Πριν από μερικές ημέρες ο δικαστής Αρθουρ Ενγκορον κατέθεσε εντολή φίμωσης του Ντόναλντ Τραμπ έπειτα από προσβλητικό σχόλιο σε δικαστική υπάλληλο και λαμβάνοντας υπόψη πως ο τέως Αμερικανός πρόεδρος καταφεύγει πάντα σε βωμολοχίες, απρεπή σχόλια και χυδαίες κατηγορίες όταν αισθάνεται «στριμωγμένος». Την ίδια στιγμή ο Τραμπ αυτοπροβάλλεται ως φαβορί για τις αμερικανικές εκλογές ενώ κάποιες δημοσκοπήσεις τον θέλουν να προηγείται του Τζο Μπάιντεν παρά τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με την αμερικανική Δικαιοσύνη, τις αδιάκοπες λεκτικές επιθέσεις του σε όποιον νιώθει πως τον «απειλεί» και τις κατηγορίες που τον βαραίνουν για υποκίνηση της εισβολής στο Καπιτώλιο.
Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, φορέα ενός κύκλου ενορμητικής απόλαυσης θεσμοθετημένου μίσους, μου ήρθε στον νου κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς μου να ερμηνεύσω την επανεκλογή ενός δικού μας τοπικού άρχοντα, ο οποίος μέσα από την υιοθέτηση της λεκτικής υπερβολής και ενίοτε τη λεκτική βία με στοιχεία μισογυνισμού, ρατσισμού και σεξισμού, καταφέρνει να εκλέγεται πανηγυρικά και επανειλημμένως σε μια ελληνική πόλη.
Τι μας συμβαίνει; Είμαστε τελικά τόσο εξοικειωμένοι με τη λεκτική βία; Εχουμε γαλουχηθεί σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο όπου η γυναίκα, ως υποκείμενο, συγκροτείται ως ελλειμματική εκδοχή του ανδρικού υποκειμένου και ο γκέι «διακινείται» κυρίως ως καρικατούρα στα μίντια και στα σίριαλ, με αποτέλεσμα να δεχόμαστε με ευκολία το χυδαίο χιούμορ που κανονικοποιεί και νομιμοποιεί κοινωνικά την υποτίμησή τους;
Για να συλλάβουμε την έννοια του πλήθους που χειροκροτεί έναν ηγέτη –ανεξαρτήτως μεγέθους– που καταφεύγει επανειλημμένως στη βωμολοχία, στις προσβολές και στη χειροδικία, θα πρέπει να επιστρέψουμε στην ψυχολογία των μαζών, στο κοινωνικό φαινόμενο της μαζοποίησης και στη θεωρία των Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουαταρί, οι οποίοι υποστήριζαν πως ένα πολίτευμα αντιστοιχεί σ’ έναν τύπο ψυχικής διαμόρφωσης, δεδομένου πως πολιτική και ασύνειδες διαμορφώσεις είναι παντού άρρηκτα δεμένες.
Η περσόνα του δημάρχου που υιοθετεί τη λεκτική υπερβολή και ενίοτε τη ρητορική της Ακρας Δεξιάς ταυτίστηκε με την ακμή μιας πόλης που πράγματι άνθισε οικονομικά και έγινε πόλος έλξης τουριστών… Μέχρι που οι πλημμύρες βούτηξαν ολόκληρο τον τόπο στη λάσπη. Και πάλι όμως ο τοπικός άρχοντας βγήκε αλώβητος και νικητής, ίσως γιατί είχε επενδύσει όσο κανένας άλλος στον «άρτο και στο θέαμα» και είχε κατακτήσει τη φήμη του αποτελεσματικού δημάρχου. Δίχως, όμως, να υπάρξει από τη μεριά του «λαού» αναστοχασμός και διερώτηση για τη δυσανεξία του απέναντι σε κάθε διαφορετικότητα και για τις κατηγορίες που τον «βαραίνουν» για διαπλοκή με τη μαφία.
Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν αφορά την προσωπικότητα του κάθε άρχοντα –ανεξαρτήτως βεληνεκούς– αλλά τους λόγους για τους οποίους ο λαός της πόλης ή της χώρας γίνεται το όχημα που οδηγεί έναν κατεξοχήν «εκπρόσωπο του θυμού» και φορέα χυδαίου λαϊκισμού ξανά στην εξουσία.
Γι’ αυτό τον λόγο δεν ωφελεί να εμμένουμε στο όνομά του, στην ομοφοβία του, στον φασίζοντα λαϊκισμό του… Θα πρέπει να σταθούμε στους χειροκροτητές του. Ποιοι είναι όλοι εκείνοι που τον ψηφίζουν ξανά και ξανά και που τον επευφημούν όταν επιτίθεται λεκτικά στους συμπολίτες του, όταν διαρκώς εκστομίζει χυδαία αστεία σε αντιπάλους και συνεργάτες, ενώ καμιά φορά χειροδικεί κιόλας; Κατά πόσο μια τέτοια περσόνα λειτουργεί σαν καθρέφτης «της κουλτούρας και της ηθικής της εποχής μας»; (φράση δανεική από τον ψυχαναλυτή Ρολάν Γκορί)
Ο Ελληνας δήμαρχος, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, μοιάζει να είναι εκπρόσωπος ενός θυμού ο οποίος είχε κυριεύσει μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος. Ως γνωστόν οι δημαγωγοί πολιτικοί εκμεταλλεύονται την ισχύ των δυνάμεων του θυμικού, αρδεύουν τον θυμό των άλλων, εκτονώνοντας παράλληλα το δικό τους θυμικό πάνω στο πλήθος.
Μια πολιτισμένη κοινωνία μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια ορδή χωρίς πατέρα, σε όχλο που λατρεύει τοτεμικά εμβλήματα χωρίς ταμπού, απελευθερώνοντας ένα αμιγές μίσος αποσυνδεδεμένο από την αμφιθυμία που χαρακτηρίζει συνήθως τα ατομικά Εγώ, σημείωνε ο ψυχαναλυτής Γεράσιμος Στεφανάτος, εξηγώντας πως συχνά το μίσος ενοποιεί τα άτομα σε μια θανάσιμη ψυχολογία μάζας, διαλύοντας κυριολεκτικά την ψυχολογία των ατομικών Εγώ…
Τι είδους ταυτότητες συντίθενται και αποσυντίθενται μέσα σε αυτές τις συγκυρίες; Ζούμε σε ένα νεοφιλελεύθερο τοπίο, διαποτισμένο από την «παραδοσιακή ιδεολογία» και κατά συνέπεια βρισκόμαστε σε πλήρη σύγχυση και σε καθεστώς θυμού. Και μοιάζει να είναι εξαιρετικά εύκολο για τους δημαγωγούς όχι μόνο να εκτονώνουν το δικό τους θυμικό πάνω μας, αλλά και να εξουσιάζουν το δικό μας και μάλιστα στις κάλπες… Τα θυμικά ξεσπάσματα δείχνουν να είναι πλέον mainstream πολιτική άποψη.
-980x552.jpg)