Αθήνα, 31°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
31°C
31.3° 29.5°
4 BF
35%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
30°C
31.6° 27.4°
1 BF
55%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
31°C
31.6° 29.9°
3 BF
41%
Ιωάννινα
Αίθριος καιρός
24°C
23.9° 23.9°
1 BF
69%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
27°C
26.9° 26.9°
3 BF
50%
Βέροια
Αίθριος καιρός
27°C
29.0° 26.8°
2 BF
62%
Κοζάνη
Αίθριος καιρός
25°C
25.4° 23.4°
2 BF
38%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
33°C
32.6° 32.6°
1 BF
31%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
28°C
29.7° 27.7°
4 BF
51%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
27°C
27.3° 26.9°
4 BF
47%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
27°C
27.3° 24.8°
5 BF
37%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
27°C
26.7° 26.2°
2 BF
61%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
29°C
30.9° 28.9°
0 BF
61%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
29°C
28.9° 27.9°
0 BF
42%
Λαμία
Αίθριος καιρός
29°C
29.9° 28.0°
1 BF
42%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
27°C
32.7° 26.8°
2 BF
66%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
30°C
31.4° 29.7°
3 BF
26%
Καβάλα
Αίθριος καιρός
28°C
27.7° 26.3°
2 BF
61%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
28°C
27.8° 25.7°
2 BF
70%
Καστοριά
Αίθριος καιρός
25°C
25.3° 25.3°
1 BF
53%
ΜΕΝΟΥ
Πέμπτη, 20 Ιουνίου, 2024
mixalis aggelopoylos
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ο Μανώλης Αγγελόπουλος στη μεγάλη συναυλία που διοργάνωσε το «ντέφι» το 1983 στον Λυκαβηττό
Αφιέρωμα: Οι Ρομά και η Τέχνη

Στους Τσιγγάνους λέμε ναι!

Ο Στέλιος Ελληνιάδης επισημαίνει πόσο πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των Τσιγγάνων στη διαμόρφωση του ήχου της λαϊκής μουσικής και στη διάσωση του δημοτικού τραγουδιού, αλλά και πόσες δυσκολίες συνάντησε το περιοδικό «ντέφι», αρχές δεκαετίας του ΄80, από τους επικριτές της λαϊκής μουσικής και όσους ξιφουλκούσαν -ανάμεσά τους ο Γιώργος Λιάνης και ο Μίκης Θεοδωράκης- ενάντια στον «αρχιγύφτο Αγγελόπουλο» και στην «τουρκοδημοτικογυφτομανία».

Όταν βγάλαμε το «ντέφι» το 1982 με σκοπό να υποστηρίξουμε με τις δράσεις και τις απόψεις μας το λαϊκό -εν ευρεία εννοία- τραγούδι το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές, αλλά εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται ως παρακατιανό από μεγάλη μερίδα δημοσιογράφων, πολιτικών, εκπαιδευτικών, εν γένει ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, μουσικών της λεγόμενης σοβαρής ή έντεχνης μουσικής συμπεριλαμβανομένων, ξέραμε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις και ότι -ακολουθώντας την προσφιλή τους τακτική- οι επικριτές της λαϊκής κουλτούρας θα επέλεγαν τα σημεία που θεωρούν ως τα πιο αδύνατα της για να εξαπολύσουν τις βολές τους. Αυτό που δεν μπορούσε να υπολογιστεί ήταν ότι θα πολλαπλασίαζαν τις επιθέσεις τους εξοργισμένοι από την απήχηση που είχαν -ιδίως στη νεολαία- το περιοδικό και οι συναυλίες στο Λυκαβηττό.

Ο χαρακτηρισμός «τουρκογύφτικο» συνόψιζε τις κριτικές εναντίον μας και εναντίον των καλλιτεχνών που συμμετείχαν.  Αφενός γιατί τα λαϊκά τραγούδια έχουν άρωμα της Ανατολής και αφετέρου γιατί ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές στη σκηνή και στις σελίδες του περιοδικού ήταν Τσιγγάνοι, κάτι που συνιστούσε διπλή ασυγχώρητη αμαρτία! Επιπόλαια, άνθρωποι εγγράμματοι μέμφονταν με τους πιο απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς καλλιτέχνες του διαμετρήματος Γιάννη Βασιλόπουλου, Αριστείδη Μόσχου, Λευτέρη Ζέρβα, Τάκη Σούκα, Ελένης Βιτάλη, Μανώλη Αγγελόπουλου, Γρηγόρη Καψάλη, Τάκη Χαρισιάδη, Μάνθου Σταυρόπουλου-Χαλκιά κ.ά.. Κριτική η οποία υπερέβη κάθε όριο ευπρέπειας διολισθαίνοντας στο έλος των φυλετικών διακρίσεων. Τα «Νέα» που είχαν μεγάλη κυκλοφορία και ασκούσαν ισχυρή επιρροή στα πολιτικά και πολιτιστικά πράγματα, βγήκαν με πεντάστηλο τίτλο «Ο γύφτος στο Λυκαβηττό»! Και μπορεί ο Γιώργος Λιάνης να ζήτησε έκτοτε πολλές φορές συγγνώμη για το ατόπημά του, αλλά το δηλητηριώδες άρθρο του για τον «αρχιγύφτο Αγγελόπουλο» ήταν η πιο ωμή έκφραση μιας νοοτροπίας που κυριαρχούσε στα ανώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα και εκδηλωνόταν όταν εύρισκε την ευκαιρία.

Όχι μόνο δεν απολύθηκε, αλλά έγινε και υπουργός! Ακόμα κι ο Μίκης Θεοδωράκης εκχυδαΐζει με ρατσιστική υφή την πολεμική του κατηγορώντας το «ντέφι» για «τουρκοδημοτικογυφτομανία» και τον Βασίλη Βασιλικό, που επέτρεψε ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής της ΕΡΤ την τηλεοπτική μετάδοση των συναυλιών με Τσιγγάνους, αλλά και με Χαρούλα Αλεξίου, Νίκο Παπάζογλου, Γλυκερία, Γαβαλά, Μητροπάνο, Σάββα Σιάτρα, Οπισθοδρομική, Ρεμπέτικη και Αθηναϊκή Κομπανία, Μπάμπη Γκολέ και τους άλλους που τραγουδώντας ρεμπέτικα, λαϊκά και δημοτικά μετέβαλαν τον Λυκαβηττό σε «τουρκοδημοτικογύφτικο σκυλάδικο προς δόξαν και αγαλλίασιν εκατομμυρίων τηλεθεατών»! Εάν αυτή είναι η αντίληψη γνωστών δημοσιογράφων και καταξιωμένων καλλιτεχνών στη δεκαετία του 1980, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς κάτω από ποιες συνθήκες εργάζονταν και δημιουργούσαν οι Τσιγγάνοι στις δεκαετίες που προηγήθηκαν, την εποχή που το κλαρίνο ήταν απαγορευμένο στην Αθήνα! Πώς οι «πολιτισμένοι» χρησιμοποιούσαν περιφρονητικά τον χαρακτηρισμό «γύφτος» για τους Τσιγγάνους γενικότερα και για τους μουσικούς ειδικότερα.

Παρεμπιπτόντως, αυτό εξηγεί γιατί μερικοί γνωστοί καλλιτέχνες απέφυγαν να παραδεχτούν ότι είναι Τσιγγάνοι. Ίσως μόνο ο Κώστας Χατζής να έτυχε καλύτερης μεταχείρισης αν και δεν αρνήθηκε τη φυλή του και την υπερασπίστηκε εξ αρχής με το συγκλονιστικό του τραγούδι «Οι γύφτοι καρφώσαν τα καρφιά» που καταγγέλλει την υποκρισία και τη μεροληψία των «λευκών» συμπολιτών του. Μπορεί και να εξασφάλισε την ανοχή όχι μόνο με το ταλέντο του αλλά και επειδή τραγουδούσε Θεοδωράκη και Χατζιδάκι στις μπουάτ που σύχναζαν διανοούμενοι και καλλιεργημένοι θαμώνες.

Στην Αμερική

Στους Τσιγγάνους μουσικούς χρωστάμε ως επί το πλείστον, σύμφωνα με τους εγκυρότερους μουσικολόγους, μεταξύ των οποίων οι Σαμουέλ Μπο-Μποβί, Φοίβος Ανωγειαννάκης, Δέσποινα Μαζαράκη και Μάρκος Δραγούμης, τη διάσωση, ανανέωση, εμπλουτισμό και διάδοση του δημοτικού τραγουδιού στη διάρκεια μιας μεγάλης περιόδου που κάθε τι έξω από τις δυτικές φόρμες θεωρείτο κατώτερης ποιότητας και ανάξιο λόγου. Κι αυτοί οι μουσικοί που, μεταξύ άλλων καινοτομιών, ενσωμάτωσαν αρμονικά το κλαρίνο στο δημοτικό τραγούδι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση όλων των βασικών ρευμάτων της ελληνικής λαϊκής μουσικής, ποσοτικά και ποιοτικά, από το παραδοσιακό ως το λαϊκό και το έντεχνο, ανοίγοντας δρόμους και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση του ύφους και του στυλ της μουσικής, των τραγουδιών και του χορού.

Στη μεταπολεμική περίοδο, προερχόμενοι κυρίως από την εγκαταλειμμένη επαρχία, πολλοί Tσιγγάνοι μουσικοί ακολούθησαν τα μεταναστευτικά ρεύματα και κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια άλλη φουρνιά είχε διαπρέψει στην Αμερική στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Εκεί υπηρέτησαν τους Έλληνες μετανάστες που είχαν βασικά αγροτική προέλευση και συνέβαλαν στη διατήρηση της ταυτότητάς τους. Ορισμένοι βιρτουόζοι έπεσαν στην αντίληψη μουσικών της τζαζ που εντυπωσιάστηκαν από τη δεξιοτεχνία και το πολυδιάστατο ύφος τους.

Μέσα στο ατσαλάκωτο κοστούμι, τα λουστρίνια παπούτσια, το άσπρο πουκάμισο με το παπιγιόν και το αμερικάνικο όνομα, τίποτα δεν άλλαξε στην ψυχή, την καταγωγή και το ταλέντο του Κώστα Γκαντίνη από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας, κι ας έγινε ο πιο διάσημος Έλληνας μουσικός πέρα από την ελληνική κοινότητα της Αμερικής, χάρη στις γνώσεις και την ικανότητά του να παίζει με την ίδια άνεση και αυθεντικότητα πολίτικα ζεϊμπέκικα, ηπειρώτικα μοιρολόγια, καραγκούνικα συρτά, ρουμάνικες πόλκες και τσιγγάνικα χασάπικα. Ο Κώστας ή Gus ή Charly δεν ήταν ο μόνος σπουδαίος Έλληνας μουσικός που βρέθηκε στην Αμερική για να ξεφύγει από τη φτώχεια που ήταν καθεστώς στο βασίλειο της Ελλάδας. Ο Τάσος Χαλκιάς, πατέρας του Λάκη Χαλκιά, της οικογένειας με τους 27 μουσικούς!, ο Βασίλης Σαλέας, μέλος της αντίστοιχης μεγάλης οικογένειας μουσικών, ο Πετρολούκας Χαλκιάς και ο Λευτέρης Ζέρβας, επίσης από μουσικές οικογένειες, ευτυχώς γύρισαν στην Ελλάδα και άσκησαν μεγάλη επιρροή στην μεταπολεμική άνθηση της λαϊκής μουσικής μαζί με πολλούς άλλους από οικογένειες μουσικών.

Οικογένειες μουσικών

Οι Σουκαίοι είναι μια τέτοια οικογένεια με εξαίρετους μουσικούς. Από την «κουμπανία Αδερφοί Σούκα» το 1955 στην Άρτα και το Αγρίνιο, με τον Βασίλη και τον Βαγγέλη κλαρίνο, τον Φώτη και τον Ηλία βιολί, τον Κώστα και τον Γιώργο κιθάρα και τον Στάθη ακορντεόν, ο Τάκης Σούκας έμελλε να παίξει σαντούρι και ακορντεόν σε σχήματα και σε αμέτρητες ηχογραφήσεις με Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Διονυσίου, Βοσκόπουλο και Πάριο, Καίτη Γκρέυ, Σεβάς Χανούμ, Πόλυ Πάνου, Μαίρη Λίντα, Γιώτα Λύδια, Χαρούλα Λαμπράκη, Λίτσα Διαμάντη, Μαρινέλλα κ.ά. σε συνθέσεις Καλδάρα, Χιώτη, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου κ.λπ. και είναι ο συνθέτης τεράστιων επιτυχιών, όπως «Μια ζωή μέσα στους δρόμους» (στίχοι Βασίλη Παπαδόπουλου) που τραγούδησε η Αλεξίου, «Βάρα μου το ντέφι» (Ν. Λουκά) με τη Βιτάλη, οκτώ εξαιρετικά τραγούδια στο δίσκο του Καζαντζίδη «Ελεύθερος»
και πάρα πολλά άλλα.

Κι ο ξάδελφος του κλαρινίστας Βασίλης Σούκας έπαιξε δισκογραφικά σε χιλιάδες δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, ηχογράφησε δικές του συνθέσεις, άνοιξε κέντρο διασκέδασης και απέδωσε, σε άλλο μήκος κύματος αλλά με την ίδια φινέτσα, τη «Λυρική σουίτα» και τις «Διπλοχρωμίες» του συνθέτη σύγχρονης μουσικής Κυριάκου Σφέτσα. Από τους πιο ενεργούς είναι και ο Αριστείδης Μόσχος, ο γιος του Φουσκομπούκα, που διακρίθηκε στο σαντούρι, έπαιξε σε χιλιάδες ηχογραφήσεις δημοτικών, λαϊκών και έντεχνων λαϊκών τραγουδιών, έγραψε πρωτότυπα κομμάτια, λάνσαρε τον ύμνο «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία», διαμόρφωσε τον ήχο στα «Σμυρνέικα» που τραγούδησε η Γλυκερία επαναφέροντας στο προσκήνιο τον πλούτο της Σμύρνης, συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με το Λύκειο Ελληνίδων και τον Γιάννη Μαρκόπουλο και ίδρυσε τη Λαϊκή Σχολή Παραδοσιακής Μουσικής στην περιοχή του Αρχαιολογικού Μουσείου μαθαίνοντας στα νέα παιδιά τα μυστικά της ελληνικής μουσικής.

Το βιογραφικό του στην Wikipedia τον αδικεί κατάφωρα. Ο νεότερος Βασίλης Σαλέας, που κράτησε το θρυλικό όνομα του θείου του, διακρίθηκε σε ένα πολύ μεγάλο φάσμα μουσικής, ξεκινώντας από τα πανηγύρια στα οποία ζυμώθηκε, πέρασε με ευκολία στο χώρο της λαϊκής και της έντεχνης λαϊκής μουσικής εκτελώντας έργα του Διονύση Σαββόπουλου, του Σταμάτη Σπανουδάκη και του Βαγγέλη Παπαθανασίου με μεγάλη ανταπόκριση. Στο ηχογραφημένο ρεπερτόριο του περιλαμβάνονται βυζαντινοί ύμνοι και μουσικά κομμάτια για τον κινηματογράφο όπως τα «Πέτρινα χρόνια» του Σπανουδάκη για την ομώνυμη ταινία του Παντελή Βούλγαρη.

Επίσης, συνέβαλε στην ενδυνάμωση του λαϊκοδημοτικού είδους, το οποίο στήριζαν τα πιο βαριά ονόματα των Τσιγγάνων μουσικών, με τις ζωντανές εμφανίσεις του ως σολίστας σε κέντρα διασκέδασης και με τραγούδια τα οποία συνέθετε ή διασκεύαζε, όπως το τραγούδι «Να΄χαν οι καρδιές αμπάρες», σε στίχους του Ανδρέα Σπυρόπουλου, που έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας του 1980. Ο Σαλέας το πρωί ηχογραφούσε στο στούντιο το «Ω γλυκύ μου έαρ» μαζί με τον Λευτέρη Ζέρβα και το βράδυ αμφότεροι έπαιζαν με τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο στις «Αμπάρες»! Οι αποστάσεις από την παραδοσιακή «Ιτιά» στο «Ας κρατήσουν οι χοροί» του Σαββόπουλου και από εκεί στο «Άξιον Εστί» μπορεί να είναι μεγάλες, αλλά δεν είναι καθόλου απροσπέλαστες για τέτοιας ποιότητας μουσικούς.

Ο Γιάννης Βασιλόπουλος, ο οποίος κατά κοινή ομολογία θεωρείται ο πιο άξιος για τον τίτλο του «Χρυσού Κλαρίνου» με τον οποίο προσφωνούνται οι κορυφαίοι κλαριτζήδες, ξεκίνησε με τον Γιώργο Παπασιδέρη, ένα δημοτικό τραγουδιστή αναφοράς, αλλά έπαιζε ταυτόχρονα σε τραγούδια όπως το «Αγριολούλουδο» που ηχογραφούσε σε δίσκους ο Καζαντζίδης, καθώς και, από το 1964, σε τραγούδια και μουσικές του Ξαρχάκου, «Η Ελλάδα της Μελίνας», που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έκτοτε, έγραψε λαϊκοδημοτικά τραγούδια και συμμετείχε σε πολλά καλλιτεχνικά σχήματα με θαυμάσιους ερμηνευτές του δημοτικού τραγουδιού όπως ο Τάκης Καρναβάς, η Τασία Βέρρα και ο Γιάννης Κωνσταντίνου, αλλά και του λαϊκού όπως η Αλεξίου, η Γλυκερία και η Βιτάλη. Για τις εκδόσεις «ντέφι» ηχογραφήσαμε αυτοσχεδιασμούς του Βασιλόπουλου και βυζαντινούς ύμνους με κλαρίνο. Η οικογένεια Ζούμπα, οι Λαβιδαίοι, ο Γιώργος Μάγκας, ο Πέτρος Καλύβας, ο Μάκης Μπέκος, ο Θανάσης Χάρος, ο Κώστας Αριστόπουλος και εκατοντάδες άλλοι Τσιγγάνοι μουσικοί, γνωστοί και άγνωστοι, συμπληρώνουν αυτό το θείο δώρο στην ελληνική μουσική!

Πολιτιστικό κράμα

Αξιοσημείωτο είναι ότι εκτός από τη συμβολή τους στη διαμόρφωση του δημοτικού, λαϊκού και έντεχνου τραγουδιού, οι τσιγγάνοι έπιασαν τον κρυφό σφυγμό της εσωτερικής μετανάστευσης, την πολιτισμική μετάλλαξη του αγρότη σε κάτοικο των αστικών κέντρων. Εκατομμυρίων ανθρώπων που ήταν αναγκασμένοι να συγχωνεύσουν ή να βιώνουν παράλληλα δύο διαφορετικές κουλτούρες. Στη μουσική του έκφραση, αποκαλέσαμε αυτό το φαινόμενο λαϊκοδημοτικό τραγούδι, το οποίο είναι δύσπεπτο για τους γεννημένους στην πόλη, ένα ιδίωμα που προέκυψε κυρίως από τη σύμπραξη Τσιγγάνων (Κώστας Σούκας, Λευτέρης Ζέρβας, Μάκης Χριστοδουλόπουλος κ.λπ.) και Αρβανιτών (Κώστας Σκαφίδας, Βάσω Χατζή κ.ά.). Τραγούδια που μέχρι σήμερα καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου των πανηγυριών στην ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά και στα μαγαζιά. Επίσης, τραγουδιστές όπως οι Ζαφείρης Μελάς, Πάολα, Στάθης Αγγελόπουλος, Βασίλης Παϊτέρης κ.ά. ανήκουν στην ευρύτερη άτυπη τσιγγάνικη επικράτεια.

Τραγούδια για τσιγγάνους

Το τραγούδι «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» του Μάνου Χατζιδάκι και του Αλέκου Σακελλάριου, από την ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», το 1955, που έγινε αμέσως «κλασικό» από τη δημοτικότητα του, αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της γοητείας που ασκούσε στη ζωή των κοινών θνητών και των διανοουμένων το τσιγγάνικο μπρίο. Φαίνεται αυτό στα δεκάδες αισθηματικά τραγούδια που έγραψαν οι καθιερωμένοι τραγουδοποιοί , όπως ο Βαμβακάρης («Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά»), ο Τσιτσάνης («Τσιγγάνε σπάσε το βιολί»), ο Χιώτης με τον Χρήστο Κολοκοτρώνη («Μελαχρινή τσιγγάνα»), ο Μητσάκης («Κατσιβέλα μου γλυκιά»), ο Ζαμπέτας με τον Αλέκο Καγιάντα («Η τσιγγάνα»), αλλά και ο Μαρκόπουλος με τον Βίρβο («Ο αρκουδιάρης»), η Μαρίζα Κωχ σε στίχους Νίκου Καββαδία («Φάτα Μοργκάνα»), ο Μάνος Λοΐζος με τον Μανώλη Ρασούλη («Γύφτισσα τον εβύζαξε»), ο Διονύσης Τσακνής («Το τραγούδι των γύφτων - Μπαλαμός») κ.ά. Με τη «Γυφτοπούλα στο χαμάμ» του Γιώργου Μπάτη που ξανατραγούδησε η Γλυκερία σείστηκε η Ελλάδα!

Και με την ατάκα του Κηλαηδόνη «στους γύφτους λέμε ναι» σφραγίστηκε η εκτίμησή μας γι’ αυτή την τόσο δημιουργική και τόσο ελληνική -μέσα στην Ελλάδα- μειονότητα!

Δίσκοι και συναυλίες

Ακόμα κι αν οι νότες είναι οι ίδιες, οι Τσιγγάνοι παίζουν αλλιώς τα μουσικά κομμάτια. Τα παίζουν με δικό τους χρώμα και ύφος δίνοντας άλλη «ταυτότητα» στο μουσικό κομμάτι. Αυτός είναι και ο λόγος που οι συνθέτες, οι ενορχηστρωτές και οι ερμηνευτές που θέλουν αυτή τη χαρακτηριστική χροιά προτιμούν τους αυτοδίδακτους Τσιγγάνους, τους πρακτικούς, αντί για μουσικούς του ωδείου που παίζουν σωστά αλλά «στρογγυλά» τις νότες. Γι’ αυτό η συμβολή των Τσιγγάνων στη διαμόρφωση του ήχου της λαϊκής μουσικής είναι απαράμιλλη. Και μόνο «σκανάροντας» το ενεργητικό τεσσάρων σολιστών, Βασιλόπουλου, Ζέρβα, Σαλέα και Τάκη Σούκα, γίνεται ολοφάνερο πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος στη μορφή και το ύφος των λαϊκών και δημοτικών τραγουδιών στη σύγχρονη εποχή.

Η διαπίστωση επιβεβαιώνεται παίρνοντας ως απτό παράδειγμα τη συμμετοχή τους αφενός σε συναυλίες και εμφανίσεις σε κέντρα διασκέδασης αφετέρου σε δίσκους που έδωσαν το στίγμα της εποχής. Ενδεικτικά, στα «Νησιώτικα» με τον Πάριο, σαντούρι παίζει ο Τάκης Σούκας και στους δύο μεγάλους δίσκους με δημοτικά της Αλεξίου παίζουν ο Βασιλόπουλος και πέντε Σουκαίοι! Ο Βασιλόπουλος είναι σολίστ, μαζί με τον Κόρο, και στο διπλό άλμπουμ της Γλυκερίας «Βόλτα στην Ελλάδα». Η Βιτάλη ηχογραφεί στο κέντρο «ντέφι» το «Χορέψτε γιατί χανόμαστε» με σολίστα τον Σαλέα, αλλά τραγουδάει και το «Πάμε γι’ άλλες πολιτείες» και –υπό τους ήχους των Λευτέρη Ζέρβα, Βασίλη και Σαράντη Σαλέα- το «Κύριε των δυνάμεων» του Σπανουδάκη, όπως και το τραγούδι «Ξαφνικός έρωτας» στην ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου. Ο Νταλάρας στα πιο εμπορικά του «live» (Ορφέας, Περοκέ, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας κ.λπ.) έχει τον Ζέρβα στο βιολί και τον Μάκη Μπέκο στο κλαρίνο. Κι αν ψάξεις τον Καζαντζίδη, τον Διονυσίου, τον Χριστοδουλόπουλο και όλους τους πρώτους ερμηνευτές σε όλα τα είδη της λαϊκής μουσικής, ο Βασιλόπουλος, ο Ζέρβας, ο Σαλέας, οι Σουκαίοι, όλοι οι δικοί μας Τσιγγάνοι, είναι πίσω από όποιον δίσκο κι αν σηκώσεις!

Μικρή βιβλιογραφία:

● Περιοδικό «ντέφι» (τεύχη 1, 2, 7, 9)
● Δέσποινα Μαζαράκη «Το λαϊκό κλαρίνο», εκδ. Κέδρος
● Γιώργης Εξαρχος «Αυτοί είναι οι Τσιγγάνοι», εκδ. Νεφέλη
● Μίκη Θεοδωράκη «Σταρ Σύστεμ», εκδ. Κάκτος
Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Στους Τσιγγάνους λέμε ναι!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας