Τον περασμένο Απρίλη ήρθε πολύ έντονα στην επικαιρότητα η βούληση της πολιτείας να ιδρύσει μια Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών. Να τονιστεί ότι αυτή η αναγγελία προέκυψε ύστερα από τις πολύ δυναμικές κινητοποιήσεις των κλαδικών καλλιτεχνικών σωματείων. Στη συνέχεια, όπως συμβαίνει συχνά στη χώρα μας, η συζήτηση ατόνησε και επανήλθε, κάπως αναιμικά, λίγο πριν από τις εκλογές. Το ζήτημα επανέρχεται μετεκλογικά, ύστερα από επερώτηση του βουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας, Διαμαντή Καραναστάση, η οποία αφορούσε τα προβλήματα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Ο υπουργός κ. Πιερρακάκης απαντά ανάμεσα σε άλλα: «Τέλος, επισημαίνεται πως το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού τελεί σε πλήρη γνώση των ζητημάτων που υφίστανται στον χώρο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα υπενθυμίζεται η εξαγγελία περί διαβάθμισης, αναβάθμισης και ανωτατοποίησης της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης». Στην ίδια απάντηση γίνεται εκτενής αναφορά στα Πανεπιστημιακά Τμήματα όπου θεραπεύονται γνωστικά αντικείμενα καλλιτεχνικών σπουδών.
Μια πρώτη παρατήρηση: δεν αναφέρεται πουθενά η θεραπεία του ελληνικού παραδοσιακού χορού, και μάλιστα ως βασικό γνωστικό αντικείμενο, αλλά και ως ειδίκευση, στις Σχολές Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού (ΣΕΦΑΑ). Φταίει το «παραδοσιακό»; ή το «χορός»; Μάλλον και τα δύο. Σοβαρό, θα μου πείτε, αλλά όχι το μείζον στη συγκεκριμένη απάντηση του υπουργείου. Το εμφατικά πρόδηλο είναι η σχεδόν παντελής απουσία του χορού από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα όλης της χώρας. «Αστεγος, πλάνης, νομάς» – έτσι χαρακτήριζε τον σύγχρονο χορό η αείμνηστη Μυρσίνη Ζορμπά στο διεισδυτικό της άρθρο στην «Εφ.Συν.» τον Νοέμβριο του 2022, όπου μιλούσε για την ανάγκη θεσμικής οργάνωσης του χορού (το άρθρο αναφερόταν μόνον στον σύγχρονο) και πρότεινε τη δημιουργία μιας Στέγης/Σπιτιού του Χορού. Κεντρική έννοια σ’ αυτό το άρθρο είναι αυτή της κοινότητας. Δεν προκύπτει άμεσα, αλλά η Ζορμπά δεν έχει στο μυαλό της μόνον την κοινότητα των ειδικών, αλλά τη δυνητική που μπορεί να χτίσει η ίδια η τέχνη του χορού. Ταυτίζομαι με το όραμά της, όπως η ίδια το περιγράφει: «Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της συνεργασίας, μέσα από μια πολιτισμική πολιτική που θα αφορά όχι τους λίγους και εκλεκτούς αλλά όλους, με άξονες τη διαφορετικότητα, τη συμπερίληψη, τη συμμετοχικότητα και τη βιωματική προσέγγιση, μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα πολιτισμικής αναγέννησης των πόλεων στη χώρα». Τολμώ να διαφοροποιηθώ σε ένα σημείο. Δεν είμαι πεπεισμένος (αλλά είμαι εδώ για να μεταπειστώ) ότι η ίδρυση Στέγης/Σπιτιού ή Ανώτατης Σχολής Παρατατικών Τεχνών θα επιλύσει το πρόβλημα.
Προσωπικά, θα προτιμούσα ένα Αυτόνομο Τμήμα Χορού. Ισότιμο, ίσως μέρος μιας σχολής, αλλά αυτόνομο. Κι αυτό γιατί, για πολλούς λόγους, είναι η πλέον ανυπόληπτη τέχνη. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα προηγούμενα εγχειρήματα κατέληξαν στον «στραγγαλισμό» του χορού. Δηλαδή, ο χορός θα αποκτούσε ακαδημαϊκή υπόσταση μόνον ως παραπληρωματική μιας άλλης, πιο σημαντικής τέχνης (π.χ. θέατρο). Δεν θέλω να είμαι αρνητικός, αλλά η ευθεία αναφορά στην καλλιτεχνικότητα μας βάζει σε σκέψεις. Θα είναι αυτοχειρία να εμπλακούμε σε παρωχημένους συγκρουσιακούς διπολισμούς της μορφής: high art-low art, θεωρία-πράξη, studio/dance floor-αμφιθέατρο, performer-non performer, καλλιτέχνης/μη καλλιτέχνης κ.ο.κ. Μοιραία, αυτό μπορεί να οδηγήσει και σε ειδολογικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς. Για παράδειγμα τι θα γίνει με τον παραδοσιακό χορό, ο οποίος σχετικά πολύ πρόσφατα μετασχηματίστηκε σε υβριδικό θεατρικό είδος; Για να προεκτείνω τη σκέψη μου: το γεγονός ότι ο παραδοσιακός χορός θεραπεύεται και σε άλλο ακαδημαϊκό πλαίσιο δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για τον αποκλεισμό του παραδοσιακού χορού από τη θρυλούμενη νέα σχολή. Υπάρχει χώρος για όλους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία εγγυάται την επιλογή της φυσιογνωμίας της κάθε δομής. Ευκαιρία για εξωστρέφεια και συνέργειες. Οι αγκυλώσεις σε «κεκτημένα» και η ιδιοκτησιακή σχέση με τον χορό ποτέ δεν βοήθησαν. Το αντίθετο, μάλιστα. Τώρα: για το κυρίαρχο ερώτημα της στοχοθεσίας της νέας σχολής πολλά μπορούμε να πούμε. Σίγουρα χρειάζεται διάλογος, όπου θα ληφθεί υπόψη η όποια ιδιαιτερότητα του ελληνικού παραδείγματος, αλλά και η ανάλογη διεθνής ακαδημαϊκή εμπειρία και πρακτική. Ούτε εσωστρέφεια, ούτε ακαδημαϊκός επαρχιωτισμός. Για τους στόχους (πολύ συνοπτικά) η νέα σχολή θα πρέπει να εστιάσει:
1. Τι κάνει/προκαλεί/δύναται να κάνει ο χορός. Οχι μόνον πώς μοιάζει.
Εγραψα πρόσφατα: «Ο χορός είναι σαν το νερό: δεν μπορείς να το αγγίξεις, σου φεύγει από τα χέρια, αλλά με τη μοναδική δύναμη να σε “ξεδιψά”. Το ότι μπαίνει στο “ποτήρι” δεν σημαίνει ότι παίρνει και ένα συγκεκριμένο σχήμα. Το “σχήμα” του ξεπερνά την οποιαδήποτε πολιτική/διδακτική και χορευτική ορθότητα».
2. Ως τέχνη, ως επιστήμη και ως πολιτισμική μορφή, γέννημα και διαδικασία των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών.
3. Ουσιαστική, οργανική και λειτουργική σύζευξη πράξης και θεωρίας.
4. Πολυεπίπεδη εκπαίδευση για/σε επαγγελματίες: performers, καλλιτέχνες, θεωρητικούς, κριτικούς και αυτό που είναι επιβεβλημένο σήμερα: επιμελητές χορού (dance curators). Ο χορός είναι δουλειά, όχι απλά πάρεργο, χόμπι και πολυτέλεια.
5. Διαρκής συνομιλία του δημόσιου πανεπιστημίου με τους επαγγελματίες του χορού.
6. Ο χορός ως δώρο και αντίδωρο στις διαφορετικές κοινότητές του (πρακτικής, συμφερόντων, ακροατήρια/θεατές, χρηστών, ειδικών/μη ειδικών).
7. Ο χορός στη δημόσια σφαίρα ως «κοινό», το οποίο θα συμβάλει στην ανάπτυξη και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της αισθητικής, της ενσυναίσθησης, στη δημοκρατικότητα, την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα. Να συμπληρώσω ότι, πέρα από τα προφανή, αντιλαμβάνομαι τον όρο «δημόσια σφαίρα» ως οποιοδήποτε πεδίο της κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας, όπου ο χορός δύναται να παρέμβει καταλυτικά (τυπική/άτυπη/μη τυπική εκπαίδευση, ειδική αγωγή, φυλακές, πάσης φύσεως ιδρύματα, θεραπευτικές κοινότητες, ΚΑΠΗ, δομές μεταναστών, προσφύγων κ.ο.κ).
Η πανεπιστημιακή και η καλλιτεχνική κοινότητα θεωρώ ότι επιθυμεί διακαώς να συμβάλει σε έναν μη προσχηματικό και ειλικρινή διάλογο. Να μη χαθεί ακόμη μια ευκαιρία και συνεχίσουμε να παριστάνουμε τις μοιρολογίστρες μιας «αόρατης», «αν-άξιας», και «ά-τιμης» επιστήμης και τέχνης.
