Αυτό δεν είναι ένα ρεπορτάζ, ούτε επικήδειο κείμενο. Γενικά το έχω με τους νεκρούς, «τυχαίνει» και γράφω εγώ συνήθως στα έντυπα στα οποία εργάζομαι, «τυχαίνει» και να τους ξέρω, τους πιο κάπως γνωστούς έστω, αυτούς που ονομάζουμε «δημόσια πρόσωπα». Ωστόσο αυτό δεν είναι ένα τέτοιο κείμενο. Είναι όμως ένα άρθρο για τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.
Η φράση «δημόσια πρόσωπα» είναι λανθασμένη ως προς την κατανόησή της. Συνήθως εννοούμε πως κάποιος άνθρωπος είναι αναγνωρίσιμος. Κάτι μας λέει η φάτσα του, κάπου τον έχουμε δει και ξαναδεί και αυτό συμβαίνει δίχως να τον γνωρίζουμε προσωπικά. Είναι δηλαδή ένα πρόσωπο (κυριολεκτικά) για το οποίο κάτι ξέρουμε (ελάχιστα ή περισσότερα), αλλά δεν το γνωρίζουμε πραγματικά. Δεν το έχουμε ζήσει, δεν ξέρουμε τις συνήθειες ή τα προσωπικά του βιώματα, πώς ένιωσε την τάδε ή τη δείνα στιγμή, πώς άκουσε μια συγκεκριμένη μουσική, πώς ερωτεύτηκε, τι πραγματικά του αρέσει και γιατί, τι όχι. Δημόσιο, λοιπόν, είναι συνήθως ένα πρόσωπο κατ’ ουσίαν απρόσωπο και έγκειται στις δικές του ποιότητες πόσο τελικά προσωπικά θα λάβουμε τη ζωή και τη δράση του.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο μέγιστος αυτός των ηθοποιών, ο σπουδαίος θεατράνθρωπος, που «έφυγε» από τη θνητή ζωή πριν από λίγες ημέρες, ήταν πράγματι ένα δημόσιο πρόσωπο. Ξέραμε κάποια πράγματα από το δημόσιο βιογραφικό του και ακόμη κι όταν πέθανε, οι δημοσιογράφοι έκαναν οι ίδιοι την επιλογή τι από αυτά θα γράψουν και τι όχι. Σε τι θα δώσουν έμφαση και σε τι όχι – από τα όσα ήξεραν βέβαια.
Προσωπικά, τόσο τη στάση του στον δημόσιο χώρο (γιατί και το να παίζεις στο θέατρο αυτό είναι: στάση ζωής) όσο και τις ερμηνείες του στο θέατρο τις πήρα προσωπικά από νωρίς. Γύρω στα δέκα μου ήταν ίσως η πρώτη φορά που πήγα στο Εθνικό Θέατρο, με τη μητέρα μου. Η παράσταση ήταν «Ο ρινόκερος» του Ιονέσκο. Ενα έργο που θα καθόριζε με έναν εντελώς ασυνείδητο τρόπο τη μετέπειτα πορεία μου, καθώς στηλιτεύει τους μηχανισμούς της προπαγάνδας, φανερώνει και σωματοποιεί το πώς το κυρίαρχο αφήγημα μπορεί να επιδράσει πάνω στην κοινωνία και σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, δείχνει τη μεταμόρφωση του ατόμου σε ένα αποκτηνωμένο πλάσμα που χειραγωγείται καθώς και την ευθύνη που φέρει το ίδιο γι’ αυτή την αποκτήνωση.
Τότε δεν γνώριζα τίποτα περί «θεάτρου του παραλόγου» και σχεδόν τίποτα για τον Ρουμάνο συγγραφέα. Θυμάμαι μόνο πως τη μέρα που πέθανε και ενώ ήμουν ακόμη στη Β’ Δημοτικού, ο νεαρός και αριστερός δάσκαλος που είχαμε τότε (κ. Μάριος Μιχαηλίδης) μας είχε μιλήσει για έναν συγγραφέα που τόλμησε να καταδείξει την ασημαντότητα του ανθρώπου, μέσα στο μεγαλείο της μοναξιάς του. Ναι, έτσι ακριβώς μας μιλούσε ο δάσκαλός μας κι ας ήμασταν νιάνιαρα: ως νιάνιαρα δεν μας μίλησε ποτέ. Τρία χρόνια μετά είδα τον «Ρινόκερο» στο Εθνικό. Θυμάμαι μια τεράστια αίθουσα (τόσο μικρή ήμουν…), με μια σκηνή που φαινόταν στάδιο. Αλλά αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ποτέ όμως, είναι ο Γιώργος Μοσχίδης, μόνο με το σώμα του (μόνο!) να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μου σε ρινόκερο! Και το βλέμμα του Μιχαλακόπουλου, ο οποίος πάσχιζε να παραμείνει άνθρωπος. Σαν να τους έχω μπροστά μου.
Δεν ήταν ο «ποιητής Φανφάρας» ο Γ. Μιχαλακόπουλος. Δεν ήταν καν μόνο ο μεγαλειώδης ηθοποιός του Ιονέσκο, του Αριστοφάνη, του Τσέχοφ, του Μίλερ, του Ντοστογιέφσκι, του Καμπανέλλη, του Μουρσελά… Ηταν η απόδειξη στα μάτια ενός μικρού παιδιού τού πώς μπορούμε να παραμείνουμε άνθρωποι και αυτό δίπλα στον καλύτερό του φίλο, που δεν τα κατάφερε και μεταμορφώθηκε σε άγριο ζώο. Πιο πριν, ήταν ακριβώς το ίδιο: η βιωμένη αντίσταση, όταν επί χούντας στα Θέατρα ΟΡΒΟ και ΑΛΦΑ (1970-1973), στο «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» των Στέφανου Ληναίου – Ελλης Φωτίου, έπαιξε σε πρώτους ρόλους και σε έργα σημαντικά («Οιδίποδας», «Καληνύχτα Μαργαρίτα», Επικίνδυνο φορτίο», «Οι κλειδοκράτορες», «Βίβα Ασπασία» κ.ά.). Εργα πολυσήμαντα που απαγορεύτηκαν όλα από τη δικτατορία, «διά λόγους γενικωτέρας φύσεως» όπως είχε πει ο τότε υπουργός Σπύρος Ζουρνατζής (24.11.1973). Κανείς δεν τα θυμήθηκε αυτά… Ευτυχώς έχουν καταγραφεί από την Ιστορία, όσο κι αν δεν θέλουμε να τα λέμε σήμερα ή δεν τα ξέρουμε (για πολύ συγκεκριμένους λόγους επίσης – όλοι πολιτικής φύσεως).
«Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημο πράγμα ο άνθρωπος. Και δεν είμαι και από τους πιο ωραίους… Εμένα δεν θα με παρασύρετε. Οχι! Ποτέ! Τ’ ακούσατε; Ποτέ! (απευθύνεται προς όλα τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω… Οχι, δεν θα σας ακολουθήσω, δεν σας καταλαβαίνω!
Εγώ θα μείνω αυτό που είμαι! Εγώ είμαι άνθρωπος! Ανθρωπος!
Ασχημος που είμαι!… Αλίμονο σε αυτόν που θέλει να διατηρήσει την ιδιομορφία του… Ε, λοιπόν, τόσο το χειρότερο! Θα αμυνθώ κόντρα σε όλον τον κόσμο. Κόντρα σε όλον τον κόσμο, θα υπερασπίσω τον εαυτό μου, κόντρα σε όλον τον κόσμο θα αμυνθώ! Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και θα μείνω άνθρωπος ώς το τέλος. Δεν συνθηκολογώ. Οχι, δεν θα συνθηκολογήσω!». Τάδε έφη ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ως ο τελευταίος άνθρωπος επί σκηνής, που τέτοιος έμεινε επί ζωής και θανάτου.
-980x552.jpg)