Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το έργο είναι πολιτικό. Δεν το καταλαβαίνεις ωστόσο απευθείας ως τέτοιο, καθώς… πόσο πολιτικό μπορεί να είναι ένα τηλεφώνημα; Ή μία ερώτηση που θα σου απευθυνθεί από την άλλη άκρη της γραμμής; «Ναι, καλημέρα σας, ο κ. Λίνκολν;» ακούμε τον Χάρη Τζωρτζάκη να λέει… Ψάχνει συνονόματους πολιτικών προσώπων παρελθοντικών ή και του σήμερα, απλούς ανθρώπους όμως, και τους κάνει μια σειρά από ερωτήσεις. Ο ίδιος είναι τμήμα αυτού του περίεργου παιχνιδιού. Ως Χάρης. Ως καλλιτέχνης. Ως δημιουργός… τελικά ποιος στο τέλος μέλλει να χαθεί;

«Το “Τηλεφώνημα” είναι ένα έργο γι’ αυτούς που χειραγωγούν τους ανθρώπους. Είτε πετώντας τους από τον καταπέλτη ενός πλοίου, είτε ρίχνοντάς τους μια ατομική βόμβα. Αλλά κυρίως, όπως σε όλα τα τελευταία έργα του Τριαρίδη, είναι ένα έργο για αυτούς που βλέπουν τον φόνο και είναι έτοιμοι να πουν πως δεν είδαν ή και να τον χειροκροτήσουν με αντάλλαγμα ένα επίδομα – ή ένα χάδι από την εξουσία» μας λέει ο σκηνοθέτης Κ. Φιλίππογλου. «Πρόκειται για μια παράσταση Διλημματικού Θεάτρου (Dilemmatic Theater), όπου τίθεται ένα δίλημμα επί σκηνής από τον καλλιτέχνη προς τον θεατή ουσιαστικά: να πυροβολήσω έναν σκύλο; Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε θα πυροβολήσω το κεφάλι μου… Αυτά τα διλήμματα θέτει ο καλλιτέχνης. Και πάντοτε, ο θεατής κερδίζει. Χρήματα. Εξουσία πάνω του. Τι θα επιλέξει όμως; Στο «Τηλεφώνημα» ο Χάρης Τζωρτζάκης προσπαθεί να πείσει τους συνομιλητές του στο τηλέφωνο πως η συναίνεση στον φόνο είναι η καθημερινή τους κανονικότητα και πως αυτό είναι απολύτως λογικό, ίσως και απλό… όπως και η δολοφονία ενός σκύλου.

«Σε αυτή την παράσταση θα επιχειρήσουμε να καταθέσουμε μια διαμαρτυρία σε όλο αυτόν τον θεσμοθετημένο φόνο» συνεχίζει ο κ. Φιλίππογλου. «Και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτήν – είμαι και εθισμένος βέβαια στα έργα του Τριαρίδη, ίσως και λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας και αγάπης που έχουμε. Η σκηνοθετική πρόταση για να γίνει αυτό το κείμενο παράσταση εμπεριέχει ένα ιδιαίτερο ατμοσφαιρικό εικαστικό περιβάλλον, με έντονη ομίχλη και δεσμίδες φωτός και πολλά βίντεο στην υπηρεσία του θεατή, για να τον βάλουν ακόμα πιο βαθιά στα θέματα που ανοίγονται επί σκηνής. Στόχος της σκηνοθεσίας είναι ο θεατής μαζί με τα όσα του λέει ο ηθοποιός να εισέρχεται σε έναν ψυχικό και νοητικό κόσμο που γεννά τα όσα λέγονται. Να μπαίνει κατά κάποιον τρόπο δηλαδή στο μυαλό του ηθοποιού, αλλά και στο δικό του μυαλό…» μας λέει.

Τον ρωτάμε γιατί να μας είναι τόσο δύσκολο να επιτρέψουμε σε κάποιον να σκοτώσει έναν σκύλο ή και έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζουμε, αν ήταν να κερδίσουμε χρήματα ή εξουσία και μάλιστα μέσω ενός ανώνυμου τηλεφωνήματος, τη στιγμή που ειδικά φέτος, κάθε μέρα ζούμε με τον θάνατο στην Ελλάδα, από τα Τέμπη έως το τι συμβαίνει τώρα στην Παλαιστίνη: «Φέτος, ο θάνατος μας έχει περικυκλώσει για τα καλά. Πυρκαγιές – πλημμύρες – Τέμπη – Πύλος – Γάζα. Πεθαίνουν γύρω μας άνθρωποι και ζώα και εμείς παρακολουθούμε ενεοί. Εκπληκτοι! Κατάπληκτοι και ανήμποροι. Θεωρούμε τους εαυτούς μας αμέτοχους. Λέμε πως άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις, άλλοι σκοτώνουν, άλλοι εκτελούν εντολές. Πως εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη. Ψέμα! Συνένοχοι – αυτό είμαστε! Ολη η ανθρωπότητα συμμετέχει στα εγκλήματα… Αυτό λέει και ο κόσμος του Τριαρίδη: καταναλώνουμε τα προϊόντα τους, χρηματοδοτούμε τις βόμβες τους, φοράμε τα ρούχα που παράγονται από τους σκλάβους τους, τρώμε τα ζώα που εκτρέφουν και σκοτώνουν χωρίς έλεος. Παρ’ όλα αυτά, αν κάποιος μας έπαιρνε τηλέφωνο και μας ζητούσε προσωπικά την άδεια να σκοτώσει έναν άνθρωπο ή ένα ζώο για να κερδίσουμε κάτι, με τη λίγη συνείδηση που μας έχει απομείνει θα απαντούσαμε αρνητικά μάλλον. Τότε θα έπρεπε να μας πείσουν πως ο φόνος και η βία είναι μια κανονικότητα της ζωής. Αυτό νομίζω πως είναι το μεγαλύτερο πολιτικό διακύβευμα των καιρών μας: είναι ο φόνος και η βία η νέα κανονικότητα;».

Ο Χάρης Τζωρτζάκης ξέρει καλά τι θα πει αυτή η «νέα κανονικότητα». Την έχει ζήσει ως καλλιτέχνης, έχει σταθεί απέναντί της σε όλες τις κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών, πάντα παίρνει θέση. Τον ρωτάμε: αν όλα τελικά έχουν μία τιμή, αν οι φράσεις που λέει στην παράσταση «η ομορφιά της ζωής», «ζήσε καλύτερα», αν αυτά είναι ο νέος τρόπος ζωής. Αν μπαίνει η ομορφιά της ζωής σε πρόγραμμα ανάπτυξης. Αν τελικά είναι πολιτικό το ζήτημα ή θέμα ατομικής επιλογής. Αν οι αγώνες των καλλιτεχνών μαζί με τα σκάνδαλα που έχουν συμβεί στον χώρο άλλαξαν τη σχέση θεατή-καλλιτέχνη. Αν η τέχνη είναι μια μορφή επανάστασης. Αν τελικά έχουμε συνηθίσει τον θάνατο… Σε όλα απάντησε…

«Οχι – δεν έχουν όλα μια τιμή! Κάποιοι άνθρωποι και κάποιες αξίες δεν (ξε)πουλιούνται!» μας λέει, και συνεχίζει: «Μου λες για την ατομική ευτυχία… Δεν γνωρίζω αν ποτέ στην Ιστορία τέθηκε τόσο επιτακτικά το ιδεώδες της ατομικής ευτυχίας όπως τίθεται στις μέρες μας. “Ο άνθρωπος είναι ον φύσει κοινωνικό και πολιτικό. Αυτός που μπορεί να ζήσει μακριά απ’ τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι θηρίο ή θεός” έλεγε ο Αριστοτέλης. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος ως άτομο όταν η κοινωνία δυστυχεί; Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί. Εκτός αν είναι απάνθρωπος ή χαζός. Δεν υπάρχει συνταγή ευτυχίας. Δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική ισορροπία με γιόγκα, διαλογισμούς, σεμινάρια αυτοβελτίωσης και λοιπές παπάντζες. Ευτυχισμένος σήμερα θεωρείται ο πλούσιος, ο πετυχημένος. Αυτό αναζητά η πλειοψηφία. Εντιμότητα, συμπόνια, αλληλεγγύη, αγώνας είναι λέξεις μπανάλ που δεν συγκινούν. Είναι καθαρά πολιτικό το ζήτημα, αλλά ζούμε σε απολίτικη κοινωνία».

Και συνεχίζει: «Το να κάνεις και να έρχεσαι σε επαφή με την τέχνη είναι μια σημαντική νίκη. Αλλά όχι επανάσταση, σε καμία περίπτωση. Η τέχνη είναι λυτρωτική τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον θεατή. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης κάποιων ανθρώπων, μπορεί να τους κάνει να δουν τη ζωή με άλλο μάτι. Δυστυχώς, αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ικανοί για επανάσταση. Ζούμε σε μια εποχή που ανεχόμαστε τα πάντα. Δεν ξέρω τι μπορεί να μας βγάλει από αυτόν τον λήθαργο…

Μου λέτε για “σκάνδαλα” στον χώρο μας… Δεν πρόκειται για σκάνδαλα, αλλά για αποδεδειγμένα εγκλήματα. Υπάρχουν οι πρωτόδικες αποφάσεις δικαστηρίων υπενθυμίζω… Τώρα, για το αν άλλαξε η σχέση θεατή-ηθοποιού, όταν έρχεται κάποιος στο θέατρο όλα μπαίνουν στην άκρη, αυτό που περιμένει είναι να του αφηγηθείς μια ιστορία. Με όποιον τρόπο θες, αρκεί να του λες αλήθειες και να μην τον κοροϊδεύεις. Ο θεατής δεν συγχωρεί την “υποκρισία”. Ούτε η σχέση καλλιτέχνη-δημιουργίας έχει αλλάξει μετά από όλα αυτά. Δυστυχώς δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ολοι επιστρέψαμε στην καθημερινότητα, σαν μην έχει συμβεί τίποτα. Εγιναν όλα αυτά, μίλησαν κάποιοι άνθρωποι, πληρώνοντας ενδεχομένως και το κόστος αυτής της επιλογής τού να μη μείνουν σιωπηλοί, και τελικά τα πράγματα παραμένουν ίδια. Η παθογένεια αυτών των συμπεριφορών δύσκολα αλλάζει».

…και συνεχίζει: «Ναι, είναι προφανές ότι έχουμε συνηθίσει τον θάνατο. Καθημερινά περνάνε από τις οθόνες μας τόσες φρικιαστικές εικόνες. Είναι τόσο μεγάλη η ροή της φρίκης που γινόμαστε απάνθρωποι. Εχουμε την ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά δεν μας αφορούν. Νομίζουμε ότι είναι πολύ μακριά από εμάς…

“Το αίμα είναι πάντα αίμα” ακούγεται στην παράστασή μας. “Ναι, αλλά εδώ έχουμε καθαρίστριες και όταν έχεις καθαρίστριες, το αίμα δεν είναι πάντα αίμα. Δεν το βλέπεις… δεν στεναχωρεί κανέναν” απαντά στο ίδιο του το έργο ο Θανάσης Τριαρίδης. Για μένα αυτή είναι μία από τις πιο σημαντικές φράσεις στο έργο και δείχνει πραγματικά ότι έχουμε φτάσει σ’ ένα τέλμα. Γιατί, λοιπόν, να μην το επιλέξουμε να πούμε το “Τσακαπίκο Μπιρμπιλίκο” και να τσεπώσουμε το κατοσταρικάκι, όπως ζητώ να κάνουν όσοι καλώ στο τηλέφωνο; Τι αξία έχει η ζωή ενός αδέσποτου σκύλου; Αφού υπάρχουν καθαρίστριες, το αίμα θα φύγει».

Δεν είναι απλά αυτά τα λόγια. Είναι έντονα. Οπως και ο ρυθμός της παράστασης. Οσο η αλήθεια της. Στο τέλος, ρωτάμε και τους δύο, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, το ίδιο διπλό ερώτημα: – Γιατί να θυσιαστεί ο καλλιτέχνης στο τέλος; Γιατί ο καλλιτέχνης; Είναι το αναπόφευκτο της Ιστορίας; – Αν είχες να πάρεις ένα τηλεφώνημα ώστε να αλλάξεις κάτι σημαντικό σε αυτό το «ζήσε καλύτερα», σε ποιον θα ήταν;

«Σε αυτό το έργο πρέπει στο τέλος να θυσιαστεί ο καλλιτέχνης, να γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος όλων μας» απαντά ο Κώστας Φιλίππογλου. «Για να σηκώσει πάνω του τις βρομιές και τις ενοχές μας. Κι αυτό συνέβαινε πάντα στην ανθρωπότητα. Ο καλλιτέχνης, ο αφηγητής, ο ηθοποιός είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ του κοινού και της αφηγούμενης ιστορίας. Είναι δουλειά του να θυσιαστεί για εμάς. Μέχρι να ενηλικιωθούμε εμείς, το αμέτοχο κοινό, και να μάθουμε να σηκώνουμε το βάρος και τα λάθη της ανθρωπότητας. Ο Τριαρίδης γνωρίζει καλά την καταγωγική ρίζα της τραγωδίας – και στο “Τηλεφώνημα” παραδίδει μια σύγχρονη τραγωδία, μια θυσιαστική τελετουργία της νεωτερικότητας…

Οσο για το τηλεφώνημα – αν μπορούσα θα έπαιρνα όλο τον κόσμο, λέγοντάς του “ζήσε καλύτερα”. Αλλά θα φρόντιζα και να εξηγήσω και τι εννοώ: Πως μέσα στον μάταιο χρόνο σου αξίζει να ζήσεις με νόημα… Το νόημα για μένα το δίνει η αλληλεγγύη, η αγάπη και η δημιουργία – όχι η αναζήτηση του πλούτου και της εξουσίας».

«Ο καλλιτέχνης έτσι είναι και θυσιάζεται» παίρνει τη σκυτάλη του λόγου ο Χάρης Τζωρτζάκης. «Προσοχή όμως: Ο πραγματικός καλλιτέχνης! Αυτοί που αναζητούν το μεγάλο, το ωραίο. Αυτοί γεννιούνται και πεθαίνουν κάθε μέρα. Η ίδια η λέξη “καλλιτέχνης” είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας βέβαια. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουμε όλοι μας, η απαξίωση της πολιτείας στο πρόσωπό μας, η απαξίωση των πτυχίων μας, η ανασφάλεια που έχει από τη φύση της το επάγγελμα είναι βέβαιο πως θα οδηγήσουν στη “θυσία” του καλλιτέχνη.

Από εκεί και πέρα, υπάρχουν και καλλιτέχνες που ταυτίζονται με την εξουσία, τη θρέφουν. Αυτοί πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Είναι εκείνοι που χρησιμοποιούν την “τέχνη” ως μέσον για να εξασφαλιστούν οι ίδιοι. Αδιαφορούν τόσο για το κοινωνικό σύνολο όσο και για το σινάφι μας.

Οσο για το ένα τηλεφώνημα που με ρωτάς… Θα έπαιρνα τηλέφωνο τον Κιμ και θα του έλεγα να πατήσει το κουμπί. Είναι ο μόνος τρόπος να γεννηθεί κάτι καινούργιο. Πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς το παλιό. Η ανθρωπότητα έχει φτάσει σ’ ένα τέλμα. Μόνο η απόλυτη καταστροφή είναι η λύση… Αυτό αποδεικνύεται, εύκολα, αν ανοίξει κανείς μια εφημερίδα ή μια τηλεόραση. Η καθημερινή ειδησεογραφία πλέον είναι ανατριχιαστική και δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας για το μέλλον».

♦ Κάθε Δευτέρα, Τρίτη στις 20.00, στο θέατρο Faust (Καλαμιώτου 11, Αθήνα, τηλ. 2103234095). Για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Εισιτήρια: 7-15 ευρώ. Προπώληση: www.more.com. Διάρκεια: 70 λεπτά