που παντρεύτηκαν Οσέιτζ γυναίκες τότε, οι οποίοι τις κακοποιούσαν φανερά, απαιτώντας απόλυτη υποταγή», τόνισε η Γκλαντστόουν. Σε αντίθεση, «ο Ερνεστ Μπέρκχαρτ έμαθε τη γλώσσα των Οσέιτζ έτσι ώστε να μπορεί να επικοινωνεί καλύτερα με τη Μόλι. Αγαπούσε τα παιδιά του… Εχουμε αποδείξεις για το γεγονός ότι επρόκειτο για μια πολύπλοκη σχέση αγάπης που όμως αμαυρώνεται από τη συνενοχή του Ερνεστ και την εθελοτυφλία της Μόλι».

Μόνο το πρόσωπο σαν φεγγάρι και το συγκλονιστικό βλέμμα της Γκλαντστόουν αρκούν για να θες να συνεχίσεις να βλέπεις και οι τρεις ώρες να σου φαίνονται λίγες. Εξάλλου μας πείθει απόλυτα ως Οσέιτζ, παρ’ όλο που η ίδια ανήκει σε άλλη φυλή, ενώ η γλώσσα των Οσέιτζ γι’ αυτήν ήταν μια ξένη γλώσσα. «Αυτό που ήταν υπέροχο», είπε, «ήταν ότι η ομάδα της παραγωγής έχτισε σχέσεις με την κοινότητα [των Οσέιτζ], έτσι ώστε όταν έφτασα στο πλατό, εκπρόσωποι της κοινότητας ήταν πρόθυμοι να με συμβουλεύσουν […] Δεν ήμουν ποτέ μόνη στο πλατό. Στην περίπτωση που δεν ήμουν σίγουρη για κάτι, παρευρίσκονταν όχι ένας αλλά πολλοί Οσέιτζ κοντά μου, έτοιμοι να βοηθήσουν. Δεν μιλάμε για μια έκθεση χειροτεχνημάτων όπου ο αγοραστής θέλει εγγύηση για την αυθεντικότητα ενός αντικειμένου… [Στην ταινία] η αυθεντικότητα μας επιτρέπει να αισθανθούμε και να αγαπήσουμε τους χαρακτήρες».

Αφού επαίνεσε τον Σκορσέζε για την προσοχή που έδωσε στην ορθότητα των απεικονίσεων του πολιτισμού των Οσέιτζ, η Γκλαντστόουν πρόσθεσε ότι ελπίζει «όλοι οι κινηματογραφιστές που δουλεύουν με κοινότητες και ιστορικά γεγονότα να είναι το ίδιο προσεκτικοί». Η ηθοποιός δεν ήταν άγνωστη, όμως λίγο πολύ υπάρχει διάχυτη μια γενική εντύπωση πως αυτή η ταινία την έφερε στο προσκήνιο της δημοσιότητας καθιστώντας την, φυσικά, φαβορί των Οσκαρ.

Αλλά και ο Τζέσι Πλέμονς, ερμηνεύοντας τον Τομ Γουάιτ, απεσταλμένο του νεοσύστατου FBI, εμφανίζεται στο δεύτερο τρίτο της ταινίας σαν άγγελος εξ ουρανού, πολυπόθητος εκπρόσωπος της δικαιοσύνης. «Οι περισσότερες συζητήσεις μας είχαν να κάνουν με τη θρησκεία και την πνευματικότητα», είπε ο Πλέμονς αναφερόμενος στην προετοιμασία του ρόλου του με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. «Αυτοί οι άνδρες ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη θρησκευτική φιλοσοφία, ωστόσο αυτό δεν αφορούσε τόσο τους άλλους όσο τη δική τους συμπεριφορά μέσα στον κόσμο».

Το έργο, επαναλαμβάνω, δεν κρατάει την προσοχή μας μόνο με το εξαιρετικό ταλέντο των ηθοποιών, τη θαυμάσια φωτογραφία του Μεξικανού Ροντρίγκο Πριέτο ή την άριστη σκηνοθεσία του Μάρτιν Σκορσέζε. Μάλιστα, ο μηχανισμός του σασπένς αναστέλλεται από το γεγονός ότι το σενάριο δεν κρύβει τους υπαίτιους. Δεν το κρύβει πως ο χαρακτήρας του Ντε Νίρο είναι ο αδίστακτος αρχηγός μιας σπείρας χρυσοθήρων που έχει εξαπολύσει εκστρατεία γενοκτονίας εναντίον των Οσέιτζ και ότι όλοι οι λευκοί γύρω του είναι πρόθυμοι να γίνουν αρωγοί, είτε για προσωπικό τους όφελος είτε από φόβο. Αυτό που ανυπομονούμε να μάθουμε είναι όχι ποιος είναι υπεύθυνος για τα εγκλήματα, αλλά πώς και πότε επιτέλους ο χαρακτήρας του Ντι Κάπριο θα συνειδητοποιήσει ότι ούτε η δική του οικογένεια είναι άτρωτη μες στην πλεκτάνη του θείου του. Πώς και πότε επιτέλους κάποιος θα δράσει υπέρ της δικαιοσύνης και κατά της διαφθοράς και του ψέματος. Και όταν, χάρη στη Μόλι, οι υπαίτιοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη, αναρωτιόμαστε αν η κοινωνία των πιο πολιτισμένων λευκών, αυτών της Δυτικής Ακτής, έχουν πραγματικά τη δύναμη να σπάσουν τον κλοιό του εγκλήματος.

Το έγκλημα αναβλύζει από τη βαθιά ριζωμένη και ταυτόχρονα λανθασμένη ιδέα ότι η λευκή φυλή είναι ανώτερη από αυτή των αυτοχθόνων. Το τελευταίο μέρος της ταινίας αποκαλύπτει αυτό ακριβώς: ότι η Δικαιοσύνη παραμένει ανίσχυρη μπροστά στην εγκατεστημένη διαφθορά της κοινωνίας, όσο μικρή κι αν είναι αυτή. Μελετώντας το βιβλίο τού Γκραν «αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε το νόημα της συνενοχής και της ευθύνης που όλοι φέρουμε στη ζωή», παραδέχτηκε ο σκηνοθέτης. Εξάλλου η ενοχή που ένιωθε ο Σκορσέζε ως Ευρωπαιο-Αμερικανός από την αρχή ώς το τέλος της διαδικασίας διοχετεύεται με αναπάντεχο τρόπο στον επίλογο της ταινίας, όπου ο ίδιος παίζει έναν τηλεπαρουσιαστή του ραδιοφώνου της εποχής, ο οποίος παρουσιάζει την ιστορία του Ερνεστ και της Μόλι σαν γουέστερν προορισμένο για μαζική κατανάλωση: «Μια ταινία ανήκει στον χώρο της διασκέδασης. Ομως η διασκέδαση αυτή βασίζεται σε αληθινές ζωές… ψυχές. Πρέπει να το θυμόμαστε αυτό για να διατηρείται μια ισορροπία… Ναι, μου άρεσαν τα παλιά γουέστερν, ναι, είμαι μέρος του συστήματος, ναι, είμαι Ευρωπαίος Αμερικανός και, ναι, είμαι συνένοχος».

Οι σκέψεις που μας προκαλεί το έργο μάς φέρνουν πιο κοντά σε μια άλλη εποχή… τη δική μας. Οπου μπροστά στα μάτια μας καταρρέει η αρχή του κράτους δικαίου. Οπου η αλήθεια, η δικαιοσύνη και ο νόμος θυσιάζονται ανελέητα στον βωμό του άκρατου καπιταλισμού, της μαζικής απληστίας και της απουσίας οποιουδήποτε ηθικού ενδοιασμού. Ο Σκορσέζε έχει πραγματευτεί το γενικότερο θέμα του οργανωμένου εγκλήματος στο παρελθόν – αρκεί να αναφέρουμε μόνο δύο από τις πρόσφατες ταινίες του, «The Irishman» και «Silence», αλλά ποτέ δεν μετέφερε μια τόσο ξεκάθαρη προειδοποίηση για την παρακμή του ανθρώπου όσο με την τελευταία. Πρόκειται για μια προειδοποίηση που δεν αφορά μόνο τους Ινδιάνους ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο είδος.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, το συνόψισε και ο Ντι Κάπριο: «Νομίζουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια παλιά ιστορία εκατό χρόνων. Ομως τα μέρη που είναι πλούσια σε πρώτες ύλες συνήθως ποτίζονται με αίμα, κάτι που συμβαίνει ακόμα, όχι μόνο στην Αμερική, αλλά σε όλο τον κόσμο».